333/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated333/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής). Πρέπει, όμως, το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 333 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει την υπόθεση:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Το προσφεύγον και ήδη αναιρεσείον με την από 16-5-2014 προσφυγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ζήτησε την ακύρωση της από 30-4-2014 απορριπτικής διάταξης του Δικαστή του Κτηματολογίου Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και 195/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-5-2018 αίτησή του. Η υπόθεση, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ` αριθμ. 195/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δίκασε και απέρριψε τυπικά και ουσιαστικά την από 15.11.2014 και με αριθμό εκθ. καταθ. 7/2014 έφεση κατά της με αριθμό 327/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 34 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στα Δωδεκάνησα, με το άρθρο 1 του β.δ/τος της 31 Δεκεμβρίου 1948-10 Ιανουαρίου 1949 (βλ.
και άρθρ. 21 παρ. 1 ν. 3800/1957), "2. Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3. Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς διά πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.
Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.
Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ' αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον, δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του κατ' άρθρ. 10 συμβουλίου. Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτην αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα κατά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7.
Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι' αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, πρόεδρον πρωτοδικών (ήδη, με βάση το άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων). 8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπός του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις:
α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής). Πρέπει, όμως, το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας.
Ως εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα. Πρέπει, δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του να έχει παραιτηθεί, άτυπα, από τη φυσική εξουσίασή του με τη θέληση να μη νέμεται αυτό (σύμπτωση παραίτησης από το υλικό και το πνευματικό στοιχείο εξουσίασης), με το σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του.
Εάν το ακίνητο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του και, παρά ταύτα, καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, τούτο δεν περιέρχεται στην κυριότητα του τελευταίου με την απλή παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού εξακολουθούσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα να νέμεται και εκμεταλλεύεται το ακίνητό του, απολαμβάνοντας τα ωφελήματα απ' αυτό.
Αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της κυριότητας σε ακίνητο για μόνο το λόγο ότι χαρακτηρίστηκε αυτό ως εγκαταλελειμμένο από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, εκδόθηκε το σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης, το οποίο εγγράφηκε στην οικεία μερίδα του υποθηκοφυλακείου και παρήλθε δεκαετία, ενώ ο ιδιοκτήτης αυτού, αγνοώντας προφανώς την όλη κατάσταση, εξακολουθούσε να το νέμεται (ΑΠ 47/2019, ΑΠ 736/2008, πρβλ.
και ΑΠ 648/2016, ΑΠ 656/2012, ΑΠ 1758/2009, ΑΠ 1324/2003). Μάλιστα, δεν θεωρείται εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, και το ακίνητο, επί του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν άσκησε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, καμία πράξη νομής (ή κατοχής). Και τούτο, διότι στα ακίνητα η νομή και η κατοχή είναι σαφώς διακεκριμένες από την κυριότητα, ώστε η μη άσκησή τους να μην μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη και της κυριότητας, η οποία είναι δικαίωμα απεριόριστης διάρκειας και αντιτάσσεται αποτελεσματικά κατά των τρίτων, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει ασκηθεί με πράξεις διακατοχής, αφού ο κύριος δεν είναι υποχρεωμένος να ασκεί το δικαίωμά του αυτό, άρα η μη άσκηση - εγκατάλειψη της διακατοχής παραμένει, ως προς την κυριότητα, ένα γεγονός χωρίς έννομες συνέπειες.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου από τα προσκόμιζόμενα ενώπιόν του έγγραφα δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Δυνάμει του από 27-8-1971 πρωτοκόλλου κατάληψης, που εκδόθηκε μετά τη με αριθμό 25412/27.8.1971 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, κατελήφθη ως εγκαταλελειμένο και μη διαχειριζόμενο από κανέναν το ακίνητο εκτάσεως 50 τ.μ.
επί της οδού ... με κτηματολογικά στοιχεία τόμος Οικοδομών Ρόδου 6, φύλλο ..., μερίδα ..., φάκελος ..., ιδιοκτήτες του οποίου, ήταν οι: 1. Χ. Μ. του Ι. κατά ποσοστό 76/96 εξ αδιαιρέτου, 2. Χ. Μ. του Σ., κατά ποσοστό 13/96 εξ αδιαιρέτου, 3. Μ. Μ. του Σ., κατά ποσοστό 4/96 εξ αδιαιρέτου και 4. Ν. Ρ. συζ. Σ. του Ι. κατά ποσοστό 3/96 εξ αδιαιρέτου.
Περαιτέρω, την 31.7.1979 ενεγράφη στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου (αρ. εγγραφής .../31.7.1979) η υπ' αριθμ. 795/1964 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία αναγνωρίζει ότι: α) μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά το έτος 1941 εν Ρόδο αποβιώσαντος ... είναι τα τέκνα του ... και ... κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος επί του μεριδίου του 76/96, β) μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του κατά το έτος 1944 εν Άουσβιτς Πολωνίας αποβιώσαντος ...
είναι το τέκνο του ..., επί του μεριδίου του, γ) μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του κατά το έτος 1944 εν Άουσβιτς Πολωνίας αποβιώσαντος ... είναι το τέκνο του Ά. Χ. του Ά. επί του μεριδίου του. Εν συνεχεία, την 12.2.1980 ενεγράφη στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου (αρ. εγγραφής .../12.2.1980) η υπ' αριθμ. 8/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία αναγνωρίζεται η ισχύς και το δεδικασμένο και στην Ελλάδα της υπ' αριθμ. 4798/1979 αποφάσεως του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Τελ Αβίβ-Γιάφα-Ισραήλ, βάσει της οποίας αναγνωρίστηκε ότι νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 21.7.1971 στο Τελ Αβίβ Ι.
Ά. Χ. του Ά. είναι η σύζυγός του Μ., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου επί του μεριδίου του, και τα τέκνα του Ι. Ά. Χ., και Ά. Χ. κατά ποσοστό 3/8 έκαστος, εξ αυτών επί του μεριδίου του στο εν λόγω ακίνητο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει ότι το επίδικο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο επί δεκαετία, προϋπόθεση η οποία είναι θεμελιώδης, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προκειμένου να περιέλθει η κυριότητα στο αιτούν, βάσει του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938, αφού δεν αποδεικνύεται ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν εγκαταλελειμμένο κατά τον χρόνο της καταλήψεως και καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας από του χρόνου της καταλήψεως, ήτοι ότι είχε εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του με σκοπό παραιτήσεώς τους, καθόσον εντός της δεκαετίας από την μεταγραφή του πρωτοκόλλου κατάληψης στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, εκδηλώθηκε σαφής και αναμφισβήτητη βούληση αναζήτησής του, δεδομένου ότι οι κληρονόμοι των αρχικών τιτλούχων, που είχαν εν των μεταξύ αποβιώσει, προέβησαν σε πράξεις νομής, ήτοι σε έκδοση αποφάσεων που αναγνώριζαν το κληρονομικό τους δικαίωμα και ενέγραψαν αυτές στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου.
Για το λόγο δε ότι είχαν ήδη μεταγραφεί οι ως άνω αποφάσεις-τίτλος που προσπορίζουν κυριότητα τους κληρονόμους των αρχικών τιτλούχων απορρίφθηκε από τον Κτηματολογικό Δικαστή η από 14.11.1983 αίτηση του τότε Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Ρόδου προς το Κτηματολόγιο Ρόδου, περί περιέλευσης του καταληφθέντος ακινήτου κατά πλήρη κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 8 Α.Ν. 1539/1938, ήτοι μετά την πάροδο δεκαετίας από της καταλήψεως, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της με την ένδικη προσφυγή προσβαλλόμενης απορριπτικής διάταξης του Κτηματολογικού Δικαστή.
Ανεξαρτήτως λοιπόν του αν η ως άνω μεταγραφή των προμνημονευομένων αποφάσεων στα βιβλία του Κτηματολογίου επιφέρει ή μη διακοπή της παραγραφής αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο εντός του κρισίμου χρονικού διαστήματος της δεκαετίας από την μεταγραφή του πρωτοκόλλου κατάληψης στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου δεν ήταν εγκαταλελειμμένο, όπως εκτενώς αναφέρεται στην μείζονα σκέψη της παρούσας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 15.11.2014 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αντικαθιστώντας εν μέρει τις αιτιολογίες της με αριθμό 327/2014 εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία, κρίνοντας κατ' αποτέλεσμα ομοίως, απέρριψε τη με αριθμό εκθ.
κατάθ. 130/21.5.2014 προσφυγή που το τελευταίο άσκησε ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά της με από 30.4.2014 διάταξης του Κτηματολογικού Δικαστή. με την οποία αυτός είχε απορρίψει τη σχετική, από 14.11.1983 αίτηση του τότε Οικονομικού Εφόρου Δημόσιων Κτημάτων Ρόδου για την περιέλευση της κυριότητας του καταληφθέντος ακινήτου στο αναιρεσείον, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 8 α.ν. 1539/1938.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας, ούτε και εκείνες (που αναφέρονται στο αναιρετήριο) των άρθρων 279, 269 ΑΚ, 51 και 53 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (8 παρ. 2 ν. 510/1947), αλλά διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι ορθά δεν εφαρμόστηκαν στην ερευνώμενη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 34 του πιο πάνω α.ν. 1539/1938, και έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου για το ότι οι καταχωρίσεις (.../31.7.1979 και …/12.2.1980) με το προαναφερόμενο περιεχόμενο (για τη διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με αιτία την κληρονομική διαδοχή), που έγιναν με τη μέριμνα των απώτερων κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου Χ. Μ. του Ι., οι οποίες είναι μεταγενέστερες από την εγγραφή, κατά μήνα Αύγουστο 1971, της κατάληψης από το αναιρεσείον του εν λόγω ακινήτου, αλλά, πάντως, μέσα στη δεκαετία από την κατάληψή του (27.8.1971) και από τις οποίες συνάγεται ότι οι απόντες ιδιοκτήτες δεν είχαν εγκαταλείψει το ακίνητο με τη θέληση να παραιτηθούν από το δικαίωμα της κυριότητάς τους σε αυτό, στηρίζουν επαρκώς την κρίση του για το ότι ελλείπει μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας, από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, του καταληφθέντος ακινήτου, ήτοι η ιδιότητα αυτού ως εγκαταλελειμμένου καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας από την κατάληψη και, συνακόλουθα, νόμιμα ο επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστής απέρριψε τη σχετική, από 14.11.1983, αίτηση εγγραφής του Οικονομικού Εφόρου Δημόσιων Κτημάτων Ρόδου.
Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, και συγκεκριμένα ότι εφόσον υπήρξε νομότυπη κατάληψη του ακινήτου και παρήλθε δεκαετία, χωρίς αυτή να διακοπεί με την κίνηση της διαδικασίας για διοικητική ή δικαστική απόδοσή του, η κυριότητα αποσβένεται και περιέρχεται στο αναιρεσείον.
Εξάλλου οι προς θεμελίωση της, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειας περαιτέρω επικαλούμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις για εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 επειδή δεν περιλαμβάνονται στην προσβαλλομένη επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της ιδιότητας του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου και ειδικότερα α) η καταχώρηση των τίτλων του κληρονομικού δικαιώματος των τιτλούχων σε μεταγενέστερο της καταλήψεως από το αναιρεσείον χρόνο (1979 και 1980) σε συνδυασμό με την από το έτος 1971 καταχώρηση στα βιβλία του κτηματολογίου στη μερίδα του ακινήτου τους, πρωτοκόλλου κατάληψης και η ως εκ τούτου γνώση των τιτλούχων για την κατάληψη και β) η αυθαίρετη κατάληψη αυτού από τον Δήμο Ρόδου διά της ασφαλτοστρώσεως και ενσωματώσεώς του σε κοινόχρηστο χώρο πριν την έκδοση του ως άνω πρωτοκόλλου κατάληψης από το αναιρεσείον, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτες, διότι η συνδρομή τους δεν οδηγεί στην εφαρμογή του άρθρου 34 παρ. 8 του Ν. 1539/1938.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ που, κατά την ορθότερη άποψη, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 2270/2014), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017).
Με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επιπλέον αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι η εγγραφή των αποφάσεων αναγνώρισης κληρονομικού δικαιώματος, αφορούσε ένα μόνο των εγγεγραμμένων τιτλούχων του ακινήτου και όχι τους τιτλούχους (συγκυρίους) των υπόλοιπων εξ αδιαίρετου ποσοστών του ακινήτου.
Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω αναφερόμενο τμήμα του είναι απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί του ότι πληρούνται τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 8 του ΑΝ 1539/1938 για τα υπόλοιπα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας, τα οποία σημειωτέον δεν προσδιορίζει, προτάθηκε από αυτό στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο εφέσεως.
Επομένως δεν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος, τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε με λόγο εφέσεως στο δικαστήριο της ουσίας.
Ούτε πάλι το αναιρεσείον επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ιδίως ότι πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ενώ στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός, που αφορά το συγκεκριμένο τμήμα του πρώτου αναιρετικού λόγου, είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το σχετικό τμήμα του πρώτου λόγου αναιρέσεως ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη αυτού, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν είχε την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, τα έγγραφα που το αναιρεσείον επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγκαταλελειμμένο και συγκεκριμένα α) το από 27-8-1971 πρωτόκολλο κατάληψης εγκαταλελειμμένου ακινήτου, β) την από 24-8-1971 έκθεση ελέγχου υπαλλήλων της τότε Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων, γ) τα από 18-10-1975 και 16-10-1975 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης και δ) την από 16-5-2000 έκθεση ελέγχου υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου.
Στο συμπέρασμά του δε αυτό κατέληξε σύμφωνα με τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση "Από το σύνολο των προσκομισθέντων εγγράφων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ...". Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραπάνω ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε από την εκτίμηση όλων των προσκομιζομένων εγγράφων και από το όλο το περιεχόμενο της απόφασης, στο αιτιολογικό της οποίας το Εφετείο κάνει ρητή μνεία του περιεχομένου του από 27-8-1971 πρωτόκολλου κατάληψης εγκαταλελειμμένου ακινήτου (υπό στοιχείο α εγγράφου) το περιεχόμενο του οποίου, όσον αφορά τα στοιχεία και την περιγραφή του καταληφθέντος ακινήτου αναφέρει στην απόφασή του.
Ως προς τα υπο στοιχ. β, γ, και δ, έγγραφα είναι μεν αληθές ότι στην προσβαλλόμενη, δεν μνημονεύονται παραπάνω, πλην όμως το Εφετείο δεν είχε εκ του νόμου τέτοια υποχρέωση αφού αυτά περιλαμβάνονται στα έγγραφα τα οποία μνημονεύονται στο προοίμιο της απόφασης, η επιλεκτική δε αναφορά σε ορισμένα εξ αυτών, δεν μαρτυρεί ότι και τα ως άνω έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη, εφόσον από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και την ειδική αιτιολογία, που περιέλαβε για την έλλειψη της ιδιότητας του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Σε κάθε περίπτωση όμως η σχετική με τα έγγραφα αυτά, κατά τα αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης, αιτίαση, ότι το δικαστήριο παρέλειψε να συναγάγει απ' αυτά τεκμήριο για το κρίσιμο ζήτημα της εγκατάλειψης του ακινήτου λόγω της αυθαίρετης κατάληψής του από τον Δήμο Ροδίων και την ενσωμάτωση του σε κοινόχρηστο χώρο το έτος 1975, μετά την με το ως άνω πρωτόκολλο κατάληψή του το έτος 1971 από το αναιρεσείον, το οποίο έκτοτε κατείχε τούτο, επί μία δεκαετία, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ουδεμία επιρροή είχε για το χαρακτηρισμό του καταλειφθέντος ως "εγκαταλελειμμένου" το γεγονός ότι το έτος 1979 και 1980, δηλαδή πριν την παρέλευση δεκαετίας από της καταλήψεώς του, οι τιτλούχοι προέβησαν στην καταχώρηση του επ' αυτού κληρονομικού των δικαιώματος.
Επομένως και ενόψει του ότι το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει στην από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αν παραλείψει να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση ή αναλόγως και σε έμμεση απόδειξη, όχι όμως αν παραλείψει να συναγάγει από τα αποδεικτικά αυτά μέσα τα τεκμήρια που τυχόν μπορούν να συναχθούν (ΑΠ 765/2014) όπως ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον αιτιάται, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 10/2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 195/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ