Legislator Case Law & Legislation
333/2017 AI generated

333/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 333/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

333/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Keywords

AI generated
exposure to danger safety concerns term life insurance unfit notwithstanding health condition accident victim paralysis insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 333 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 333/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. χήρας Κ. Φ. και 2)Μ. Φ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)L. (Λ.) χήρα O. (Ο.) S. (Σ.) το γένος V. (Β.) H. (Γ.), κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των τέκνων της α) Y. - V. (Β.) S. (Σ.) του O. (Ο.) και β)P. S. (Σ.) του O. (Ο.) και 2)F. (Φ.) C. (Τ.) του P. (Π.), κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/1/2010 και 20/1/2010 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (Μεταβατική έδρα Καρπάθου) και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/6/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1, 2 και 16 του κ.ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όπως είναι και ο τραυματισμός ή ο θάνατος του μισθωτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (oλ.ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 876/2014, 938/2013).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του, λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του τραυματισθέντος ή θανατωθέντος, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτού και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 876/2014, 19/2014, 412/2008).

Τέτοιο πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του άρθ. 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κ.λπ., αδικοπραξία.

Επί λατομικών εργασιών πταίσμα θεμελιώνεται από τη μη τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών [Απόφαση Υπουργού Ενέργειας και Φυσικών Πόρων υπ’ αριθ. 11-5 η/ Φ/17402 της 12/31 Δεκεμβρίου 1984 (ΦΕΚ Β’ 931)], που ίσχυε κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα. Στον εν λόγω Κανονισμό μεταξύ άλλων προβλέπονται τα εξής:

i) O εργοδότης, που μπορεί κατά το άρθρο 2, εφόσον εκτελεί αυτοδύναμα το έργο, να είναι και ο εκμεταλλευτής, δηλαδή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κοινοπραξία προσώπων που έχει, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, το δικαίωμα έρευνας ή και εκμετάλλευσης στο μεταλλευτικό ή λατομικό χώρο, που βρίσκεται το έργο, μεταξύ άλλων, έχει την ευθύνη για τη διοικητική μέριμνα, καταλληλότητα και εκπαίδευση, καθώς και την τήρηση των μέτρων υγιεινής και επίβλεψη της υγείας των εργαζομένων που απασχολεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού και της σχετικής νομοθεσίας, καθώς και την ευθύνη για την τήρηση των μέτρων προστασίας έργων, εργαζομένων, περίοικων και περιβάλλοντος που εισηγούνται, ανάλογα με την περίπτωση, οι επιβλέποντες και οι υπεύθυνοι γιατροί (άρθρο 4 παρ. 2). ii) Με ευθύνη του εργοδότη και φροντίδα του Δ/ντή του έργου, όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να εκπαιδεύονται περιοδικά στο αντικείμενο της ειδικότητάς τους, στη λήψη μέτρων για την αποφυγή ατυχημάτων και την υγιεινή της εργασίας, καθώς και στην όσο το δυνατόν, καλύτερη άσκηση των καθηκόντων τους.

Ειδικά όλοι οι νεοπροσλαμβανόμενοι, πριν από την ανάληψη εργασίας, πρέπει να παρακολουθούν πρόγραμμα προκαταρκτικής εκπαίδευσης. Στο πρόγραμμα αυτό πρέπει να περιέχονται και τα παρακάτω: α) Ανάλυση των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού που αναφέρεται σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας, με επισήμανση αυτών που σχετίζονται με τα καθήκοντα και την εργασία τους και ανάλογη ανάλυση των ειδικών κανονισμών του έργου.

β) Ανάλυση και επεξήγηση των εγγράφων οδηγιών που έχουν δοθεί στον καθένα μαζί με την ανάθεση καθηκόντων. γ) Ανάλυση της χρήσης των ατομικών ειδών προστασίας, επισήμανση των επικίνδυνων σημείων και καταστάσεων ανάλυσης των τρόπων και μέσων διάσωσης και διαφυγής (άρθρο 13). iii) Ο εργοδηγός, που είναι άμεσος βοηθός του εργοταξιάρχη ή κλιμακιάρχη, έχει την φροντίδα για την κάλυψη των αναγκών του εργοταξίου ή κλιμακίου με τα κατάλληλα και απαραίτητα μηχανήματα, συσκευές, εργαλεία, όργανα, ατομικά είδη προστασίας και υλικά, στις υποχρεώσεις του είναι η πραγματοποίηση επιτόπιου καθημερινού ελέγχου όλων των θέσεων εργασίας, η επισήμανση των επικίνδυνων σημείων ή τρόπων εργασίας και η παροχή των απαραίτητων εντολών για την ασφαλή και ορθολογική εκτέλεση των εργασιών (άρθρο 15 παρ 5). iv) Διπλωματούχος μηχανικός πραγματοποιεί τουλάχιστον περιοδική επίβλεψη του έργου, εφόσον οι εργαζόμενοι δεν είναι λιγότεροι από τρεις και απασχολείται με τα καθήκοντα μιας οργανωτικής βαθμίδας, σύμφωνα με το άρθρο 15, στην περίπτωση δε αυτή της περιοδικής επίβλεψης, πρέπει να απασχολείται μόνιμα και ένας, το λιγότερο, εργοδηγός (άρθρο 16). v) Κάθε εκσκαφή, για την ασφαλή και ορθολογική εκτέλεση της εργασίας, πρέπει να υποδιαιρείται σε βαθμίδες ύψους, το πολύ, 15 μ. ...Ο καθορισμός του πλάτους της, γίνεται με βάση το κριτήριο της ασφαλούς και ορθολογικής λειτουργίας του μηχανικού εξοπλισμού που απασχολείται.

Στις ενδιάμεσες φάσεις εργασίας, το πιο πάνω πλάτος δεν μπορεί να είναι μικρότερο για την περίπτωση απασχόλησης τροχοφόρων μηχανημάτων, από 12 μ., ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις, από 6 μ. Η βαθμιδωτή διαμόρφωση, θα διατηρείται και μετά το τέλος του έργου (άρθρο 80). Εξ άλλου η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ αντίστοιχα (ΑΠ 534/ 2014, 225/2014, 13/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 του ν. 551/1915, 914, 932 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από θανάτωση προσώπου σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου οι ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του, υπέστησαν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, πρέπει να εκτίθεται σ’ αυτή (αγωγή) ο βαθμός συγγένειας των εναγόντων με τον θανατωθέντα εργαζόμενο, η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ αυτού και του υποχρέου, η βλάβη του σώματος ή της υγείας και ο απ’ αυτές θάνατος του εργαζομένου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του, και στην περίπτωση της ειδικής αμέλειας η μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της (ΑΠ 1021/2012, 242/2008).

Στην ένδικη αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ιστορούν, μεταξύ άλλων τα εξής: "Η υπερήλικη, πρώτη των εναγομένων, μητέρα του δευτέρου (παρένθετο πρόσωπο) έχει στο όνομά της, για λογαριασμό όμως του υιού της, δευτέρου των εναγομένων, (κρυπτόμενος έμπορος), επιχείρηση παραγωγής αδρανών υλικών, με εγκαταστάσεις εξόρυξης, που ευρίσκονται στην θέση "...

του Δήμου .... Ο σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης και τρίτης και γιος της τέταρτης των εναγουσών, Ο. S. του Α. , (Ο. Σ. του Ά. ), ηλικίας 27 ετών, Ουκρανός υπήκοος, είχε προσληφθεί στις 21 Οκτωβρίου 2008, από την επιχείρηση των εναγομένων, και συγκεκριμένα από τον δεύτερο εξ αυτών, ο οποίος, όπως ο ίδιος και επισήμως δηλώνει, είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης και ασκεί όλες τις διαχειριστικές πράξεις, που αφορούν την λειτουργία της, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο λατομείο αυτό, ως βοηθός χειριστή σκαπτικών μηχανημάτων, χωρίς όμως και να διαθέτει άδεια χειριστού τέτοιων μηχανημάτων.

Κύριος χώρος εργασίας του ήταν ο υπαίθριος χώρος εξόρυξης αδρανών υλικών που διατηρούν οι εναγόμενοι στην περιοχή "... του Δήμου ..., όπου χειριζόταν σκαπτικά μηχανήματα και προέβαινε σε εξόρυξη πετρώματος (βράχου), από το βουνό που βρίσκεται δίπλα στις εγκαταστάσεις (σπαστήρα) της επιχείρησης και στην συνέχεια το μετέφερε στον σπαστήρα, που επίσης ευρίσκεται εντός του χώρου του εργοταξίου.

Στις 16 Ιανουαρίου 2009, ο ως άνω συγγενής τους, χειριζόταν φορτωτή CATERPILAR 980 C, ισχύος 270 ίππων και εργαζόταν σε χώρο που δεν πληρούσε τους κανόνες ασφαλείας, αφού στον χώρο εξόρυξης είχαν δημιουργηθεί ψηλά και επικίνδυνα μέτωπα, άνω των 80 μέτρων από την "πλατεία" του λατομείου, ενώ παράλληλα δεν υπήρχε βαθμιδοποίηση του βουνού της εκσκαφής, ούτε κατάλληλος αδειούχος χειριστής για το μηχάνημα που χειριζόταν, ούτε επιβλέπων μηχανικός και μόνιμος εργοδηγός.

Πέραν αυτού δεν είχε παρακολουθήσει κανένα εκπαιδευτικό σεμινάριο, σχετικά με την εργασία που του ανατέθηκε και τους κινδύνους που αντιμετώπιζε και δεν υπήρχαν στην διάθεσή του, τα απαιτούμενα από τον νόμο μέτρα ατομικής προστασίας (κράνος ειδική στολή κ.λπ.). Περί την 13:00 της ημέρας εκείνης (16.1.2009) και ενώ εργαζόταν υπό τις συνθήκες αυτές, πλησίον της βάσης πολύ υψηλού μετώπου, αποκολλήθηκε μεγάλη πέτρα από ύψος 50 περίπου μέτρων, η οποία πέφτοντας, εισχώρησε στην καμπίνα του χειριστή από το παράθυρο και προκάλεσε τον θανάσιμο τραυματισμό του στο κεφάλι.

Συνεπεία των παραλείψεων αυτών οι εναγόμενοι, ως εργοδότες, και συγκεκριμένα η πρώτη ως παρένθετο πρόσωπο και ο δεύτερος ως κρυπτόμενος έμπορος, κατά τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο έκαστος για τον επελθόντα θάνατο του συγγενούς τους, διότι αν και γνώριζαν ότι το εργοτάξιο της επιχείρησής τους, δεν πληρούσε κανέναν από τους κανόνες λειτουργίας και ασφαλείας, αλλά εστερείτο και συστημάτων ατομικής προστασίας, που προβλέπουν οι νόμοι που καθορίζουν την λειτουργία των λατομείων και ο θανών χειριζόταν μηχάνημα για το οποίο δεν είχε τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα (άδεια χειριστού), ούτε τα κατά νόμο μέσα ατομικής προστασίας (κράνος, ειδική στολή κ.λπ.) και μολονότι εξ αιτίας όλων αυτών των επικίνδυνων συνθηκών, που επικρατούσαν στο εργοτάξιο της επιχείρησής τους, γνώριζαν τον πιθανόν θανάσιμο τραυματισμό του, δεν μερίμνησαν ώστε ο θανών, να παρακολουθήσει εκπαιδευτικά σεμινάρια, με έμφαση στα θέματα ασφαλείας που σχετίζονται με την εργασία που του είχαν αναθέσει, ώστε να ήταν πιο ευαισθητοποιημένος.

Ότι την πρώτη ενάγουσα, ηλικίας 32 ετών, συνέδεαν εξαιρετικοί δεσμοί αγάπης με τον εκλιπόντα σύζυγο της, είχαν αρμονικές σχέσεις κατά τη διάρκεια του γάμου τους, είχαν αποκτήσει δύο τέκνα, και από τον θάνατο του συζύγου της προκλήθηκε έντονος ψυχικός πόνος και βαθύτατη ψυχική οδύνη. Ότι η δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, ανήλικες θυγατέρες της πρώτης και του αποβιώσαντος, είχαν αναπτύξει ένα ιδιαίτερα στενό ψυχικό σύνδεσμο με τον θανόντα πατέρα τους, με τον οποίο ζούσαν μία αρμονική ζωή, από το θάνατό του δε έχουν υποστεί, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, ιδιαίτερα ισχυρό πλήγμα και ανεπανόρθωτη ψυχική οδύνη.

Ότι η τέταρτη ενάγουσα μητέρα του θύματος, υπεραγαπούσε τον εκλιπόντα γιό της, ο οποίος τη στήριζε και οικονομικά και ηθικά σε κάθε στιγμή αλλά και σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής της και διατηρούσε μαζί του εξαιρετικούς δεσμούς αγάπης και στοργής, αισθήματα τα οποία ήταν αμοιβαία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν να καταδικασθούν οι εναγόμενοι, ως υπαίτιοι για το θάνατο του συζύγου, πατέρα και γιου τους αντίστοιχα, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ στην πρώτη, των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, σε κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη και το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ στην τέταρτη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχονται σ’ αυτή τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία, ήτοι η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ αποβιώσαντος, συγγενούς των εναγουσών και εναγομένων, ο θάνατος του εργαζόμενου, η επέλευση αυτού (θανάτου) κατά την εκτέλεση της εργασίας, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, δηλαδή αμέλεια των εναγομένων ως εργοδοτών, συνιστάμενη στη μη λήψη και τήρηση των αναφερομένων μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων, προβλεπομένων από τις ειδικές διατάξεις των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους και τα μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων σε μεταλλευτικές και λατομικές εργασίες, ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της και το αιτούμενο, λόγω ψυχικής οδύνης, ως χρηματική ικανοποίηση, ποσό.

Επομένως ορθά το Εφετείο έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η επίδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα κατά νόμο (άρθρα 216 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 932 ΑΚ), απαραίτητα στοιχεία, τα οποία την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της εκ μέρους των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων και επέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, ως αβάσιμο, οι περί του αντιθέτου δε από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος και τρίτος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, σύμφωνα με τους οποίους η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, είναι αβάσιμοι.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 242/2015, 361/2014). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 242/2015, 361/2014). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη, δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του (ΑΠ 534/2014, 259/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ως προς την ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη από το 1981 διατηρεί στο όνομά της επιχείρηση λατομείου αδρανών υλικών στην περιοχή "... ..., δυνάμει του .../1981 συμβολαίου μίσθωσης δεκαετούς διάρκειας, που κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 9 του ν. 2115/1993 επέχει θέση άδειας εκμετάλλευσης, εφόσον πρόκειται για λατομείο σε δημόσιο χώρο.

Η διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε με το .../1991 συμβόλαιο για πέντε ακόμα έτη και, ακολούθως, με το .../1996 συμβόλαιο, η μίσθωση παρατάθηκε από 24.9.1996 έως 23.6.2001, με αποτέλεσμα έκτοτε η λειτουργία του λατομείου, άνευ ισχύουσας μίσθωσης, να είναι παράνομη. Στις 21.10.2008 ο Ο. S., σύζυγος της πρώτης των εναγουσών, πατέρας της δεύτερης και τρίτης και γιος της τέταρτης εξ αυτών, προσλήφθηκε από την επιχείρηση του λατομείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως βοηθός χειριστή μηχανημάτων λατομείου (σχετ.

το έγγραφο ατομικών όρων σύμβασης εργασίας του Ο. S.). Παρότι δε προσλήφθηκε για να εργαστεί στην επιχείρηση του λατομείου, που τυπικά λειτουργούσε στο όνομα της πρώτης εναγομένης (η οποία φέρεται σε όλα τα παραστατικά που αφορούν τις συναλλαγές του λατομείου ως ιδιοκτήτρια, καθώς και στα έγγραφα που αφορούν την πρόσληψη εργαζομένων, όπως εμφαίνεται στα σχετικά προσκομισθέντα τιμολόγια, στο έγγραφο ατομικών όρων σύμβασης εργασίας του Ο.

S. και στην από 24.10.2008 αναγγελία πρόσληψης), στην πραγματικότητα προσέφερε την εργασία του και στους δύο εναγομένους, δεδομένου ότι ο δεύτερος εξ αυτών, ενόψει και της μεγάλης ηλικίας της μητέρας του, πρώτης εναγομένης, ήταν εν τοις πράγμασι υπεύθυνος της επιχείρησης και είχε αναλάβει ως εν τοις πράγμασι ιδιοκτήτης αυτής τη λειτουργία και τη διαχείρισή της, διεκπεραιώνοντας όλες τις συναλλαγές της και τις υποθέσεις της, καθώς και την πρόσληψη του ανωτέρω εργαζομένου.

Τούτο προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρα των εναγουσών (οικογενειακή φίλη του εργαζομένου και εργαζόμενη σε επιχείρηση με την οποία ο δεύτερος εναγόμενος συναλλάσσονταν για υποθέσεις του λατομείου) και προεχόντως από την ίδια την κατάθεση του δεύτερου εναγομένου που δόθηκε στους μηχανικούς της Επιθεώρησης Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος κατά την σύνταξη της από 16.3.2009 έκθεσης - αναφοράς σχετικά με τα αίτια του ατυχήματος στην οποία (κατάθεση) παραδέχθηκε ότι λόγω της μεγάλης ηλικίας της μητέρας του ασχολείται ο ίδιος με τις επιχειρήσεις.

Ενόψει του ότι το λατομείο στερούνταν νόμιμης άδειας λειτουργίας, με την οποία, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2115/1993, εξομοιώνεται η σύμβαση μίσθωσης, αυτό λειτουργούσε χωρίς νόμιμες διατυπώσεις και στην ουσία προς όφελος και για λογαριασμό αμφότερων των εναγομένων, καθισταμένων έτσι υπεύθυνων για τη λειτουργία του, χωρίς να ασκεί επιρροή ότι αυτό μέχρι το χρόνο της νόμιμης λειτουργίας του, αλλά και μετά λειτουργούσε στο όνομα της πρώτης των εναγομένων, στο όνομα της οποίας διενεργούνταν όλες οι συναλλαγές.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο Ο. S., παρότι προσλήφθηκε ως βοηθός χειριστή φορτωτή, παρείχε την εργασία του ως χειριστής φορτωτή, αν και στερούνταν την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 του π.δ. 31/1990 άδεια χειριστή, το δε μηχάνημα που χειριζόταν δεν ήταν εφοδιασμένο με πινακίδες και άδεια κυκλοφορίας, δεν συνοδευόταν από αποδεικτικά ασφάλισης και δεν είχε προηγούμενη έγκριση τύπου.

Στις 16.1.2009, ο Ο. S. εργαζόταν στο λατομείο και χειριζόταν τον φορτωτή τύπου CATERPILAR 980 C, φορτώνοντας εξορυγμένα από το λατομείο υλικά προκειμένου να τα παραλάβει με φορτηγό ο Μ. Χ., ο οποίος εργαζόταν σε ατομική επιχείρηση του δεύτερου εναγομένου παραγωγής μπετόν. Περί ώρα 13.00’ , o Ο. S. αποχώρησε από το σημείο του σπαστήρα, όπου είχε γευματίσει με τους Γ.

Δ. (εργαζόμενο στο λατομείο ως χειριστή φορτωτή με άδεια χειρισμού φορτωτή μέχρι 100 ίππους ιπποδύναμη) και Ρ. Ι. Α. (εργάτη στο λατομείο), καθώς και τον ως άνω Μ. Χ. και μετέβη στην πλατεία για να συνεχίσει την εργασία του. Λίγο αργότερα και ενώ ο Ο. S. βρισκόταν με το φορτωτή πλησίον της βάσης πολύ υψηλού μετώπου, άνω των 80 μέτρων, μια πέτρα βάρους περίπου 70 κιλών και διαστάσεων 80X80X40 εκατοστών ολίσθησε από το μέτωπο, κατέπεσε και εισχώρησε στην καμπίνα του φορτωτή από το παράθυρο, τραυματίζοντας τον ανωτέρω εργαζόμενο, που βρισκόταν στη θέση του χειριστή, θανάσιμα.

O θάνατος του ανωτέρω εργαζομένου επήλθε συνεπεία κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Η επέλευση του ατυχήματος οφείλεται στην αμέλεια των εναγομένων, καθόσον αυτοί, με την παραπάνω ιδιότητά τους ως εργοδότες και εκμεταλλευτές του λατομείου και όντας υπεύθυνοι για τις συνθήκες λειτουργίας του λατομείου και την ασφάλεια των εργαζομένων, παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας εντός του λατομείου προς αποφυγή ατυχημάτων.

Ειδικότερα, αν και απασχολούσαν στο λατομείο τουλάχιστον τρεις εργαζόμενους, δεν είχαν προσλάβει διπλωματούχο μηχανικό μεταλλείων για περιοδική επίβλεψη, αλλά ούτε και μόνιμο εργοδηγό, όπως είχαν υποχρέωση από τον κανονισμό Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (άρθρα 15 και 16). Σύμφωνα με τον παραπάνω Κανονισμό όλες οι εργασίες του λατομείου θα έπρεπε να επιβλέπονται περιοδικά από διπλωματούχο μηχανικό και μόνιμα θα έπρεπε να επιβλέπονται από εργοδηγό.

Εάν απασχολούνταν διπλωματούχος μηχανικός με καθήκοντα περιοδικού ελέγχου, όντας υπεύθυνος για όλες τις εργασίες, θα είχε φροντίσει να δώσει οδηγίες για την ορθολογική εκμετάλλευση του έργου ως προς τη δημιουργία των μετώπων με βαθμίδες όχι σε ύψος ανώτερο των 15 μέτρων, έτσι ώστε να μην επέλθει πτώση λίθου από τόσο υψηλό μέτωπο με μεγάλη επιτάχυνση.

Στο χώρο της "πλατείας", από έλλειψη αρμόδιου και ειδικού προσώπου για τον έλεγχο των εργασιών και την επισήμανση βάσει των ειδικών του γνώσεων των ενδεχόμενων κινδύνων, δημιουργήθηκαν ιδιαίτερα επικίνδυνες συνθήκες εργασίας, με την ύπαρξη πολύ υψηλού μετώπου, περί των 80 μέτρων, καθόλα απαγορευμένου κατά την κείμενη νομοθεσία, γεγονός που εξέθετε τον κάθε εργαζόμενο εντός του χώρου της πλατείας σε σοβαρούς κινδύνους ως προς την υγεία και τη ζωή του.

Επί πλέον αμέλεια υπάρχει αναφορικά και με την απουσία εργοδηγού, ο οποίος με τη συνεχή παρουσία του, όπως προβλέπεται από το νόμο και επιφορτιζόμενος με τον επιτόπιο καθημερινό έλεγχο όλων των θέσεων εργασίας, την επισήμανση των επικίνδυνων σημείων ή τρόπων εργασίας και την παροχή των απαραίτητων εντολών για την ασφαλή και ορθολογική εκτέλεση των εργασιών, θα προέβαινε σε υπόδειξη την ημέρα του συμβάντος των κινδύνων, που εγκυμονούσε η εργασία στο συγκεκριμένο σημείο, ώστε να μην λάμβανε χώρα οποιαδήποτε εργασία.

Τούτο δε έχει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον, το βουνό πέφτει μόνο του καθώς είναι σαθρό το έδαφος και την προηγούμενη ημέρα του δυστυχήματος είχε βρέξει.

Συνεπώς, ενόψει της ποιότητας του εδάφους και του πολύ υψηλού μετώπου που είχε δημιουργηθεί, της προηγηθείσας βροχής, που κατά λογική ακολουθία είχε αποδυναμώσει τη στήριξη του εδάφους, εάν παρευρισκόταν την ημέρα του δυστυχήματος επιβλέπων μόνιμος εργοδηγός θα είχε εντοπίσει τους κινδύνους στο συγκεκριμένο σημείο εργασίας και θα είχε δώσει κατάλληλες εντολές στο θανόντα κατά την εκτέλεση της εργασίας του με το φορτωτή, ώστε να μην εργαστεί πλησίον του υψηλού μετώπου λαμβανομένου υπόψη ότι ο φορτωτής βρέθηκε σε απόσταση μόλις 10-15 μέτρων από τη βάση.

Έτσι θα είχε φροντίσει για το συντονισμό των εργασιών, λαμβάνοντας πρόνοια, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών, για αποτροπή ατυχήματος. Πέραν των ανωτέρω, ο θανών δεν είχε υποβληθεί σε προκαταρκτική εκπαίδευση και σεμινάρια ασφαλείας, όπως προβλέπει το άρθρο 13 του Κανονισμού Μεταλλείων, με αποτέλεσμα να στερείται των πληροφοριών για τη νομοθεσία και την ασφάλεια των εργαζομένων στο χώρο εργασίας και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να εντοπίζει τους κινδύνους και να λαμβάνει πρόνοια για αυτούς.

Εάν οι εναγόμενοι είχαν προβεί στην τήρηση των απορρεουσών από τα παραπάνω άρθρα υποχρεώσεών τους, θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα διότι δεν θα υπήρχε ένα τόσο υψηλό μέτωπο, αλλά, ακόμη και υπό την υπάρχουσα διαμόρφωση του χώρου του λατομείου, αν υπήρχε εργοδηγός θα είχε αποτρέψει την παρουσία του εργαζομένου στο χώρο της πλατείας πλησίον της βάσης του πολύ υψηλού μετώπου, καθόσον θα είχε εντοπίσει τον κίνδυνο της πτώσης τμήματος του εδάφους, ενόψει της σύνθεσής του και της προηγηθείσας βροχής και θα είχε απαγορεύσει κάθε εργασία στο συγκεκριμένο σημείο.

Αντίθετα, οι εναγόμενοι από αμέλειά τους, δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει ο νόμος για τις ασφαλείς συνθήκες λειτουργίας και την ασφάλεια των εργαζομένων, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά τους αυτή, συνιστάμενη σε παράλειψη λήψης των αναγκαίων μέτρων να σχετίζεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του εργαζομένου.

Αν είχαν τηρήσει τις ανωτέρω υποχρεώσεις τους, δεν θα είχε αποφευχθεί η πτώση της πέτρας και δεν αποτελεί αυτό το ζητούμενο στο θέμα της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων των εναγομένων αφενός και της πτώσης της πέτρας αφετέρου, πλην όμως, αν είχαν τηρήσει τις εκ του νόμου προβλεπόμενες υποχρεώσεις επιμέλειας, θα φρόντιζαν, ώστε αφενός ο χώρος να μην είχε τη διαμόρφωση ως προς το ύψος των μετώπων και αφετέρου ενόψει των φυσικών συνθηκών της ημέρας εκείνης, ο εργοδηγός θα είχε δώσει εντολή για μη εκτέλεση εργασιών και, επομένως, δεν θα βρισκόταν κανείς την ημέρα του συμβάντος στην πλατεία του λατομείου και άρα θα είχε αποτραπεί ο θάνατος του εργαζομένου.

Εξάλλου, εντός ενός λατομικού χώρου οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι εργαζόμενοι σχετίζονται με την απρόβλεπτη συμπεριφορά του εδάφους και με τέτοια ανάλογα με την ένδικη περίπτωση περιστατικά και από αυτούς ακριβώς τους κινδύνους επιβάλλεται να προστατευθούν οι εργαζόμενοι, ώστε κρίνεται απαραίτητη η τήρηση των όρων ασφαλείας.

Την έλλειψη του μηχανικού και επιβλέποντος εργοδηγού επιβεβαιώνει ο μάρτυρας των εναγομένων Μ. Χ., αλλά και στην ως άνω από 19.3.2009 έκθεση - αναφορά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος της Επιθεώρησης Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος διαπιστώνεται η απουσία επιβλέποντος μηχανικού και εργοδηγού, η μη ορθολογική εκμετάλλευση με μέτωπα άνω των 15 μέτρων και χωρίς βαθμιδοποίηση, μέτωπο δε χαρακτηρίζεται και το σημείο από όπου επέπεσε ο λίθος που χτύπησε το θανόντα, επισημαίνεται μάλιστα ότι εάν είχαν προσληφθεί τα προαναφερθέντα όργανα (επιβλέποντες - διπλωματούχος μηχανικός μεταλλείων και εργοδηγός) θα είχαν δώσει στον θανόντα οδηγίες ασφαλείας και θα είχε προβλεφθεί το ύψος των μετώπων, ενώ η παρακολούθηση προγράμματος προκαταρκτικής εκπαίδευσης θα καθιστούσε το θανόντα γνώστη των διατάξεων του κανονισμού μεταλλείων, με έμφαση στα θέματα ασφάλειας κατά την εργασία.

Αλλά και σύμφωνα με την ως άνω 12/2009 έκθεση έρευνας ατυχήματος του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το ατύχημα αποδίδεται στην έλλειψη εκπαίδευσης του θανόντος και στις συνθήκες λειτουργίας του λατομείου. Αντίθετα, το γεγονός ότι ο θανών χειριζόταν χειριστή στερούμενος της απαιτούμενης άδειας για φορτωτή του συγκεκριμένου τύπου, ότι ο φορτωτής λειτουργούσε χωρίς άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας και δεν είχε έγκριση τύπου και αποδεικτικά ασφάλισης, δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, αφού αφενός το ατύχημα δεν επήλθε λόγω κακού ή αδέξιου χειρισμού του φορτωτή, αφετέρου οι λοιπές παραλείψεις είναι τυπικές και δεν σχετίζονται με το ένδικο ατύχημα.

Η παράνομη λειτουργία δε του λατομείου χωρίς ενεργή μίσθωση δεν συνδέεται, επίσης, αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, καθόσον η ύπαρξη άδειας λειτουργίας με τη μορφή ενεργούς μίσθωσης, δεν ταυτίζεται ούτε συνεπάγεται την καθημερινή τήρηση των διατάξεων που επιβάλλει ο κανονισμός μεταλλείων και λατομικών χώρων.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ο θανών ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για το θάνατο του, διότι σύμφωνα με την τοξικολογική έκθεση που διενεργήθηκε το δείγμα ούρων βρέθηκε θετικό σε κανναβινοειδή και στο αίμα ανιχνεύθηκε παρουσία Δ9 τετραΰδροκανναβινόλη και 11-nor- Δ9 THC-9- καρβοξυλικό οξύ, καθώς και αλκοόλ σε ποσότητα 0,196 g/1.

Καίτοι από το άρθρο 20 παρ. 4 του κανονισμού μεταλλείων "Απαγορεύεται η εργασία στα άτομα που βρίσκονται κάτω απ’ την επήρεια οινοπνεύματος και ναρκωτικών", η πρόσφατη κατανάλωση ναρκωτικών ουσιών και οινοπνεύματος από το θανόντα δεν σχετίζεται αιτιωδώς με το θάνατο του, καθόσον η πτώση της πέτρας δεν οφείλεται σε λανθασμένο εξαιτίας της χρήσης ουσιών χειρισμό του μηχανήματος, ούτε η παρουσία του στο μηχάνημα συνδέεται με την κατανάλωση ουσιών, αφού και χωρίς αυτήν είχε λάβει εντολή από τους εναγομένους να βρίσκεται στο μηχάνημα.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, ο αποβιώσας ήταν ηλικίας 28 περίπου ετών και είχε τελέσει πολιτικό γάμο με την πρώτη ενάγουσα στις 12.4.2006, ο οποίος ιερουργήθηκε στις 14.10.2007, είχε δε αποκτήσει μαζί της δύο θυγατέρες, τη δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, που γεννήθηκαν στις 15.2.2004 και 15.2.2007, την πρώτη από τις οποίες είχε αναγνωρίσει ο θανών με τη .../19.2.2004 πράξη αναγνώρισης τέκνου της συμβολαιογράφου Ρόδου Αγάπης - Καλομοίρη Χατζηδιάκου.

Η δε τέταρτη ενάγουσα, μητέρα του θανόντος, είχε μεταναστεύσει επίσης από την Ουκρανία στην Κάρπαθο, όπου διέμενε. Οι ενάγουσες, οι οποίες συνδέονταν με το θανόντα με δεσμό στενής συγγένειας και αγάπης ένιωσαν έντονη θλίψη, στενοχώρια και βαθύ ψυχικό πόνο από το θάνατο του προσφιλούς συγγενούς τους, που συνέβη κατά τον προαναφερθέντα αδικοπρακτικό τρόπο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι υπαίτιοι του ατυχήματος και του εξ αυτού θανάτου του Ο. S., είναι οι αναιρεσείοντες, εργοδότες του αποβιώσαντος, συνδεόμενοι με αυτόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα, κατά τη διάρκεια της εργασίας του θανόντος, ότι λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της αδικοπραξίας, του βαθμού υπαιτιότητας των εναγομένων, της έκτασης της θλίψης και του ψυχικού πόνου των εναγουσών, του συγγενικού τους δεσμού με τον αποβιώσαντα και της κοινωνικής, οικογενειακής και περιουσιακής κατάσταση των διαδίκων μερών, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που πρέπει να επιδικασθεί στις αναιρεσίβλητες για την ψυχική οδύνη, την οποία αυτές υπέστησαν από τον πρόωρο και άδικο θάνατο του συγγενούς τους ανέρχεται, για την πρώτη, σύζυγο του θανόντος, στο ποσό των 80.000 ευρώ, για καθεμιά των δεύτερης και τρίτης, θυγατέρων του αποβιώσαντος, στο ποσό των 30.000 ευρώ και για την τέταρτη, μητέρα του αποβιώσαντος, στο ποσό των 70.000 ευρώ και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, ο δε τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβιάσεως της διατάξεως αυτής είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη της για να στοιχειοθετήσει την ευθύνη των αναιρεσειόντων για το ατύχημα τους ισχυρισμούς ότι , ως εργοδότες, δεν είχαν διορίσει περιοδικά επιβλέποντα διπλωματούχο μηχανικό και μόνιμο εργοδηγό, τους οποίους όμως ισχυρισμούς δεν είχαν εκθέσει οι αναιρεσίβλητοι στην αγωγή τους, είναι επίσης αβάσιμος, αφού ρητά στην αγωγή , ως παράγοντες που συνετέλεσαν αιτιωδώς στο ατύχημα αναφέρονται οι παραλείψεις αυτές των αναιρεσειόντων.

Οι περαιτέρω στον ίδιο λόγο αιτιάσεις περί παραβιάσεως του άρθρου 914 με την παραδοχή ότι οι αναφερόμενοι στην αγωγή, ως αιτιώδεις λόγοι προκλήσεως του ατυχήματος είναι η έλλειψη αδείας λειτουργίας του λατομείου και η άδεια λειτουργίας και πινακίδων του φορτωτή, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του περιλαμβάνει τέτοιες παραδοχές, κάτι όμως που δεν συμβαίνει, αφού ρητά το Εφετείο αναφέρει στην απόφασή του ότι οι ελλείψεις αυτές δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Περαιτέρω το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την αμέλεια των αναιρεσειόντων, συνιστάμενη αφενός μεν στο μη διορισμό διπλωματούχου μηχανικού, επιβλέποντος περιοδικά τις εγκαταστάσεις και μόνιμου εργοδηγού, που θα επέβλεπε καθημερινά το χώρο του εργοταξίου, αφετέρου δε στην έλλειψη οδηγιών για την ορθολογική εκμετάλλευση του έργου ως προς τη δημιουργία των μετώπων με βαθμίδες όχι σε ύψος ανώτερο των 15 μέτρων, έτσι ώστε να μην επέλθει πτώση λίθου από τόσο υψηλό μέτωπο 80 μ.

με μεγάλη επιτάχυνση. Επομένως ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο, ως έλλειψη νόμιμης βάσης προβάλλεται η διαφορά της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης από την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εάν, όπως στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, κρίνει ορθό το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, μπορεί να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, απορρίπτοντας την έφεση, (εφόσον δεν χειροτερεύει τη θέση του εκκαλούντος) και για την πληρότητα και την μη αντίφαση των αιτιολογιών λαμβάνονται υπόψη μόνο οι αιτιολογίες του Εφετείου, χωρίς να επηρεάζεται αυτή από τις ενδεχόμενες ατέλειες των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης που αντικαθίστανται (ΑΠ 1467/2005).

Στην ως άνω κρίση του το Εφετείο κατέληξε, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφασή του, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και από όλα τα προσκομιζόμενα και νομίμως επικαλούμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς.

Συνεπώς ο ίδιος δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τέλος οι στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως με την παραδοχή της ότι ο ογκόλιθος κατέπεσε από το μέτωπο του λατομείου, χωρίς το γεγονός αυτό να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ενώ οι αναιρεσείοντες πρόβαλλαν με σχετικό λόγο εφέσεως ότι ο ογκόλιθος κατέπεσε από το πρανές παρακείμενου του μετώπου του λατομείου λόφου, γεγονός που όχι μόνο να αποτραπεί δεν ήταν δυνατό, αλλά ούτε και να προβλεφθεί, είναι απαράδεκτες, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλεται στην πραγματικότητα η εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. (ΑΠ 817/2014, 773/2014).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση (ΑΠ 817/2014, 49/2013, 432/2013). Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί (ΑΠ 817/2014, 773/2014).

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ 432/2013).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο δεύτερος αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, για να καταλήξει στο πόρισμά της ότι αυτός (δεύτερος αναιρεσείων) είναι υπαίτιος του ατυχήματος και του συνεπεία αυτού θανάτου του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, ως εργοδότης του τελευταίου και να απορρίψει τον σχετικό λόγο εφέσεως περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, διότι δεν ήταν εργοδότης του αποβιώσαντος, παρέλειψε να λάβει υπόψη της όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τα εξής έγγραφα : 1) Την υπ’ αριθ. .../29.5.1998 άδεια λειτουργίας του λατομείου. 2) Την απόφαση της Περιφέρειας Ν.

Αιγαίου με την οποία εγκρίθηκε η λειτουργία του λατομείου. 3) Την υπ’ αριθ. 1493123 καρτέλα απασχόλησης προσωπικού του λατομείου. 4) Το από 4.11.2010 πιστοποιητικό του Εμπορικού Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου. 5) Την από 16/1/2009 ένορκη, προανακριτική κατάθεση του αστυφύλακα του Α.Τ. ... Δ. Ν.. 6) Την υπ’ αριθ. .../8.6.2006 απόφαση της Γεν.

Δ/νσης Λατομείων του Υπουργείου Ανάπτυξης που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση λειτουργίας του λατομείου. 7) Την από 16.1.2009 αναγγελία ατυχήματος της πρώτης αναιρεσείουσας στο Α.Τ. .... 8) Την από 16.1.2009 ένορκη κατάθεση που έδωσε στο Α.Τ. ... η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία καταμήνυσε ΜΟΝΟ την πρώτη αναιρεσείουσα ως εργοδότιδα του συζύγου της.

Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα προσκομιζόμενα και νομίμως επικαλούμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι στον ίδιο λόγο αναφερόμενες αιτιάσεις, κατά τις οποίες εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, ομολόγησε στην κατάθεσή του ενώπιον των Επιθεωρητών της Δ/νσης Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος, που πραγματοποίησαν αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος πως είναι υποκρυπτόμενος "εν τοις πράγμασι" επιχειρηματίας του λατομείου, ενώ στην πραγματικότητα αυτός δήλωσε στην κατάθεσή του αυτή ότι το λατομείο ανήκει στη μητέρα του, την οποία ο ίδιος εξυπηρετεί στη διεκπεραίωση διοικητικών υποθέσεων και κυρίως των τραπεζικών συναλλαγών, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αναφέρονται στη συναχθείσα από την αναφερόμενη κατάθεση του αναιρεσείοντος εξώδικη ομολογία, η κρίση όμως του δικαστηρίου της ουσίας για το αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (AΠ 1186/2012).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.6.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως ...4.6.2015, αίτηση των Γ. χήρας Κ. Φ. και Μ. Φ. του Κ. κατά των: α) L. (Λ.) χήρας Ο. (Ο.) S. (Σ.) β)Υ.- V. (Β.) θυγατέρας Ο. (Ο.) S. (Σ.), γ) P. (Π.), θυγατέρας Ο. (Ο.) S. (Σ.) και δ) F. (Φ.) C. (Τ.) του P. (Π.), περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 47/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ