Legislator Case Law & Legislation
333/2013 AI generated

333/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 333/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 918/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 383/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/2/2011 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

333/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. ... II. Την περίοδο από 02.01.01 και μέχρι δημοσιεύσεως της παρούσης 6.000 δρχ. κατ' έλεγχο για τους πραγματοποιηθέντες και βεβαιωθέντες από τα αρμόδια όργανα ελέγχου και μέχρι 12 ελέγχους κατά μήνα...4. Από της ισχύος της παρούσης καταργούνται οι παράγραφοι (α) και (β) της Κ.Υ.Α 2/56230/0022/1999. 5. Η απόφαση αυτή ισχύει από 01.06.00 ...".

Keywords

AI generated
supervisory powers and tasks external power of attorney lack of prosecutorial standing breach of mandate compliance with time-limits violation of jurisdiction rules
AI generated
777/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
336/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1166/2024
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 447/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2022 αίτησή της.
2078/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3103/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2006 αίτησή της.
540/2017
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του ν.δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 333 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. - Μ. του Λ., κατοίκου ..., έως και 33) Π. Λ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 918/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 383/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/2/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 27/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ουσιαστικά ταυτίζονται κατά περιεχόμενο, με τη διαφορά ότι η δεύτερη εφαρμόζεται επί αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και επί αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, ενώ η πρώτη έχει εφαρμογή επί αποφάσεων των υπόλοιπων Δικαστηρίων, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί μολονότι, κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από τις ανωτέρω διατάξεις, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ουσιαστικού), που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (Ολ.Α.Π. 8/2011, 7/2011, 28/1998).

Περαιτέρω, με το άρθρο 19 του Ν. 2639/1998 ''Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων-Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας'', όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με το άρθρ.13 παρ.7 Ν. 2736/1999 και η περ. α' της παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 18 N. 2874/2000, ορίζεται, ότι "1. Η Επιτροπή Διαχείρισης του Λογαριασμού για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση (Λ.Α.Ε.Κ.) μπορεί, για την υλοποίηση των σκοπών του, να συμβάλλεται με το Εθνικό Παρατηρητήριο Απασχόλησης ή με τα εκπαιδευτικά κέντρα των φορέων που συνυπογράφουν την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή με το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας. 2...3.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση της Επιτροπής Διαχείρισης του Λ.Α.Ε.Κ. εγκρινόμενη από το Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., μπορεί να καθορίζονται: α) Η διαδικασία, τα όργανα, οι κατηγορίες, ο αριθμός, οι υπάλληλοι του ΟΑΕΔ και η αποζημίωση τους για την διενέργεια ελέγχων που αφορούν την εκτέλεση προγραμμάτων κατάρτισης και απασχόλησης και την υποστήριξη αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".

Σε υλοποίηση της νομοθετικής αυτής εξουσιοδοτήσεως εκδόθηκε αρχικά η 2/56230/0022/ 1999 Κοινή Απόφαση των παραπάνω Υπουργών, στο πρώτο άρθρο της οποίας διαλαμβάνονται τα εξής: "α) Εγκρίνουμε τη διενέργεια ελέγχων από υπαλλήλους του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού ανεξαρτήτως της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν, εκτός ωραρίου εργασίας τους, κατά τις εργάσιμες ημέρες, τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, σε προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης ή συνδυασμού αυτών, που εκτελεί ο ΟΑΕΔ και ο Λογαριασμός για την Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση (ΜΕΚ) και μέχρι 12 κατ' ανώτατο όριο κατά μήνα για κάθε υπάλληλο, β) Καθορίζουμε το ύψος της αμοιβής για κάθε ανωτέρω έλεγχο σε 4.000 δρχ.

Η πραγματοποίηση των ελέγχων βεβαιώνεται εγγράφως από τους Προϊσταμένους των οικείων υπηρεσιών ... . Η ισχύς της απόφασης αρχίζει από 02.01.99..". Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 2/34255/022/2001 Κοινή Απόφαση των ίδιων Υπουργών, στο πρώτο άρθρο της οποίας ορίζεται ότι: "1.Ως προς τους ελέγχους που διενεργούνται από υπαλλήλους του ΟΑΕΔ, καθορίζουμε τη διαδικασία, τα όργανα, τις κατηγορίες και τον αριθμό των ελέγχων που διενεργούν οι υπάλληλοι του Οργανισμού, σε προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης ή συνδυασμού αυτών, τα οποία εκτελεί ο ΟΑΕΔ και ο Λογαριασμός για την Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση (Λ.Α.Ε.Κ.).

Η διενέργεια των ελέγχων πραγματοποιείται από τους τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους του ΟΑΕΔ των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ των κλάδων των υπηρεσιών του Οργανισμού. 2...3. Το ύψος της αμοιβής για καθένα από τους παραπάνω ελέγχους, ανεξάρτητα εάν είναι εντός ή εκτός ωραρίου εργασίας ή πραγματοποιούνται κατά τις εργάσιμες ή εξαιρέσιμες ημέρες καθορίζεται ως εξής:

Ι. ... II. Την περίοδο από 02.01.01 και μέχρι δημοσιεύσεως της παρούσης 6.000 δρχ. κατ' έλεγχο για τους πραγματοποιηθέντες και βεβαιωθέντες από τα αρμόδια όργανα ελέγχου και μέχρι 12 ελέγχους κατά μήνα...4. Από της ισχύος της παρούσης καταργούνται οι παράγραφοι (α) και (β) της Κ.Υ.Α 2/56230/0022/1999. 5. Η απόφαση αυτή ισχύει από 01.06.00 ...".

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι υπό την ισχύ της, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ.3 Ν. 2639/1998 εκδοθείσας και, ως εκ τούτου, επέχουσας ισχύ ουσιαστικού νόμου, ως άνω υπ' αριθ. 2/34255/0022/2001 Κ.Υ.Α., ήτοι από 1-6-2000 και εφεξής, δικαίωμα προς διενέργεια των προβλεπόμενων από εκείνες ελέγχων και λήψη της προβλεπόμενης γι' αυτούς αμοιβής, μετά βεβαίωση των αρμόδιων οργάνων για την πραγματοποίησή τους, είχαν μόνον οι υπάλληλοι (τακτικοί και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ του Ο.Α.Ε.Δ., ενώ εξαιρούνταν οι ανήκοντες στην κατηγορία ΥΕ υπάλληλοι του εν λόγω Οργανισμού, οι οποίοι υπό την ισχύ της προηγούμενης, με αριθ. 2/56230/0022/1999 Κ.Υ.Α., δεν αποκλείονταν από τους ελέγχους αυτούς.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας (γενικής αρχής της ισότητας) αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, με την οποία προβλέπεται το δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, ο οποίος επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση, κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους, που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Πρέπει, όμως, η εν λόγω παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο.

Διαφορετικά δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.-

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 4-2-2005 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ο.Α.Ε.Δ., με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανήκοντες στην κατηγορία ΥΕ και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-12-2003 οι 1η έως και 31η τούτων και από 1-1-2002 οι 32ος και 33η τούτων, έως 31-1-2005, πραγματοποίησαν εξωτερικούς ελέγχους σχετικά με τα εκτελούμενα από το εναγόμενο προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης, ζήτησαν να υποχρεωθεί το τελευταίο να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, τα αναφερόμενα σ' αυτήν για τον καθένα τους ποσά, ως αμοιβή για την παρασχεθείσα ως άνω ''ειδική'' εργασία τους, κυρίως μεν με βάση την εργασιακή τους σύμβαση σε συνδυασμό με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, δοθέντος ότι η αμοιβή αυτή χορηγήθηκε σε άλλους συναδέλφους τους, της ίδιας κατηγορίας με αυτούς, οι οποίοι επιτέλεσαν όμοιους ελέγχους κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, επικουρικά δε, σε περίπτωση που θεωρηθεί, ότι παρείχαν παράνομα την εργασία αυτή, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί εφέσεως του εναγομένου κατά της 918/2005 αποφάσεως του άνω Ειρηνοδικείου, που είχε δεχθεί την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν, σε σχέση με την ανωτέρω βάση της (από την εργασιακή σύμβαση), ως μη νόμιμη, με τις παραδοχές, ότι "οι ενάγοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχαν εκ του νόμου δικαίωμα προς διενέργεια των ως άνω ελέγχων, αφού αυτοί ανήκαν στην κατηγορία ΥΕ".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και της υπ' αριθ. 2/34255/0022/2001 Κ.Υ.Α. ούτε του άρθρου 93 παρ.4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς αυτό (Σύνταγμα), τις οποίες ορθά ερμήνευσε, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, από 1-6-2000 και εφεξής οι αναιρεσείοντες, ως υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου ανήκοντες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην κατηγορία ΥΕ, βάσει της ανωτέρω Κ.Υ.Α, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, δεν είχαν δικαίωμα προς διενέργεια των παραπάνω ελέγχων και λήψη της αντίστοιχης αμοιβής, ενώ τυχόν χορήγηση τέτοιου είδους παροχής σε άλλους συναδέλφους τους της ίδιας κατηγορίας δεν ήταν νόμιμη, οπότε δεν θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η, κατά τις αναφερόμενες στην αρχή της προηγούμενης παραγράφου διατάξεις (των άρθρων 559 αριθ. 1 και 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ.1 εδ. α' του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου και συνδέονται με αυτό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλην των 5ης, 9ου, 11ης, 12ου, 13ης, 14ης, 21ης, 26ης, 31ης και 32ης, οι οποίοι είναι έκτακτοι υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου....δεν αποδείχτηκε ότι, αν και παρανόμως, αφού δεν το προβλέπει ο νόμος, κατ' εντολή των προϊσταμένων τους οι ενάγοντες πραγματοποίησαν εξωτερικούς ελέγχους κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-02 έως 31-1-05.

Συνεπώς, ούτε κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις δικαιούνται οι ενάγοντες αμοιβή, εφόσον δεν πραγματοποίησαν αυτοί εξωτερικούς ελέγχους". Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που, κατά τα άνω, δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., την οποία ορθά δεν εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού δέχθηκε ανελέγκτως, ότι οι αναιρεσείοντες δεν πραγματοποίησαν εξωτερικούς ελέγχους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, οπότε, ενόψει της μη παροχής των επικαλούμενων υπηρεσιών τους, ουδείς πλουτισμός ή οποιαδήποτε ωφέλεια επήλθε στο αναιρεσίβλητο με δική τους ζημία και, συνακόλουθα, δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως ιδρύεται και επί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.

Για την πληρότητα, όμως, του από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται, ως αόριστος.

Η, κατά τα άνω, αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν είναι δυνατό να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (π.χ. στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος).- Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή της υπ' αριθ. 2/34255/0022/2001 Κ.Υ.Α., ως προς το μέρος που κατήργησε τις παραγράφους (α) και (β) της υπ' αριθ. 2/56230/18-8-1999 Κ.Υ.Α.

και απέκλεισε έτσι τους υπαλλήλους κατηγορίας ΥΕ από τη διενέργεια ελέγχων και κατά συνέπεια από το δικαίωμα διεκδίκησης της ανάλογης αμοιβής. Πλην όμως, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, για την πληρότητα του λόγου τούτου, ποια είναι τα παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της ελλείψεως αυτής, ο πιο πάνω λόγος να καθίσταται απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, ενώ κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2011 αίτηση των Σ. Μ.-Μ. κλπ, για αναίρεση της 383/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ