333/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 333 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2011
Legislator headnote
AI generated333/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 333 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2011
Full text
Απόφαση 333 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Καραγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Τζιομάκα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Δ. του Σ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) α) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, β) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά εναγομένη-παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασπασία Αποστόλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 1/12/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3250/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6834/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 14/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση
από 25.11.2010 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου Α. Κ., στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Α. Δ. έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως και ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου καθώς και κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη δικάσιμο. Επομένως ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί στο δικαστήριο τούτο προς συζήτηση της υποθέσεως. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ούτε έχει κατατεθεί δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς η συζήτηση της αναιρέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου
931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Λεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγεματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά
τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι
δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Ο βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων
τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε
χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία
αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929
(αξίωση διαφυγό ντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιου σιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο σας σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931
εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατ' άρθρο 932 χρηματική ικα-νοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. Ολ.ΑΠ 18/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα περιστατικά επί του αγωγικού κονδυλίου για επιδίκαση χρηματικού ποσού με βάση την ΑΚ 931: "Περαιτέρω, η ενάγουσα αξίωσε την καταβολή ποσού 200.000,00 ευρώ ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ για τις δυσμενείς μελλοντικές επιδράσεις της σωματικής της αναπηρίας ήτοι ανισοσκελίας τεσσάρων (4) εκατοστών και εύρος κλίσεως γόνατος 0-90 μοιρών και επί πλέον γιατί αντιμετωπίζει λειτουργικές διαταραχές με βράχυνση του δεξιού σκέλους με συνοδό δυσκαμψίας δεξιού γόνατος χρήζουσα για την πάθησή της μόνιμης υπηρεσίας ξηράς. Και συγκεκριμένως της μέχρι το χρόνο της αγωγής εξου-θένωσης της προσωπικά, συναισθηματικά, οικογενειακά, επαγγελματικά, κοινωνικά και οικονομικά. Όμως η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή της έννοια, η αναπηρία επιδρά στο οικονομικό μέλλον της παθούσας ενάγουσας που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, που συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας στο μέλλον της παθούσας. Η κατά το άρθρο 931 ΑΚ αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρεί έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για αποζημίωση (Ολ.ΑΠ 18/2008).
Εν προκειμένω οι εκ του ατυχήματος συνέπειες ουδόλως επέδρασαν στο οικονομικό μέλλον της ενάγουσας και ουδεμία περιουσιακή ζημία αυτή υπέστη. Το Πολεμικό Ναυτικό δεν την απομάκρυνε από τις τάξεις του αλλά τη διατήρησε στην Υπηρεσία και συνέχισε να τη μισθοδοτεί στηρίζοντάς την απόλυτα στη δοκιμασία και τον αγώνα της προς αποκατάσταση της σωματικής βλάβης που υπέστη. Το γεγονός, ότι αυτή τοποθετήθηκε σε υπηρεσία ξηράς για δύο έτη δεν συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις για το οικονομικό της μέλλον. Επομένως, εφόσον δεν είχαν διαμορφωθεί στο χρόνο της αγωγής πραγματικά γεγονότα που να επιδρούν δυσμενώς στο οικονομικό μέλλον της ενάγουσας η προβαλλόμενη εκ του άρθρου 931 ΑΚ αγωγική αξίωση είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα περιόρισε την έρευνα της σοβαρής αναπηρίας της ενάγουσας Θ.Μ. μόνο στο οικονομικό μέλλον για το οποίο δέχθηκε ότι εν όψει της ηλικίας της (33 ετών κατά το ατύχημα) και της θέσεως αυτής ως μονίμου υπαξιωματικού στο Πολεμικό Ναυτικό δεν υπέστη επί του παρόντος καμία μείωση της μισθοδοσίας της, χωρίς πάντως να διατυπώνεται καμία πρόβλεψη για το επαγγελματικό της μέλλον ενόψει της σοβαρής σωματικής της αναπηρίας ούτε περαιτέρω το Εφετείο επεκτείνει, όπως έπρεπε, την έρευνα και στους λοιπούς τομείς του μέλλοντος αυτής, ήτοι το οικογενειακό, το επαγγελματικό και κοινωνικό μέλλον αυτής. Επομένως κρίνεται βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε από την εισηγήτρια (ΚΠολΔ 562 παρ. 4).
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των αρθρ. 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι απέκλεισε την ευθύνη για το ένδικο ατύχημα και του οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Δ. απορρίπτοντας εν τέλει την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του Α. Δ. και της ασφαλιστικής εταιρίας παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας, των οποίων αμφοτέρων είχε γίνει επίκληση και προσαγωγή. Ο σχετικός όμως λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί από την απόφαση προκύπτει ότι για να καταλήξει το Εφετείο στον αποκλεισμό της ευθύνης για το ατύχημα του άνω οδηγού Σ.Δ. συνεξετίμησε τα παραπάνω έγγραφα με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στα έγγραφα αυτά. IV. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561, παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά για τη μη ευθύνη στο ατύχημα του οδηγού του υπ'αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του ιδιοκτησίας του Α. Δ. που οδηγείτο από τον υιό του Σ. Δ.: "Είναι, λοιπόν, η τελευταία (Α. Π.) αποκλειστικώς υπαίτια για το ένδικο ατύχημα, αφού δεν αποδείχθηκε, ότι οι οδηγοί των λοιπών εμπλακέντων στο ατύχημα αυτοκινήτων εκδήλωσαν αντικανονική οδηγική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα, ότι κινούνταν με την καθορισμένη για το σημείο εκείνο ταχύτητα και στο δεξιό του οδοστρώματος που ήταν προορισμένο για την πορεία τους. Στην ένορκη κατάθεση του Σ. Δ., που λήφθηκε στις 28-06-2004 [δηλαδή δύο ημέρες μετά το ένδικο ατύχημα] αναφέρεται, ότι, ενώ αυτός κινούνταν με κανονική ταχύτητα στο επίμαχο τόπο και χρόνο είδε σε απόσταση διακοσίων μέτρων, μπροστά του και αριστερά του, ένα σύννεφο σκόνης και στη συνέχεια ένα αυτοκίνητο να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα προς την κατεύθυνση της πορείας του και να συγκρούεται με το όχημα που προπορευόταν αυτού και να βγαίνει λάμψη και σκόνη και στη συνέχεια να έρχεται προς το μέρος του και να συγκρούεται με αυτόν χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. Οι αντιμαχόμενοι τις θέσεις των Α. Δ. [ιδιοκτήτη του τρίτου κατά σειρά αυτοκινήτου - ...] και της ασφαλιστικής του εταιρείας "Εγνατία α.α.ε" υπεστήριξαν, ότι το γεγονός, ότι ο Σ. Δ. από απόσταση 200 μέτρων αντιλήφθηκε το ατύχημα και δεν ανέκοψε τον καθιστά συνυπαίτιο για το ατύχημα. Παραβλέπεται όμως και παραγνωρίζεται, με συνέπεια να παρερμηνεύεται και να παρεξηγείται, ότι το σύννεφο σκόνης, που είδε ο Σ. Δ. εμπρός του και αριστερά, είναι το προκληθέν κατά τη έξοδο του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, που οδηγούνταν από την Α. Π., στο χωμάτινο έρεισμα, που υπήρχε στην πορεία αυτού και στη λωρίδα κυκλοφορίας του και το οποίο δεν σχετίζεται με τη σκόνηπου προκλήθηκε, κατά την ακολουθήσασα σύγκρουση του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με το ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της Θ. Μ., το οποίο προπορευόταν του οδηγούμενου από το Σ. Δ. αυτοκινήτου [...].
Συνεπώς, τα παραπάνω δεν διαδραματίζονται στη λωρίδα κυκλοφορίας του Σ. Δ. για να ενοχοποιείται ο τελευταίος για παράλειψη ανακοπής της πορείας του. Ανεξάρτητα προς όλα τα παραπάνω είναι γεγονός, ότι η απόσταση των 200 μέτρων εξαντλείται σε λιγότερα από έξι (6) δευτερόλεπτα και ο χρόνος αυτός μειώνεται στο μισό, όταν η σχετική απόσταση διατρέχεται και εκμηδενίζεται από αντιθέτως κινούμενα οχήματα.
Συνεπώς, η άποψη του Σ. Δ., ότι δεν υπήρξε περιθώριο αντίδρασης ανταποκρίνεται στα πράγματα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο αποκλείοντας την ευθύνη στο ένδικο ατύχημα του οδηγού του άλλου εμπλακέντος αυτοκινήτου, ήτοι του Σ. Δ. για το οποίο ατύχημα δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα μόνο της θανατωθείσας οδηγού Α. Π. διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως κρίνεται αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αποζημίωση από την 931 ΑΚ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας των στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6834/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ