333/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29 Νοεμβρίου 2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 710/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3208/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated333/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 333 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαργέτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29 Νοεμβρίου 2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 710/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3208/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 661/1984). Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:
α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.
ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβάλλοντος (Ολ. Α.Π. 2/2008). Η τιμή και η υπόληψη προστατεύονται και από τις διατάξεις των άρθρων 361-364 του Π.Κ., ενώ οι προβλεπόμενοι με τη διάταξη του άρθρου 367 (με εκείνη του άρθρου 20) του Π.Κ. λόγοι άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εξυβρίσεως και (απλής) δυσφημήσεως εφαρμόζονται, για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξεως, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, έγγαμη με τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο από το έτος 1993, κατά το έτος 2002 σύναψε ερωτικό δεσμό με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο-ενάγοντα και εξαιτίας τούτου δημιουργήθηκαν μεταξύ των σε διάσταση συζύγων προστριβές και επακολούθησαν δικαστικοί αγώνες. "Στις 18-10-2004 και στις 20-10-2004 ο εναγόμενος εμφανίσθηκε στην εκπομπή ποικίλης ύλης με τον τίτλο "...", που προβαλλόταν καθημερινά από τον τηλεοπτικό σταθμό πανελλήνιας εμβέλειας "..." από ώρα 13:45 μέχρι 16:15, και ισχυρίσθηκε στους συντελεστές της εκπομπής (παρουσιαστή Ζ, δημοσιογράφους της εκπομπής και λοιπά συμμετέχοντα πρόσωπα) και ενώπιον του τηλεοπτικού κοινού ότι ο ενάγων Ψ2, γιος βουλευτή της Ν.
Δημοκρατίας, μεσάνυχτα της Πρωτομαγιάς του 2003, οδηγώντας το βουλευτικό αυτοκίνητο του πατέρα του, επιχείρησε να τον χτυπήσει με αυτό έξω από την οικία του στην οδό ... στη .., με σκοπό να τον σκοτώσει και ότι στο σχέδιο αυτό συμμετείχε και η ενάγουσα εν διαστάσει σύζυγός του Ψ1, με την οποία ο νεαρός γιός του βουλευτή διατηρούσε ερωτική σχέση.
Ειδικότερα οι σημαντικότεροι διάλογοι, όπως απομαγνητοφωνήθηκαν και δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο έχουν ως εξής: "Ζ: Λοιπόν για να δούμε τώρα και να ξετυλίξουμε μαζί μία απίστευτη ιστορία, που πραγματικά έρχεται πάλι στο φως της δημοσιότητας, ίσως γιατί προκύπτουν νέα στοιχεία από τον άνθρωπο, ο οποίος καταγγέλλει απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, ίσως γιατί μέσα σε όλα αυτά εμπλέκεται το όνομα του γιου ενός πρώην βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας ...
δεν είναι τυχαίος γιατρός, είναι ένας γιατρός, ο οποίος είναι πολύ γνωστός σε όλους μας - του ορθοπεδικού κ. Χ. Ο γιατρός καταθέτει ενόρκως ότι ο άνθρωπος, που προσπάθησε να τον σκοτώσει ήταν γιος γνωστού πολιτικού και μάλιστα χρησιμοποίησε το βουλευτικό αυτοκίνητο του πατέρα του. Χ: Προσπαθούσαν να βρουν κάποιο σχέδιο έτσι ...
το πώς εγώ αυτή τη στιγμή θα βγω εκτός πλάνου. Ζ: Ο διευθυντής της ορθοπεδικής κλινικής του "..." και αθλητίατρος του ... καταγγέλλει επώνυμα στην κάμερα της εκπομπής ότι ο άνθρωπος που αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει πριν από περίπου ένα χρόνο έξω από το σπίτι του στην ..., δεν είναι άλλος από τον γιο πασίγνωστου πολιτικού, που προσπάθησε να τον πατήσει με το πολυτελές όχημα, που παρέχει η Βουλή στον πατέρα του.
Χ: Ήξερα το αυτοκίνητο, το οποίο ο εραστής, αυτό το ήξερα, διότι ερχόταν και περιφερόταν εδώ. Ήξερα λοιπόν ότι ήταν ένα smart, δεν ήταν όμως με αυτό, άρα λοιπόν εγώ δεν ήξερα ποιος είναι. Δεν ξέρω ποιος είναι ο λόγος ο οποίος έχεις τη δυνατότητα να πάρεις ένα κρατικό αυτοκίνητο, να στηθείς έξω από ένα δρόμο που είναι αδιέξοδο, να περιμένεις πότε θα βγει ο άλλος για να ορμήξεις επάνω του.
Αυτό το ξέρει καλύτερα ο εν λόγω κύριος και η εν λόγω κυρία, οι οποίο στήσανε όλο αυτό το σχέδιο τότε" και σε άλλο σημείο ο ίδιος αναφέρει "... το οποίο (αυτοκίνητο) το πήρε ο γιος του και ήρθε ακριβώς έξω από το σπίτι για να κάνει αυτό, το οποίο είχε σχεδιάσει μαζί με την κυρία Ψ1, ονομαστικά τα λέω αυτά τα πράγματα που κάνουνε".
Ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα περί απόπειρας δολοφονίας του εκ μέρους του ενάγοντα και μάλιστα με τη συμμετοχή της ενάγουσας συζύγου του ήταν ψευδή. Ειδικότερα, αυτός πράγματι για το ανωτέρω περιστατικό είχε καταμηνύσει στις 2-5-2003 και ώρα 00.40 τον ενάγοντα όχι όμως για απόπειρα ανθρωποκτονίας, όπως ισχυρίσθηκε στην εκπομπή αλλά μόνο για απειλή, αναφέροντας στη σχετική έγκλησή του ότι η ενέργεια του ενάγοντα είχε ως σκοπό να βλάψει τη σωματική και ψυχική ακεραιότητά του (βλ.
την από 2-5-2003 έκθεση προφορικής μήνυσης που υποβλήθηκε από αυτόν αμέσως μετά το συμβάν). Γνώριζε δε ο εναγόμενος ότι γι' αυτό το αδίκημα και μόνο είχε ασκηθεί από 2-10-2003 ποινική δίωξη κατά του ενάγοντα (η υπόθεση τελικά τέθηκε στο αρχείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1,3 Ν.3346/2005). Στην ίδια δε έκθεση προφορικής μηνύσεως ο εναγόμενος δεν έκανε καμμία αναφορά σε συμμετοχή της ενάγουσας στην καταγγελλόμενη πράξη, και απλώς ανέφερε ότι ο μηνυόμενος "εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, διατηρεί σχέσεις συνεργασίας και όχι μόνο με τη σύζυγό του Ψ1".
Ούτε ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας του εναγόμενου ..., που προτάθηκε ως αυτόπτης μάρτυρας με την ανωτέρω υποβληθείσα προφορική μήνυση, επιβεβαίωσε ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να σκοτώσει τον εναγόμενο. Εξάλλου, εάν πράγματι ο εναγόμενος θεωρούσε ότι επρόκειτο για απόπειρα ανθρωποκτονίας, θα μπορούσε να επιμείνει ενώπιον των αρμόδιων εισαγγελικών και δικαστικών αρχών με συμπληρωματική μήνυση και νέα αποδεικτικά στοιχεία για απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του από τον ενάγοντα, καταμηνύοντας για συμμετοχή σε αυτήν και την πρώην σύζυγό του.
Ο εναγόμενος λοιπόν διέδωσε τα παραπάνω εν γνώσει ότι είναι ψευδή και ότι είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, όπως και πράγματι συνέβη, και ακριβώς με αυτό το σκοπό λειτούργησε. Όσα όμως αναφέρονται σε σχέση με προσπάθεια των εναγόντων να πείσουν την ... να βεβαιώσει ότι εκείνο το βράδυ ήταν αλλού το αυτοκίνητο του πατέρα του ενάγοντα, αναφέρθηκαν από αυτή την ίδια, η οποία παρενέβη τηλεφωνικά στην εκπομπή, ενώ ο εναγόμενος απλώς ανέφερε ότι αυτά τα ισχυρίζεται η προαναφερόμενη μάρτυς.
Περαιτέρω, στις ίδιες εκπομπές ο εναγόμενος, επιδεικνύοντας καταφρόνηση προς το πρόσωπο των εναγόντων, ισχυρίσθηκε, ότι τη Ψ1 απομυζά οικονομικά εκμεταλλευόμενος τη διαφορά της ηλικίας τους με την ερωτική τους σχέση, ότι ο τελευταίος το ίδιο είχε κάνει και στο παρελθόν εκδίδοντας ακάλυπτες επιταγές προς διάφορες κυρίες πριν από την τελευταία του σχέση, οι οποίες τον απειλούν δικαστικά για να πάρουν τα λεφτά, εμφανίζοντας έτσι αυτόν ως τυχοδιώκτη, ο οποίος δέχεται οικονομικά οφέλη από μεγαλύτερες γυναίκες, με τις οποίες συνάπτει ερωτικές σχέσεις και ότι αυτός είχε πάρει παράνομα δύο αναβολές από το στρατό, χωρίς να διαθέτει τις σχετικές προϋποθέσεις, εκμεταλλευόμενος τις κοινωνικές και επαγγελματικές του γνωριμίες. ("Χ:
κάποια λεφτά, τα οποία είχα δώσει εγώ για να βγει για τον προεκλογικό της αγώνα, τα παρέλαβε και τα κατίσχυε ο κύριος αυτός με τον οποίο είχε δεσμό ... μιλάμε για αρκετά μεγάλο ποσό, όταν ο ίδιος, ο σύντροφος, εάν το θέλετε, έτσι, της κυρίας, επειδή είχε πάρει δύο αναβολές μαϊμού ... με λεφτά πάλι τα οποία λαμβάνει από την ...
από την σύντροφό του, να το πω έτσι" και σε άλλο σημείο "Λοιπόν η κυρία ... αρκετά χρόνια μεγαλύτερή του ... έχει υποσχεθεί ορισμένα πράγματα και τα οποία πρέπει να εκτελέσει... Επιταγές ακάλυπτες που είχε δώσει σε διάφορες κυρίες πριν την τελευταία του σχέση και οι οποίες αυτή τη στιγμή διαμαρτύρονται και τον απειλούν δικαστικά για να πάρουν τα λεφτά.
Συν τις υποσχέσεις που έχει δώσει η κυρία για ζωή ... για διάφορες ανέσεις". Τα παραπάνω τα διέδωσε ο εναγόμενος εν γνώσει του ότι είναι ψευδή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων και ακριβώς σε αυτό απέβλεπε. Το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε το όνομα του ενάγοντα δεν αναιρεί τα παραπάνω, αφού, πέραν του γεγονότος ότι ο εναγόμενος τον είχε κατονομάσει ενώπιον των συντελεστών της εκπομπής, το τηλεοπτικό κοινό μπορούσε να προσδιορίσει ευχερώς την ταυτότητα του ενάγοντος από τα στοιχεία που ο εναγόμενος έδωσε γι' αυτόν, προσδιορίζοντάς τον επαρκώς ως γιο πρώην βουλευτή στην περιοχή της ...
και νυν Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, που είχε σχέση με την περιοχή της ..., δεδομένου ότι ο πατέρας του ενάγοντος ..., είναι ένας από τους τρεις μόνο πρώην βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι κατά τον Οκτώβριο 2004 ασκούσαν καθήκοντα γενικού γραμματέα υπουργείου και ο μόνος, ο οποίος είχε σχέση με την ..., ως πρώην βουλευτής ....
Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν εξέθεσαν οι ίδιοι δημοσίως την ιδιωτική τους ζωή ούτε λόγω της σύναψης ερωτικής σχέσης μπορεί να θεωρηθεί ότι συνέβαλαν οι ίδιοι στην προσβολή τους, όπως μάλιστα αυτή συντελέσθηκε με όσα ανέφερε ο εναγόμενος στις εκπομπές και για απόπειρα ανθρωποκτονίας, αναβολές μαϊμού κ.τ.λ.
Επίσης δεν μπορεί, λόγω της ιδιότητας του εναγομένου ως πρώην ιατρού της ομάδος του ... και παλαιού πρωταθλητή και της ενάγουσας ως δημοτικού συμβούλου του Δήμου ..., να δικαιολογηθεί και να χαρακτηρισθεί "υγιές" οποιοδήποτε ενδιαφέρον του τηλεοπτικού κοινού για την προσωπική τους ζωή και σχέση. Και ούτε βεβαίως δικαιολογείται ο εναγόμενος να κρίνει εάν θα επανέλθει ή όχι θέμα της ιδιωτικής ζωής των άλλων στη δημοσιότητα.
Η κατά το άρθρο 367 Π.Κ. ένσταση του εναγομένου, είναι απορριπτέα, αφού όπως προαναφέρθηκε, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για συκοφαντική δυσφήμιση, ο δε εναγόμενος απέβλεπε στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων, και συνεπώς η διάταξη της παρ.1 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται (367 παρ. 2α Π.Κ.).
Επίσης, ο εναγόμενος επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επικαλούμενος ότι τα γεγονότα που αναφέρθηκαν στις δύο επόμενες τηλεοπτικές εκπομπές είχαν ήδη καταστεί άνευ υπαιτιότητός του γνωστά σε ευρύτατο κοινωνικό κύκλο, αφού είχαν προηγηθεί δύο δίκες με δημόσιες συνεδριάσεις, με την παρουσία και δημοσιογράφων που κυκλοφορούσαν εντός των χώρων του Πρωτοδικείου Αθηνών και η έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων καθώς και προγενέστερα δημοσιεύματα, ομοίου περιεχομένου με τις επίμαχες εκπομπές, σε εφημερίδες στις 02-03-2003, 09-03-2003, 16-03-2003, 30-03-2003, 01-04-2003, 06-04-2003, 04-05-2003 και 04-01-2004, κατά των οποίων δεν αντέδρασαν νομικώς οι εναγόμενοι, ενώ είχαν παρέλθει δύο έτη και έτσι του είχαν δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι αυτοί είχαν αδιαφορήσει ή μετανοήσει για τα σφάλματά τους, επιπλέον δε η άσκηση των αξιώσεών τους μόνο εναντίον του, μετά την παραίτησή τους από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον τηλεοπτικό σταθμό και τον παρουσιαστή της εκπομπής, καταδεικνύει την επιδίωξή τους να αποσπάσουν ό,τι μπορούν από την περιουσία του και όχι την αποκατάσταση της τιμής και της υπόληψής τους.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου είναι απορριπτέος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά, ακόμα και αν υποτεθούν αληθή, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αγωγής κατά το άρθρο 281 ΑΚ, αφού η γνώση των όσων αναφέρονται παραπάνω από τη μερίδα του κοινού δεν δικαιολογεί και την περαιτέρω διάδοση αυτών σε ευρύτερο κοινό και συνεπώς δεν καθιστά καταχρηστική την σχετική αξίωση των εναγόντων, ούτε βεβαίως η παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον τηλεοπτικό σταθμό και τον παρουσιαστή της εκπομπής καθιστά καταχρηστική την εναντίον του μόνο αγωγή".
Στη συνέχεια το Εφετείο, έκρινε ότι για την από πρόθεση προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων με όσα ο αναιρεσείων έναντι τρίτων ισχυρίσθηκε και διέδωσε εν γνώσει της αναληθείας τους, ορθώς επιδικάσθηκε πρωτοδίκως το ποσό των 25.000 ευρώ και απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις και την αντέφεση. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932, 346 Α.Κ., 363 Π.Κ.
που εφήρμοσε και εκείνες των άρθρων 367 παρ. 1 του Π.Κ. και 281 ΑΚ, για τις οπίες έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα στο αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, αναφέρονται: α) Τα από ιδία αντίληψη και πληροφόρηση τρίτων αναληθή περιστατικά τα οποία, εν γνώσει της αναληθείας τους, ισχυρίσθηκε και διέδωσε ο αναιρεσείων και αφορούσαν όχι μόνον το συγκεκριμένο περιστατικό της σε βάρος του απειλής σωματικών βλαβών με το οδηγούμενο αυτοκίνητο από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, στον οποίο ο αναιρεσείων απέδωσε όψιμα μεγεθυνμένη επικινδυνότητα (απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του), και επίσης συμμετοχή της ενάγουσας σε εναντίον του απόπειρα ανθρωποκτονίας, αλλά και στον καθαρώς ιδιωτικό βίο των αναιρεσιβλήτων, αποδίδοντας στον δεύτερο από αυτούς συνήθεια οικονομικής εκμετάλλευσης των γυναικών με τις οποίες συνδεόταν αισθηματικά και ήταν μεγαλύτερης από αυτόν ηλικίας, όπως η πρώτη αναιρεσίβλητη, και στην τελευταία υποταγή της σ' αυτή τη συνήθεια εκείνου.
β) Ότι τα περιστατικά αυτά ήταν αντικειμενικώς ικανά να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων, αφού είχαν δυνατότητα πρόσληψης οπτικής και ακουστικής παραστάσεως γι' αυτά, δια μέσου της αναμεταδιδόμενης τηλεοπτικής εκπομπής, μεγάλος αριθμός πολιτών. γ) Ότι η σε προηγούμενο χρόνο προβολή επανειλημμένως των ίδιων ισχυρισμών και διαδόσεων και η αδράνεια των αναιρεσιβλήτων στο παρελθόν, εφόσον πρόκειται για συκοφαντία, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, διότι η ανοχή στην επαναλαμβανόμενη προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβαίνουσα προφανώς τα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, από το λόγο και μόνον ότι μεταξύ της τελευταίας προσβολής και των προηγούμενων παρήλθε διετία και έγινε παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα έναντι άλλων συμμετόχων στην τελευταία προσβολή αυτού.
δ) Η μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ., για την άρση του αδίκου της χαρακτηριζόμενης ως άνω συκοφαντικής δυσφημήσεως και συνεκδοχικά το αλυσιτελές των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι ενήργησε προς διαφύλαξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, είναι αβάσιμοι.
Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.4 και 578 του Κ.Πολ.Δ., στο αναιρετήριο να αναφέρονται:
α) ποιά ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών (Α.Π. 196/1995, 714/1993, 1881/1987). Με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, τους νόμιμα και παραδεκτά επικουρικώς προταθέντες ισχυρισμούς του που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως και ασκούσαν κατ' αυτόν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι την προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων τέλεσε "υπό κατάσταση αμύνης, άλλως κατάσταση ανάγκης, και άλλως συγκρούσεως καθηκόντων που αίρουν ή αποκλείουν τον παράνομο χαρακτήρα της πράξεως του, άλλως καθ' υπέρβαση αυτών συγγνωστήν, διότι ενήργησε με τον τρόπο αυτό εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που αποδεδειγμένα προκάλεσε η επίθεση".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα περιστατικά που θεμελίωναν τους συνιστώντες κατ' αυτόν πράγματα συγκεκριμένους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, και ότι προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης, είναι αόριστος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577, 578 και 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το δικαστήριο της ουσίας, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο του εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο από το άρθρο 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2-5-2003 μηνύσεώς του στο Αστ. Τμήμα ... κατά του Ψ2 για απόπειρα ανθρωποκτονίας και απέδωσε σ' αυτό διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο αυτού καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3208/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ