333/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2006 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/9/2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated333/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, η οποία εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.
Full text
Απόφαση 333 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 333/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγγελάκο.
Του αναιρεσίβλητου: .........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2006 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/9/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 20/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, η οποία εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.
Τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν η επικαλούμενη ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν τούτο διατυπώνεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία γίνεται δεκτό ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εργάζονταν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο εστιατόριο του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, οκτώ ώρες ημερησίως, ήτοι από 18.00 μέχρι 2.00 και ότι δεν αποδεικνύεται υπερωριακή απασχόλησή τους, ειδικότερα δε εργασία αυτών κατά τις μεσημβρινές ώρες για την προετοιμασία λειτουργίας του καταστήματος, το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με τον περί υπερωριακής απασχολήσεως των εναγόντων αγωγικό ισχυρισμό και κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ως προς το εν λόγω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία διότι, τόσο ο Γ1 όσο και η Χ1, στους οποίους στηρίζεται η πιο πάνω απόφαση, υποστηρίζουν με την αγωγή του ο πρώτος εναντίον του αυτού εναγομένου και με την κατάθεσή της η δεύτερη κατά την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής, ότι οι σερβιτόροι που εργάζονταν στο πιο πάνω εστιατόριο, απασχολούνταν και κατά τις μεσημβρινές ώρες για την προετοιμασία του καταστήματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, επιπλέον δε γιατί με το πρόσχημα της επικλήσεως αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη από το δικαστήριο στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά χωριστά.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στον πρώτο βαθμό καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναιρέσεως έγγραφα και ειδικότερα :
α) Τις υπ' αριθμ. ....., ..... και ..... καταστάσεις απασχολουμένων επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου, που υποβλήθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας Σύρου και β) το υπ' αριθμ. ..... από Μαρτίου 2006 έγγραφο του Α.Τ. Μυκόνου, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Γ1. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα αυτά, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.
Δεν απαιτείται όμως να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά και με το κεφάλαιο της αγωγής που αναφέρεται στην υπερωριακή απασχόληση των αναιρεσειόντων, "από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις νομίμως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις και τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα".
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία, επιτρέπεται αναίρεση (και) "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη", προκύπτει ότι, η θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, προϋποθέτει "επιδίκαση" από το δικαστήριο, δηλαδή απόφαση αυτού σε αίτημα έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.. αιτίαση, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, δέχτηκε ότι αυτοί εργάζονταν στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου ως σερβιτόροι επί οκτώ ώρες ημερησίως ήτοι από 18.00 έως 2.00 και όχι από 14.00 έως 18.00 και από 22.00 έως 2.00, όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και έτσι χωρίς έφεση του εφεσιβλήτου, εξέδωσε απόφαση επιβλαβέστερη για τους εκκαλούντες, αφού δεν δέχτηκε εργασία αυτών κατά τις μεσημβρινές ώρες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον εδώ δεν πρόκειται για επιδίκαση κάποιου αιτήματος που δεν ζητήθηκε, όπως υποστηρίζεται με τον λόγο αυτόν, αλλά για απορριπτική αγωγικού αιτήματος κρίση με αιτιολογία διαφορετική από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 του α.ν. 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983, σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο ή λήξεως της εποχιακής απασχολήσεως προτού συμπληρωθεί δωδεκάμηνο στη σχέση εργασίας, οι μισθωτοί δικαιούνται από τον εργοδότη τους δύο (2) ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχολήσεώς τους, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλόμενη σ' αυτούς αποζημίωση για άλλο λόγο.
Για απασχόληση μικρότερη από ένα μήνα καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ β' του ιδίου α.ν., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, ο εργοδότης που αρνείται τη χορήγηση σε μισθωτό αυτού της νομίμου ετήσιας αδείας του, υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, αυξημένες κατά 100%.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι εποχιακώς απασχολούμενοι μισθωτοί, εφόσον η σχέση εργασίας τους λήξει πριν από τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως ή δεκάμηνης, μετά την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 (πράξη καταθ. Υπ.Εργ. 19/29-4-2002), δε δικαιούνται αυτούσιας αδείας με αποδοχές, παρά μόνο δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχολήσεως.
Εξ αυτού δε παρέπεται, ότι στην εν λόγω περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του α.ν. 536/1945, αφού αυτή προϋποθέτει υποχρέωση του εργοδότη για χορήγηση αυτούσιας άδειας στο μισθωτό. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του εν λόγω δικαστηρίου, είχαν προσληφθεί ως σερβιτόροι και βοηθοί σερβιτόρου στην εποχιακώς λειτουργούσα στη Μύκονο επιχείρηση- εστιατόριο του αναιρεσιβλήτου και απασχολήθηκαν σ' αυτήν κατά τη θερινή περίοδο του έτους 2003, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια, ο τέταρτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η κύρια αιτιολογία του Εφετείου με την οποία κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το πιο πάνω αίτημα της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η (επάλληλη) αιτιολογία με την οποία απορρίπτεται ως μη νόμιμο το εν λόγω αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 134/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ