Legislator Case Law & Legislation
333/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against indictment for continued embezzlement of high-value entrusted assets.

Case Number 333/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to remand him for trial on charges of continued embezzlement. The appellant argued that funds were returned to his company, but the court found the indictment's detailed reasoning regarding the facts and legal application sufficient. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484, 485, 583 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a remittal decision is inadmissible if the indictment contains specific and comprehensive reasoning on the facts and legal basis without logical gaps.

Keywords

AI generated
continued embezzlement high-value assets entrusted property appeal against remittal Code of Criminal Procedure indictment reasoning legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 484, paragraph 1, items b and d of the Code of Criminal Procedure
Article 485, paragraph 1 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 583, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 26, paragraph 1 of the Penal Code
Article 27, paragraph 1 of the Penal Code
Article 98 of the Penal Code
Article 375, paragraph 1 and 2 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 333 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Α. του Ε., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 131/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Π. του Ι., κάτοικο ...

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2005• αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Τσίμα με αριθμό 478/26.10.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 40/4-4-2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Μ.

Α. του Ε., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 131/24-2-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 3804/16-9-2004 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ως άνω Μ. Α. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την τέλεση του αξιοποίνου αδικήματος της κατ'εξακολούθηση υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και δη αξίας άνω των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ) από υπαίτιο στον οποίο το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρα 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 και 375 παρ.1 και 2 Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 375 Π.Κ.

αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.3β'του Ν. 2721/1991), το οποίο εφέρετο ότι είχε τελέσει αυτός, κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1999 μέχρι 1-3-2000 και κατά το χρονικό διάστημα από 6-11-2000 μέχρι 31-12-2000, στην Αθήνα και σε βάρος του Α. Π. του Ι., κατοίκου .... Ειδικότερα, με το ανωτέρω βούλευμα, παρεπέμφθη αυτός για το ότι, στην Αθήνα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παρανόμως ιδιοποιήθηκε ξένα στο σύνολό τους κινητά πράγματα (χρήματα) ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή του και τα οποία του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και, συγκεκριμένως, για το ότι:

Α') κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1999 μέχρι 1-3-2000, ενώ ο εγκαλών Α. Π. κατέβαλε σ'αυτόν τμηματικώς το συνολικό ποσό των 475.915.104 δραχμών (1.396.669,42 ευρώ) με την εντολή να αγοράσει στο όνομά του και για λογαριασμό του (εγκαλούντος) μετοχές της εταιρείας "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΚΟΡ-ΦΙΛ", ίσης αξίας με το καταβληθέν ποσό, που κατετέθη με μετρητά ή επιταγές στους υπ'αριθμ. ...

και ... λογαριασμούς που τηρούσε, αντιστοίχως, στις τράπεζες Πίστεως και ΕΤΕ, αυτός δεν προέβη στην αγορά των ανωτέρω μετοχών, ούτε απέδωσε το χρηματικό αυτό ποσό στον Α. Π., παρά τις περί τούτου οχλήσεις αυτού, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, το δε ποσό της υπεξαιρέσεως αυτής, που ήταν ιδιαιτέρως μεγάλο, υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) και Β') κατά το χρονικό διάστημα από 6-11-2000 μέχρι 31-12-2000, ενώ ο εγκαλών Α.

Π. κατέβαλε σ'αυτόν τμηματικώς το συνολικό ποσό των 803.163.146 δραχμών (2.357.045,18 ευρώ), στα πλαίσια αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", στην οποία αμφότεροι ήταν μέτοχοι, για να αγοράσει μετοχές της εταιρείας αυτής, μολονότι η απόφαση για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής δεν υλοποιήθηκε και, συνεπώς, όφειλε αυτός να αποδώσει το προαναφερθέν ποσό στον Α.

Π., ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, δεν το απέδωσε, παρά τις περί τούτου οχλήσεις του Α. Π., αλλά το απέσυρε από το ταμείο της εταιρείας και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, το δε ποσό της υπεξαιρέσεως αυτής, που ήταν ιδιαιτέρως μεγάλο, υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, ο ανωτέρω κατηγορούμενος Μ.

Α. άσκησε έφεση και, κατόπιν τούτου, εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 131/24-2-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη στην ουσία της η έφεση αυτού και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος (υπ'αριθμ. 131/2005), στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων Μ. Α. με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 παρ.1 και 474 παρ.1 Κ.Π.Δ.), αφού ασκήθηκε την 4-4-2005, ημέρα Δευτέρα, με δήλωση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί σ'αυτόν την 24-3-2005, από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο (άρθρα 463 και 482 παρ.1 περ.

α'Κ.Π.Δ.) και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ.1 περ. β'και δ'Κ.Π.Δ.).

Συνεπώς, είναι αυτή τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.

Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 Π.Κ., για την κατά νόμο θεμελίωση του αξιοποίνου αδικήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται η παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, το οποίο έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως η έννοια της κυριότητας διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα.

Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος υπάρχει όταν ο δράστης ενσωματώνει αυτό στην περιουσία του αυθαίρετα, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του κυρίου ή άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του υπαιτίου ότι το κινητό πράγμα είναι ξένο και τη θέληση αυτού να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία θέληση και εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του πράγματος στον ιδιοκτήτη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 375 Π.Κ., για τη συγκρότηση της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως, προσαπαιτείται, πέραν των προαναφερθέντων στοιχείων, το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, προσδιορισμός που αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας ή το δικαστικό συμβούλιο με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 1685/1998 ΠΧΜΘ'σελ. 941) και, επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ιδιότητες, μεταξύ των οποίων και αυτές του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΑΠ 300/2001 ΠΧΝΑ'σελ. 975).Για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, την οποία εξουσία αντλεί από το νόμο ή από σύμβαση (ΑΠ 975/2000 ΠΧΝΑ'σελ. 221).

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 131/24-2-2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Μ. Α. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την τέλεση του προαναφερθέντος αδικήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος.

Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει ειδικώς στο προσβαλλόμενο βούλευμά του και, συγκεκριμένως, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

ο εγκαλών Α. Π. και ο κατηγορούμενος Μ. Α., από πολλών ετών είχαν αναπτύξει μεταξύ τους στενές προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, μάλιστα δε ο πρώτος εξ αυτών υπήρξε συγχρόνως και συνεργάτης του δευτέρου στις επιχειρήσεις του δευτέρου γνωστές ως "ΟΜΙΛΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Μ. Α." και κατείχε για αρκετό χρονικό διάστημα τη θέση του γενικού διευθυντή των εταιρειών του Ομίλου.

Κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1999 μέχρι 1-3-2000, ο Α. Π. κατέβαλε τμηματικώς στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 475.915.104 δραχμών (1.396.669,42 ευρώ), με σκοπό ο τελευταίος να του αγοράσει, στο όνομά του και για λογαριασμό του (Α. Π.), μετοχές της εταιρείας "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΚΟΡ-ΦΙΛ", ίσης αξίας με το καταβληθέν ποσό.

Οι καταβολές αυτές έγιναν με κατάθεση επιταγών ή μετρητών σε τηρούμενους στο όνομα του κατηγορουμένου τραπεζικούς λογαριασμούς και, συγκεκριμένως: 1) την 10-9-1999 εξέδωσε σε διαταγή του την υπ'αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 25.000.000 δραχμών, την οποία αυθημερόν μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση και παράδοση στον κατηγορούμενο, 2) την 30-9-1999 εξέδωσε σε διαταγή του κατηγορουμένου την υπ'αριθμ. ...

επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 49.000.000 δραχμών, 3) την 3-11-1999 κατέθεσε το ποσό των 120.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Ε.Τ.Ε. με αριθμό ..., 4) την 15-12-1999 κατέθεσε το ποσό των 170.915.104 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ..., 5) την 14-1-2000 κατέθεσε το ποσό των 24.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ..., 6) την 14-1-2000 κατέθεσε το ποσό των 23.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ..., 7) την 18-1-2000 κατέθεσε το ποσό των 9.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ..., 8) την 31-1-2000 κατέθεσε το ποσό των 15.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ...

και 9) την 1-3-2000 κατέθεσε το ποσό των 40.000.000 δραχμών στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό .... Το σύνολο των ανωτέρω καταβολών, ο μεν Α. Π. υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος το ιδιοποιήθηκε παρανόμως και δεν το διέθεσε για την αγορά μετοχών, όπως δυνάμει της προαναφερθείσης εντολής όφειλε να πράξει, ούτε του το επέστρεψε ποτέ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τούτο, ο δε κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, απολογούμενος, ότι αγόρασε με αυτό μετοχές επ'ονόματι και για λογαριασμό του εντολέως του Α.

Π., χωρίς, όμως, να επικαλείται και να προσκομίζει τα σχετικά με την αγορά των μετοχών αποδεικτικά στοιχεία, αν και, όπως επισημαίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με μεγάλη ευχέρεια θα μπορούσε να το πράξει, στην περίπτωση κατά την οποία ο ισχυρισμός του αυτός ήταν αληθινός. Πέραν αυτού, την 1-11-2000, κατά την έκτακτη καθολική καταστατική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", στην οποία μέτοχοι ήταν και ο Α.

Π. και ο κατηγορούμενος, ο δεύτερος μάλιστα ήταν και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, αποφασίσθηκε η αύξηση του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά 3.000.000.000 δραχμές, με την έκδοση 3.000.000 νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών η κάθε μία. Για την καταβολή του κεφαλαίου της αυξήσεως, ορίσθηκε ότι έπρεπε να καταβληθεί αυτό σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας και, συγκεκριμένως, στον υπ'αριθμ. ...

λογαριασμό όψεως της ΕΤΕ και στον υπ'αριθμ. ... λογαριασμό όψεως της Τράπεζας Πειραιώς. Για την περίπτωση αυτή, ο Α. Π. κατέθεσε τμηματικώς διάφορα χρηματικά ποσά στην ανωτέρω εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος (πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου) ήταν ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 6-11-2000 μέχρι 31-12-2000, συνολικού ύψους 803.163.146 δραχμών (2.357.045,18 ευρώ), στα πλαίσια της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου αυτής.

Ειδικότερα: 1) την 6-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 30.000.000 δραχμών, 2) την 7-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 25.000.000 δραχμών, 3) την 10-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 37.700.000 δραχμών με δύο χωριστές πράξεις καταθέσεως (20.000.000 δρχ. και 17.700.000 δρχ., αντιστοίχως), 4) την 14-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 18.000.000 δραχμών, 5) την 15-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 6) την 17-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 45.000.000 δραχμών, 7) την 21-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 8) την 24-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 23.000.000 δραχμών, 9) την 29-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 10) την 30-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 199.096.257 δραχμών με τρεις χωριστές πράξεις καταθέσεως (6.000.000 δρχ., 53.000.000 δρχ.

και 140.096.257 δρχ., αντιστοίχως), 11) την 1-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 12) την 6-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 13) την 8-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 39.745.879 δραχμών με δύο χωριστές πράξεις καταθέσεως (28.000.000 δρχ. και 11.745.879 δρχ., αντιστοίχως), 14) την 11-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 12.000.000 δραχμών, 15) την 12-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 16.000.000 δραχμών, 16) την 13-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 10.000.000 δραχμών, 17) την 19-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 69.530.000 δραχμών με τρεις χωριστές πράξεις καταθέσεως (29.530.000 δρχ., 18.000.000 δρχ.

και 22.000.000 δρχ., αντιστοίχως), 18) την 20-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 70.000.000 δραχμών, 19) την 22-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 27.000.000 δραχμών και 20) την 29-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 81.319.670 δραχμών με τρεις χωριστές πράξεις καταθέσεως (19.472.523 δρχ., 17.259.924 δρχ. και 44.587.223 δρχ., αντιστοίχως). Από την άθροιση των ανωτέρω επί μέρους ποσών των καταθέσεων, προκύπτει ότι ο Α.

Π. κατέθεσε συνολικώς το ποσό των 803.391.806 δραχμών, από το οποίο την 31-12-2000 του επεστράφη, σε επανόρθωση σφάλματος λογιστικής εγγραφής, το ποσό των 228.660 δραχμών και, συνεπώς, το ποσό που συνολικώς κατέθεσε αυτός στα πλαίσια της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας ανήλθε σε 803.163.146 δραχμές (2.357.045,18 ευρώ).

Οι ανωτέρω καταθέσεις χρημάτων από τον Α. Π. προκύπτουν από τις σχετικές αποδείξεις εισπράξεως των ποσών αυτών, εκδόσεως της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", από τα έντυπα καταθέσεων της ΕΤΕ και της Τράπεζας Πειραιώς, με καταθέτη τον Α. Π. και δικαιούχο των καταθέσεων την ως άνω εταιρεία, καθώς και από τις καταθέσεις στην ανάκριση των υπαλλήλων του κατηγορουμένου Α.

Κ., Κ. Σ., Ε. Γ. και Σ. Τ.. Πλην, όμως, η ανωτέρω απόφαση της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε." δεν υλοποιήθηκε εντός των νομίμων προθεσμιών και, κατ'αυτόν τον τρόπο, ματαιώθηκε η αποφασισθείσα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου. Εν όψει του γεγονότος αυτού, η εταιρεία και ο κατηγορούμενος εκπρόσωπός της όφειλαν, όπως επισημαίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, να επιστρέψουν στον Α.

Π. τα χρήματα που είχε καταθέσει για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, αφού ο σκοπός για τον οποίο είχαν δοθεί δεν πραγματοποιήθηκε. Όμως, παρά τις σχετικές οχλήσεις προς τούτο, ο κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν επέστρεψε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον Α. Π., αλλά, αντιθέτως, το απέσυρε, με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, από το ταμείο της εταιρείας και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως.

Σχετικώς με την περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι το ποσό των 803.163.146 δραχμών δεν ανήκε στον Α. Π., αλλά τα επί μέρους κονδύλια αυτού προήλθαν από δικούς του λογαριασμούς, από τους οποίους, κατόπιν δικών του εξουσιοδοτήσεων, πραγματοποιούσαν αναλήψεις οι υπάλληλοί του Ι. Κ., Σ. Κ., Α. Χ., Β. Μ., Α.

Β. και Ι. Μ., στη συνέχεια δε τα ποσά που ανελαμβάνοντο από τους λογαριασμούς του τα κατέθετε αυτός (κατηγορούμενος) στους λογαριασμούς της εταιρείας, εμφανίζοντας εικονικά ως καταθέτη τον Α. Π., τον οποίο, επίσης εικονικά και λόγω της σχέσεως εμπιστοσύνης που τους συνέδεε, εμφάνιζε και ως μέτοχο με ποσοστό 25% της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.".

Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι δεν προσκόμισε αυτός τα αντίστοιχα παραστατικά αναλήψεων των ως άνω ποσών επ'ονόματι των προαναφερθέντων εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων του, από τις τράπεζες που τηρούσε λογαριασμούς. Ο κατηγορούμενος, μάλιστα, δεν πρότεινε κανένα μάρτυρα υπερασπίσεώς του, αν και ήταν ουσιώδες να καταθέσουν αυτοί (προτεινόμενοι μάρτυρες) για τη ροή των χρημάτων του από τους λογαριασμούς του στον Α.

Π. και, στην συνέχεια, στους λογαριασμούς της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", ενώ και οι προαναφερθέντες υπάλληλοί του Ι. Κ., Σ. Κ., Α. Χ., Β. Μ., Α. Β. και Ι. Μ., αν και εκλήθησαν για να εξετασθούν από τον Ανακριτή, δεν προσήλθαν, χωρίς να γίνει γνωστός και ο λόγος της μη προσελεύσεώς τους προς κατάθεση.

Κατά συνέπεια, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, τα όσα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος σχετικώς με την ύπαρξη ορισμένων "εξουσιοδοτήσεων" στους λογαριασμούς του, είναι γεγονός ασαφές, αόριστο και με ανεπαρκή αποδεικτική δύναμη, που δεν μπορεί να οδηγήσει σε επιβεβαίωση των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, υποστηρίζει ο κατηγορούμενος ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψιν, από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, τα έγγραφα τραπεζών που απεδείκνυαν τις αναλήψεις χρημάτων με εξουσιοδοτήσεις του και από τους λογαριασμούς του, γεγονός το οποίο είχε δεχθεί η υπ'αριθμ. 6101/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έγινε δεκτή αίτηση του κατηγορουμένου και ανακλήθηκε η υπ'αριθμ. 7194/2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία είχε διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του ίδιου μέχρι του ποσού των 2.500.000 ευρώ (850.000.000 δρχ.), προκειμένου να εξασφαλισθεί ισόποση απαίτηση του Α.

Π. κατ'αυτού. Με αυτή γίνεται δεκτό ότι, τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά, τα οποία κατέβαλε ο Α. Π. για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", είχαν δοθεί σ'αυτόν προηγουμένως από τον κατηγορούμενο, με ανάληψη αντιστοίχων χρηματικών ποσών από προσωπικούς του λογαριασμούς, που πραγματοποιούσαν υπάλληλοί του με δική του εξουσιοδότηση.

Η κρίση του ανωτέρω δικαστηρίου, όμως, που στηρίχθηκε σε έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, δεν δικαιολογεί, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, την κατάληξη της προαναφερθείσης αποφάσεως στο συμπέρασμα ότι τα κονδύλια που ανελήφθησαν από τους υπαλλήλους του κατηγορουμένου με εξουσιοδοτήσεις του, δόθηκαν, στη συνέχεια, στον Α.

Π. και αυτός τα κατέθεσε για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας, η οποία τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε.

Συνεπώς, όπως τονίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ούτε η προαναφερθείσα απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, ούτε όλα όσα επικαλείται ο κατηγορούμενος, δικαιολογούν οποιαδήποτε διαφοροποίηση από την κρίση που διατυπώνεται στο υπ'αριθμ. 3804/16-9-2004 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού προηγουμένως δέχθηκε, με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 131/24-2-2005 βούλευμά του, ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής κατά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Μ. Α. για την τέλεση του προαναφερθέντος αξιοποίνου αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, απέρριψε, ως αβάσιμη στην ουσία της, την έφεση που είχε ασκήσει αυτός κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο και επικύρωσε.

Επειδή, από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 131/24-2-2005 βούλευμά του, ως αβάσιμη στην ουσία της, την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Μ. Α. κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος αδικήματος, για το οποίο κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές με το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι κακώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι σχετικές με το ως άνω αδίκημα ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, δεν ευσταθούν. Κατόπιν τούτου, από το οποίο προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το υποβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο προς παροχή διευκρινίσεων, για το λόγο ότι αυτός αναπτύσσει, στην πολυσέλιδη (11 σελίδες) αίτηση αναιρέσεως, διεξοδικώς και με πληρότητα όλους τους ισχυρισμούς του και, συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος να τους επαναλάβει και προφορικώς στο Συμβούλιο (ΑΠ 356/2001 ΠΧΝΑ'σελ. 1088).

Για τους ανωτέρω λόγους Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 40/4-4-2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Μ. Α. του Ε., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 131/24-2-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω Μ. Α. και 3) να απορριφθεί το αίτημα του αυτού ως άνω αναιρεσείοντος Μ.

Α. για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο προς παροχή διευκρινίσεων. Αθήναι, 8-9-2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Νικ. Τσίμας"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη.

Ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παρανόμως κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η κατοχή του ξένου πράγματος διαφέρει, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, της αντίστοιχης έννοιας του αστικού δικαίου και συνίσταται αυτή στην πραγματική σχέση η οποία καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του.

Η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικές και περιοριστικά προβλεπόμενες περιστάσεις εμπιστοσύνης όπως είναι εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ως διαχειριστής ξένης περιουσίας, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται εκείνος που ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, την οποία εξουσία μπορεί να έχει είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση.

Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση, που τελέσθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1999 (3.6.1999) για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999).

Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστικό συμβούλιο, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.

το παραπεμπτικό βούλευμα έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως όταν σ'αυτό εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών Α. Π. και ο κατηγορούμενος Μ. Α. από πολλών ετών είχαν αναπτύξει μεταξύ τους στενές προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, μάλιστα δε ο πρώτος εξ αυτών υπήρξε συγχρόνως και συνεργάτης του δευτέρου στις επιχειρήσεις του δευτέρου γνωστές ως "ΟΜΙΛΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Μ.

Α." και κατείχε για αρκετό χρονικό διάστημα τη θέση του γενικού διευθυντή των εταιρειών του Ομίλου. Κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1999 μέχρι 1-3-2000, ο Α. Π. κατέβαλε τμηματικώς στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 475.915.104 δραχμών (1.396.669,42 ευρώ), με σκοπό ο τελευταίος να του αγοράσει, στο όνομά του και για λογαριασμό του (Α.

Π.), μετοχές της εταιρείας "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΚΟΡ-ΦΙΛ", ίσης αξίας με το καταβληθέν ποσό. Οι καταβολές αυτές έγιναν με κατάθεση επιταγών ή μετρητών σε τηρούμενους στο όνομα του κατηγορουμένου τραπεζικούς λογαριασμούς και, συγκεκριμένως: 1) την 10-9-1999 εξέδωσε σε διαταγή του την υπ'αριθμ. ...

επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 25.000.000 δραχμών, την οποία αυθημερόν μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση και παράδοση στον κατηγορούμενο, 2) την 30-9-1999 εξέδωσε σε διαταγή του κατηγορουμένου την υπ'αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 49.000.000 δραχμών, 3) την 3-11-1999 κατέθεσε το ποσό των 120.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Ε.Τ.Ε.

με αριθμό ..., 4) την 15-12-1999 κατέθεσε το ποσό των 170.915.104 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ..., 5) την 14-1-2000 κατέθεσε το ποσό των 24.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ..., 6) την 14-1-2000 κατέθεσε το ποσό των 23.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ..., 7) την 18-1-2000 κατέθεσε το ποσό των 9.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ..., 8) την 31-1-2000 κατέθεσε το ποσό των 15.000.000 δραχμών σε μετρητά στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό ...

και 9) την 1-3-2000 κατέθεσε το ποσό των 40.000.000 δραχμών στον τηρούμενο επ'ονόματι του κατηγορουμένου λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως με αριθμό .... Το σύνολο των ανωτέρω καταβολών, ο μεν Α. Π. υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος το ιδιοποιήθηκε παρανόμως και δεν το διέθεσε για την αγορά μετοχών, όπως δυνάμει της προαναφερθείσης εντολής όφειλε να πράξει, ούτε του το επέστρεψε ποτέ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τούτο, ο δε κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, απολογούμενος, ότι αγόρασε με αυτό μετοχές επ'ονόματι και για λογαριασμό του εντολέως του Α.

Π., χωρίς, όμως, να επικαλείται και να προσκομίζει τα σχετικά με την αγορά των μετοχών αποδεικτικά στοιχεία, αν και, όπως επισημαίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με μεγάλη ευχέρεια θα μπορούσε να το πράξει, στην περίπτωση κατά την οποία ο ισχυρισμός του αυτός ήταν αληθινός. Πέραν αυτού, την 1-11-2000, κατά την έκτακτη καθολική καταστατική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", στην οποία μέτοχοι ήταν και ο Α.

Π. και ο κατηγορούμενος, ο δεύτερος μάλιστα ήταν και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, αποφασίσθηκε η αύξηση του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά 3.000.000.000 δραχμές, με την έκδοση 3.000.000 νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών η κάθε μία. Για την καταβολή του κεφαλαίου της αυξήσεως, ορίσθηκε ότι έπρεπε να καταβληθεί αυτό σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας και, συγκεκριμένως, στον υπ'αριθμ. ...

λογαριασμό όψεως της ΕΤΕ και στον υπ'αριθμ. ... λογαριασμό όψεως της Τράπεζας Πειραιώς. Για την περίπτωση αυτή, ο Α. Π. κατέθεσε τμηματικώς διάφορα χρηματικά ποσά στην ανωτέρω εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος (πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου) ήταν ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 6-11-2000 μέχρι 31-12-2000, συνολικού ύψους 803.163.146 δραχμών (2.357.045,18 ευρώ), στα πλαίσια της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου αυτής.

Ειδικότερα: 1) την 6-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 30.000.000 δραχμών, 2) την 7-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 25.000.000 δραχμών, 3) την 10-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 37.700.000 δραχμών με δύο χωριστές πράξεις καταθέσεως (20.000.000 δρχ. και 17.700.000 δρχ., αντιστοίχως), 4) την 14-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 18.000.000 δραχμών, 5) την 15-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 6) την 17-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 45.000.000 δραχμών, 7) την 21-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 8) την 24-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 23.000.000 δραχμών, 9) την 29-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 10) την 30-11-2000 κατέθεσε το ποσό των 199.096.257 δραχμών με τρεις χωριστές πράξεις καταθέσεως (6.000.000 δρχ., 53.000.000 δρχ.

και 140.096.257 δρχ., αντιστοίχως), 11) την 1-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 12) την 6-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 13) την 8-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 39.745.879 δραχμών με δύο χωριστές πράξεις καταθέσεως (28.000.000 δρχ. και 11.745.879 δρχ., αντιστοίχως), 14) την 11-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 12.000.000 δραχμών, 15) την 12-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 16.000.000 δραχμών, 16) την 13-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 10.000.000 δραχμών, 17) την 19-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 69.530.000 δραχμών με τρεις χωριστές πράξεις καταθέσεως (29.530.000 δρχ., 18.000.000 δρχ.

και 22.000.000 δρχ., αντιστοίχως), 18) την 20-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 70.000.000 δραχμών, 19) την 22-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 27.000.000 δραχμών και 20) την 29-12-2000 κατέθεσε το ποσό των 81.319.670 δραχμών με τρεις χωριστές πράξεις καταθέσεως (19.472.523 δρχ., 17.259.924 δρχ. και 44.587.223 δρχ., αντιστοίχως). Από την άθροιση των ανωτέρω επί μέρους ποσών των καταθέσεων, προκύπτει ότι ο Α.

Π. κατέθεσε συνολικώς το ποσό των 803.391.806 δραχμών, από το οποίο την 31-12-2000 του επεστράφη, σε επανόρθωση σφάλματος λογιστικής εγγραφής, το ποσό των 228.660 δραχμών και, συνεπώς, το ποσό που συνολικώς κατέθεσε αυτός στα πλαίσια της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας ανήλθε σε 803.163.146 δραχμές (2.357.045,18 ευρώ).

Οι ανωτέρω καταθέσεις χρημάτων από τον Α. Π. προκύπτουν από τις σχετικές αποδείξεις εισπράξεως των ποσών αυτών, εκδόσεως της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", από τα έντυπα καταθέσεων της ΕΤΕ και της Τράπεζας Πειραιώς, με καταθέτη τον Α. Π. και δικαιούχο των καταθέσεων την ως άνω εταιρεία, καθώς και από τις καταθέσεις στην ανάκριση των υπαλλήλων του κατηγορουμένου Α.

Κ., Κ. Σ., Ε. Γ. και Σ. Τ.. Πλην, όμως, η ανωτέρω απόφαση της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε." δεν υλοποιήθηκε εντός των νομίμων προθεσμιών και, κατ'αυτόν τον τρόπο, ματαιώθηκε η αποφασισθείσα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου. Εν όψει του γεγονότος αυτού, η εταιρεία και ο κατηγορούμενος εκπρόσωπός της όφειλαν, όπως επισημαίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, να επιστρέψουν στον Α.

Π. τα χρήματα που είχε καταθέσει για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, αφού ο σκοπός για τον οποίο είχαν δοθεί δεν πραγματοποιήθηκε. Όμως, παρά τις σχετικές οχλήσεις προς τούτο, ο κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν επέστρεψε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον Α. Π., αλλά, αντιθέτως, το απέσυρε, με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, από το ταμείο της εταιρείας και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως.

Σχετικώς με την περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι το ποσό των 803.163.146 δραχμών δεν ανήκε στον Α. Π., αλλά τα επί μέρους κονδύλια αυτού προήλθαν από δικούς του λογαριασμούς, από τους οποίους, κατόπιν δικών του εξουσιοδοτήσεων, πραγματοποιούσαν αναλήψεις οι υπάλληλοί του Ι. Κ., Σ. Κ., Α. Χ., Β. Μ., Α.

Β. και Ι. Μ., στη συνέχεια δε τα ποσά που ανελαμβάνοντο από τους λογαριασμούς του τα κατέθετε αυτός (κατηγορούμενος) στους λογαριασμούς της εταιρείας, εμφανίζοντας εικονικά ως καταθέτη τον Α. Π., τον οποίο, επίσης εικονικά και λόγω της σχέσεως εμπιστοσύνης που τους συνέδεε, εμφάνιζε και ως μέτοχο με ποσοστό 25% της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.".

Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι δεν προσκόμισε αυτός τα αντίστοιχα παραστατικά αναλήψεων των ως άνω ποσών επ'ονόματι των προαναφερθέντων εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων του, από τις τράπεζες που τηρούσε λογαριασμούς. Ο κατηγορούμενος, μάλιστα, δεν πρότεινε κανένα μάρτυρα υπερασπίσεώς του, αν και ήταν ουσιώδες να καταθέσουν αυτοί (προτεινόμενοι μάρτυρες) για τη ροή των χρημάτων του από τους λογαριασμούς του στον Α.

Π. και, στην συνέχεια, στους λογαριασμούς της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", ενώ και οι προαναφερθέντες υπάλληλοί του Ι. Κ., Σ. Κ., Α. Χ., Β. Μ., Α. Β. και Ι. Μ., αν και εκλήθησαν για να εξετασθούν από τον Ανακριτή, δεν προσήλθαν, χωρίς να γίνει γνωστός και ο λόγος της μη προσελεύσεώς τους προς κατάθεση.

Κατά συνέπεια, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, τα όσα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος σχετικώς με την ύπαρξη ορισμένων "εξουσιοδοτήσεων" στους λογαριασμούς του, είναι γεγονός ασαφές, αόριστο και με ανεπαρκή αποδεικτική δύναμη, που δεν μπορεί να οδηγήσει σε επιβεβαίωση των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, υποστηρίζει ο κατηγορούμενος ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψιν, από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, τα έγγραφα τραπεζών που απεδείκνυαν τις αναλήψεις χρημάτων με εξουσιοδοτήσεις του και από τους λογαριασμούς του, γεγονός το οποίο είχε δεχθεί η υπ'αριθμ. 6101/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έγινε δεκτή αίτηση του κατηγορουμένου και ανακλήθηκε η υπ'αριθμ. 7194/2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία είχε διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του ίδιου μέχρι του ποσού των 2.500.000 ευρώ (850.000.000 δρχ.), προκειμένου να εξασφαλισθεί ισόποση απαίτηση του Α.

Π. κατ'αυτού. Με αυτή γίνεται δεκτό ότι, τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά, τα οποία κατέβαλε ο Α. Π. για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΝΕΟ ΚΑΝΑΛΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.", είχαν δοθεί σ'αυτόν προηγουμένως από τον κατηγορούμενο, με ανάληψη αντιστοίχων χρηματικών ποσών από προσωπικούς του λογαριασμούς, που πραγματοποιούσαν υπάλληλοί του με δική του εξουσιοδότηση.

Η κρίση του ανωτέρω δικαστηρίου, όμως, που στηρίχθηκε σε έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, δεν δικαιολογεί, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, την κατάληξη της προαναφερθείσης αποφάσεως στο συμπέρασμα ότι τα κονδύλια που ανελήφθησαν από τους υπαλλήλους του κατηγορουμένου με εξουσιοδοτήσεις του, δόθηκαν, στη συνέχεια, στον Α.

Π. και αυτός τα κατέθεσε για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας, η οποία τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε.

Συνεπώς, όπως τονίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ούτε η προαναφερθείσα απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, ούτε όλα όσα επικαλείται ο κατηγορούμενος, δικαιολογούν οποιαδήποτε διαφοροποίηση από την κρίση που διατυπώνεται στο υπ'αριθμ. 3804/2004 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Από όλα αυτά το Συμβούλιο κατέληξε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, προκειμένου αυτός να δικαστεί για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 10.9.1999 μέχρι 31.12.2000, ήτοι υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σχετικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2 και 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, καθώς και τις σκέψεις στις οποίες θεμελίωσε την κρίση του, περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την παραπάνω πράξη.

Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ' του Κ.Π.Δ. λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και εντεύθεν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 485 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα υποβολής αιτήσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.

Συνεπώς το περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτημα του αναιρεσείοντος είναι νόμιμο, κατά τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεώς του διεξοδικώς εκθέτει τις απόψεις του επί των λόγων της υπό κρίση αιτήσεώς του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.4.2005 αίτηση του Μ. Α. του Ε., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 131/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Απορρίπτει το περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο αίτημα του αναιρεσείοντος. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2006.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ