Supreme Court dismisses appeal against debt relief order under Law 3869/2010, ruling debt release is automatic.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public fund against a final judgment ordering debt relief for an over-indebted natural person. The appellant argued the lower court erred in granting automatic debt release without a separate certification procedure, citing Article 11 of Law 3869/2010. The court rejected this claim, holding that the automatic nature of debt release under the current law renders the appellant's procedural complaint baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 11 of Law 3869/2010: The automatic release of debt obligations for over-indebted persons under the special procedure renders an appeal regarding the lack of a separate certification procedure inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 332 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 332/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ν. - Α. του Κ., κατοίκου Π. Α., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα … Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ….. AE", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "P. C.", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φραίμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2017 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Α. Α. του Β., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκε με την από 5-7-2017 αίτηση της Β. Α. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15.6.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 65/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των πρώτης, τετάρτης και πέμπτης των εφεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, "ΤΡΑΠΕΖΑ… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." και "P. C.", αντιστοίχως. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020). Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. (ΑΠ 74/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-5-2023).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι τρίτη, τετάρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες "... ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." και "P. C.", αντιστοίχως, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση.
Από τις υπ' αριθμ. όμως ... και .../11-2-2022 εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες τρίτη, τετάρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Ν.- Α. και ο (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) σύζυγός της Α. Α., άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, την από 11-7-2017 (αρ. κατ. 104/2017) αίτησή τους, με την οποία, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθ' ων η αίτηση, ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" και δεύτερη, τρίτη, τετάρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες, "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε." και "P. C.", ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, με σκοπό την απαλλαγή τους από τις οφειλές τους, καθώς και την εξαίρεση από την εκποίηση της (δυνητικής) κύριας κατοικίας του δευτέρου τούτων. Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με την, στρεφόμενη κατά της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
A.E.", ομοίου αντικειμένου, από 5-7-2017 (αρ. κατ. 100/2017) αίτηση της (μη διαδίκου, εν προκειμένω) Β. Α., θυγατέρας των ανωτέρω αιτούντων, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθμ. 183/2018 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές, εν μέρει μεν η από 11-7-2017 αίτηση (η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς την πιστώτρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
Α.Ε."), στο σύνολό της δε η από 5-7-2017 αίτηση. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι εν μέρει ηττηθέντες πρωτοδίκως αιτούντες της από 11-7-2017 αιτήσεως, Μ. Ν.- Α. και Α. Α., άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την από 21-1-2019 (με αρ. κατ. .../2019) έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό να γίνει στο σύνολό της δεκτή η αίτησή τους.
Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 65/2019 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη τυπικά και κατ' ουσίαν, ως προς τη δεύτερη των αιτούντων- εκκαλούντων (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), εξαφανίστηκε, ως προς αυτήν, η εκκληθείσα υπ' αριθμ. 183/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, έγινε δεκτή, ως προς αυτήν, η αίτηση, ως προς όλες τις πιστώτριες και ρυθμίστηκαν τα χρέη της, κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο διατακτικό της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ., γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Έτσι, το Εφετείο, για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως που περιέχονται στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 883/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1055/2021, Α.Π. 344/2020).
Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε - παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλομένων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 883/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1141/2001).
Επομένως, επί οριστικής αποφάσεως, που δέχτηκε την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος, απέρριψε όμως ως αβάσιμο επιμέρους κονδύλιο της αγωγής, όταν αυτή εκκαλείται από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα, σε σχέση με το απορριφθέν κονδύλιο, αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης καθίσταται μόνο το κονδύλιο αυτό και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος.
Το Εφετείο, δηλαδή, δεν μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν προσβλήθηκε η δεχθείσα την ύπαρξή του οριστική απόφαση, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγομένου, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (σχετ. ΑΠ 543/2019, ΑΠ 1365/2015, ΑΠ 1368/2015, ΑΠ 1473/2012).
Τέλος, κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διατάξεως, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια, τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.
Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (Α.Π. 883/2023, Α.Π. 131/2023, Α.Π. 1065/2021, Α.Π. 1055/2021, Α.Π. 344/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της, εκδοθείσας επί της από 8-7-2017 αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης και του συζύγου της Α.
Α., υπ' αριθμ. 183/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση, κατά το μέρος που αφορούσε στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
ΑΕ", με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε οφειλή των αιτούντων προς αυτήν και, κατά τα λοιπά, δέχτηκε την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τις οφειλές των αιτούντων και εξαίρεσε από την εκποίηση την κατοικία του συζύγου της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως, άσκησαν έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, μόνο οι εν μέρει ηττηθέντες πρωτοδίκως, ως άνω αιτούντες (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και Α.
Α.), παραπονούμενοι, με το μοναδικό λόγο αυτής, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την απόρριψη της αιτήσεώς τους, κατά το μέρος που αφορούσε την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", ενώ καμία από τις πιστώτριες τράπεζες, που μετείχαν στη δίκη πρωτοδίκως, δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση.
Μετά τη συζήτηση της εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι υφίστανται οφειλές της πρώτης αναιρεσίβλητης και προς τις πιστώτριες, με τις επωνυμίες "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ" και "P. C.", δέχθηκε, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας επί της αιτήσεως, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν και καθόρισε μηνιαίες καταβολές και ως προς τις εν λόγω πιστώτριες.
Εκ των ανωτέρω, προκύπτουν τα εξής: Εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 183/2018 οριστική του απόφαση, έκανε δεκτή την αίτηση, ως προς τις λοιπές, πλην της πιστώτριας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", δέχθηκε, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, την ύπαρξη του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αίτηση, ήτοι τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης- αιτούσας στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010.
Με την ασκηθείσα από την πρώτη αναιρεσίβλητη έφεση, προσβλήθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε οφειλή της αιτούσας προς την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ". Επομένως, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, μόνο κατά το εν λόγω, προσβαλλόμενο με την έφεση, κεφάλαιο αυτής και, συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε υποχρέωση να περιοριστεί στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώνονται με το λόγο αυτό εφέσεως, δηλαδή ως προς την ύπαρξη ή μη οφειλής προς την προαναφερθείσα πιστώτρια, καθώς και τυχόν ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους εφεσιβλήτους, ως υπεράσπιση κατά του λόγου αυτού και, ακολούθως, ανάλογα με την επ' αυτής κρίση, να δεχθεί ή να απορρίψει την έφεση.
Δεν είχε, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τη δυνατότητα να εξετάσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, ούτε ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αρνητικούς ή καταλυτικούς του σχετικού δικαιώματός της, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, ενόψει του ότι, το κεφάλαιο αυτό της εκκληθείσας αποφάσεως, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, το δε αναιρεσείον δεν είχε ασκήσει, όπως είχε έννομο προς τούτο συμφέρον, έφεση, προκειμένου να προσβάλει την παραδοχή της αποφάσεως για την ύπαρξη του δικαιώματος, ώστε να καταστεί και το κεφάλαιο αυτό αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης.
Έτσι, ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης για ένταξή της στην προστασία του ν. 3869/2010, υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο δέσμευε το κατ' έφεση δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο.
Συνεπώς, ισχυρισμοί σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης στην προστασία του ν. 3859/2010, και αν ακόμη υποβλήθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τους εφεσίβλητους, είναι απαράδεκτοι, ως μη συναπτόμενοι με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, το δε αναιρεσείον δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει λόγους αναιρέσεως, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς.
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, 1) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 11 παρ. 1 του ν. 4172/2013, 1389 επ.
και 1486 επ. του Α.Κ., σε συνδυασμό με 1 παρ. 1 του ν. 3859/2010, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκρινε ότι η ενήλικη θυγατέρα της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι άνεργη και διατρέφεται από τους γονείς της (πρώτος λόγος) και 2) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3859/2010, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, απέρριψε την ένσταση δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών (δεύτερος και τρίτος λόγοι).
Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτοι, ενόψει του ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής της αναιρεσίβλητης στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 -την ύπαρξη των οποίων αναγνώρισε η εκκληθείσα με την έφεση πρωτόδικη απόφαση, ως λογικό προαπαιτούμενο της αποδοχής της αιτήσεώς της ως προς τις λοιπές, πλην της Τράπεζας ..., πιστώτριες- δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν είχε τη δικονομική δυνατότητα να ερευνήσει τους τυχόν προβληθέντες, με τις προτάσεις που είχε καταθέσει ενώπιόν του, το αναιρεσείον, αντίθετους ισχυρισμούς του, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο που είχε δημιουργήσει η τελεσιδικία της πρωτόδικης αποφάσεως, ως προς το κεφάλαιο τούτο.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με ισχυρισμούς, που αφορούν μη προσβληθέντα με έφεση κεφάλαια της οριστικής αποφάσεως, είναι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής Τ.Π.Δ.) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα ...10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα ...10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την Υ.Α. 2/19843/0094, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 67...Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).
Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαιτήσεως του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω συμβάσεως μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό, μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαιτήσεως (ΑΠ 1050/2021).
Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος, προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του, για μέρος του μισθού του ή έναντι του ασφαλιστικού του ταμείου, για μέρος της συντάξεώς του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του ν. 2214/1994.
Η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχώρησης συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει, απ' ευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου, το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, που εκχωρήθηκε προς αυτό. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλώς τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της σύνταξής του.
Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαίτησής του, και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης.
Στην περίπτωση αυτή υφίστανται δύο συμβάσεις: αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη ή του ασφαλιστικού ταμείου του δανειολήπτη, μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών, χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών, από το δάνειο, περιοδικών οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ' επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από το δανειολήπτη προς το Ταμείο.
Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (ΑΠ 1031/2015).
Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη, δυνάμει των διατάξεων του ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατό να αναπροσαρμόζεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του ν. 3869/2010.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της εκ μέρους του δανειολήπτη εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη και αφετέρου το δικαστήριο, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους του κατά το ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω ΝΠΔΔ και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο.
Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση, κατά το άρθρο 62 του ν. 2214/1994, θα εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και, απλώς, θα μεταβάλλεται το ποσοστό που θα παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων (Α.Π. 60...2023). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.
του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ.1 και 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών της αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ., θα γίνεται με μηνιαίες καταβολές και δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από τη μηνιαία σύνταξή της, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αίτηση, διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τη ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, την ακόλουθη, σε σχέση με το αναιρεσείον, διάταξη: "Ρυθμίζει τα χρέη της ...
Μ. Α. - Ν. του Κ., (πρώτης αναιρεσίβλητης) με μηνιαίες καταβολές ποσού 100 ευρώ προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες επί μία τριετία, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση της πρωτόδικης απόφασης για τις οφειλές Α. α) προς το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", στο οποίο θα καταβάλλει το ποσό των 5,48 ευρώ ...".
Με αυτά που διέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην προαναφερθείσα διάταξη του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα τη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης υφισταμένη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων [η οποία (καταβολή), συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών της πρώτης αναιρεσίβλητης], αλλά, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους αυτής κατά το ν. 3869/2010, αναπροσάρμοσε μόνο και ειδικότερα περιόρισε [κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες της πρώτης αναιρεσίβλητης], το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει η τελευταία προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, χωρίς όμως να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από τη μηνιαία σύνταξη της πρώτης αναιρεσίβλητης, των καθορισθέντων πλέον, με τη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και, απλώς, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, μετέβαλε, με την ανωτέρω διάταξη, το ύψος του ποσού που θα παρακρατεί μηνιαίως το αναιρεσείον από τη σύνταξη της πρώτης αναιρεσίβλητης, και όχι, όπως προαναφέρεται, τον με παρακράτηση από τη σύνταξή της, τρόπο καταβολής του.
Επομένως, ο κρινόμενος τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών της αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από τη μηνιαία σύνταξη της πρώτης αναιρεσίβλητης, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης, είναι αλυσιτελής, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε αρχικά, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 64 του ν. 4549/2018, προέβλεπε ότι "Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους.
Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών". Μετά όμως την αντικατάσταση του άρθρου αυτού, με το άρθρο 64 του ν. 4549/2018, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 68 του ίδιου νόμου (που προβλέπει την εφαρμογή του ακόμη και σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο οφειλέτης έχει αποπερατώσει τη ρύθμιση των οφειλών του κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, στις 14/...2018), προβλέπεται ότι "Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την αυτοδίκαιη απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους.
Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο, με αίτηση που κοινοποιείται στους πιστωτές και εκδικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πιστοποίηση της απαλλαγής του από το υπόλοιπο των οφειλών". Με βάση τη διάταξη αυτή, όπως ισχύει μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή της, η απαλλαγή του οφειλέτη από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών (στην περίπτωση κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων που του επιβλήθηκαν με την απόφαση, σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8), είναι αυτοδίκαιη, η δε προβλεπόμενη, από το δεύτερο εδάφιό της, υποβολή εκ μέρους του οφειλέτη, αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο, για πιστοποίηση της απαλλαγής του από το υπόλοιπο των χρεών του, κατέστη πλέον προαιρετική.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι το ως εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με τη διάταξή του ότι "η αιτούσα απαλλάσσεται από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της, υπό τον όρο της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων που της επιβάλλονται με την απόφαση αυτή", παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010, που προβλέπει ότι το αίτημα απαλλαγής του οφειλέτη πιστοποιείται, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, στα πλαίσια μεταγενέστερης δίκης, και όχι με την απόφαση που εκδίδεται επί της αρχικής αιτήσεώς του προς υπαγωγή στο ν. 3869/2010.
Με αυτά όμως που διέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην προαναφερθείσα διάταξη του διατακτικού της (περί απαλλαγής της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της, υπό τον όρο της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων που της επιβλήθηκαν με την ίδια απόφαση), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει πλέον, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 64 του ν. 4549/2018 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατά τα αναφερθέντα παραπάνω, αφού η εν λόγω απαλλαγή του οφειλέτη είναι πλέον αυτοδίκαιη, η δε δυνατότητα πιστοποίησης αυτής από το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, είναι προαιρετική.
Επομένως, ο λόγος αυτός (πέμπτος) αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 104...2021, Α.Π. 48...2021, Α.Π. 89...2020).
Τέλος, δεν πρέπει να ορισθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 50...2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.6.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 65/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ