Supreme Court allows appeal against bank's breach of investment code of conduct, remanding case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision, finding the bank's conduct in breach of the Code of Conduct for Investment Service Providers. The court held that the lower court failed to adequately address critical evidence regarding the bank's failure to provide correct and complete advice tailored to the client. Consequently, the appeal was accepted on specific grounds, and the case was remanded to the same Court of Appeal for further examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11g), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal when the lower court fails to consider crucial evidence or contradict it, necessitating remittal for further trial to ascertain the violation of professional conduct obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 332 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 332/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία «P. S. S. «L., που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θωμά Γούμενο και Μαρία Σκιαδιώτη, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «H. B. P. Α. Τ. Ε., που εδρεύει στο…, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Τ. του Γ., 3) Λ. Γ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Μονοχάρτζη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3703/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1081/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/11/2019 αίτησή της και τους από 24/9/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι παραστάντες στο ακροατήριο πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 14-11-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1081/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά της υπ' αριθ. 3703/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ` ουσίαν την από 12-7-2012 αγωγή ακυρότητας δικαιοπραξίας λόγω απάτης και αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, δέχθηκε αυτήν τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ για την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ).
Παραδεκτό εξάλλου είναι και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 28-9-2021, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 96/28-9-2021 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμόδιου Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους την 28-9-2021, 29-9-2021 και 29-9-2021 αντίστοιχα (βλ.
τις υπ` αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Χ. Κ.) (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Α'. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη, εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Β'. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.
α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β` ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α`), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, το δε κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας.
Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημίωσης θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994.
Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες-την ορθή αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή"- και του ιδιώτη επενδυτή- ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.
Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσόμενων.
Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του ως άνω άρθρου 8 του εν λόγω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 1028/2015).
Γ'. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα, στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.
Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017). Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, νοούνται, μεταξύ άλλων, κατ' άρθρο 4 παρ. 1εδ. α, β και ε του άνω ν. 3606/ 2007, (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα και (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών.
Με το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του Ν. 3606/2007 (με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η ανωτέρω κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ) και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018 (βλ.
άρθρο 98 τούτου), ορίζονται ότι: "1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.
Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.
Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).
Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.
Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή...". Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, κατ` αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης.
Κατά δε την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη, το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης.
Με βάση τα παραπάνω, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.
Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Ήτοι η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.
Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα (ΑΠ 619/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015).
Δ. Η διάταξη του άρθρου 5 Ν. 2198/1994 "Άυλοι τίτλοι Δημοσίου" ορίζει ότι "1. Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να δανείζεται κατά τις διατάξεις του παρόντος και άνευ εκδόσεως αξιογράφων (ομολόγων, εντόκων γραμματίων κ.λπ.) από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν κατά το νόμο την ευχέρεια να ασκούν ανάλογες εργασίες. 2.
Εξουσιοδοτείται ο Υπουργός των Οικονομικών να συνάπτει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου δάνεια της παραγράφου 1. Τα δάνεια και οι υποδιαιρέσεις τους (τίτλοι) παρακολουθούνται δια λογιστικών εγγραφών στο Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (το Σύστημα), που συνιστάται με το παρόν άρθρο και του οποίου διαχειριστής είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.
Επίσης δια λογιστικών εγγραφών στο Σύστημα παρακολουθούνται τα τοκομερίδια των τίτλων, αφ' ης αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς συναλλαγής εφαρμοζομένων αναλόγως των λοιπών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί τις εγγραφές λήξεως, εξυπηρετήσεως και αποπληρωμής των δανείων για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου. 3.
Οι όροι των δανείων αυτών καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών" . Στη διάταξη του άρθρου 6 του αυτού ως άνω Νόμου ορίζεται ότι "1. Στο Σύστημα μετέχουν πλην του Ελληνικού Δημοσίου και της Τράπεζας της Ελλάδος ως διαχειριστού, νομικά ή φυσικά πρόσωπα (οι φορείς) οριζόμενα είτε κατά κατηγορίες είτε ονομαστικά με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Με όμοιες πράξεις καθορίζεται η διαδικασία επιλογής των φορέων και ειδικότεροι όροι και περιορισμοί και οι απαιτούμενες υπέρ των επενδυτών ασφάλειες κατά κατηγορίες φορέων. 2. Οι τίτλοι δύνανται να μεταβιβάζονται σε τρίτους (επενδυτές). Η μεταβίβαση ενεργεί μεταξύ των μερών και δεν παράγει αποτελέσματα εις όφελος ή εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Τράπεζας της Ελλάδος. 3.
Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να αποκτά τίτλους από τους φορείς και να τους διαθέτει εκ νέου προ της λήξεώς τους. 4. Η μεταβίβαση του τίτλου ολοκληρώνεται με μεταφορά (πίστωση) του αντίστοιχου ποσού στο λογαριασμό του δικαιούχου. Περιορισμοί ή λεπτομερέστερες ρυθμίσεις των συναλλαγών επί των τίτλων μπορούν να θεσπίζονται με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. 5.
Οι λογαριασμοί των φορέων τηρούνται στο Σύστημα. Οι λογαριασμοί των επενδυτών τηρούνται στους φορείς. 6. Οι λογαριασμοί και στο Σύστημα και στους φορείς τηρούνται χωριστά κατά κατηγορία τίτλων με κοινά χαρακτηριστικά. 7. Στο Σύστημα τηρούνται για κάθε φορέα χωριστοί λογαριασμοί αφενός μεν για τους τίτλους ίδιου χαρτοφυλακίου, αφετέρου δε για εκείνους του χαρτοφυλακίου επενδυτών πελατών του.
Ο λογαριασμός χαρτοφυλακίου επενδυτών κάθε φορέα τηρείται συγκεντρωτικά για όλους τους επενδυτές του φορέα. 8.... 9....10. Οι τίτλοι μπορούν να αποτελούν αντικείμενο δανεισμού, εφαρμοζομένου αναλόγως του άρθρου 806 του ΑΚ". Η διάταξη του άρθρου 7 του ως άνω Νόμου προβλέπει ότι "1. Απαγορεύεται στο φορέα η άνευ της συναινέσεως του δικαιούχου επενδυτή διάθεση του τίτλου.
Η έλλειψη συναινέσεως δεν αντιτάσσεται κατά των καλής πίστεως τρίτων. 2. Οι τηρούμενοι στο Σύστημα λογαριασμοί δεν υπόκεινται σε αναγκαστική ή συντηρητική κατάσχεση" . Τέλος, η διάταξη του άρθρου 8 του αυτού ως άνω Νόμου ορίζει ότι "1. Οι φορείς που αναλαμβάνουν να επενδύσουν κεφάλαια σε τίτλους του Δημοσίου, για λογαριασμό πελατών τους, υποχρεούνται να επενδύουν αμέσως τα κεφάλαια αυτά σε τίτλους της επιλογής των επενδυτών. 2.
Ο επενδυτής έχει αξίωση επί του τίτλου του, στρεφόμενη μόνο κατά του φορέα, στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός του. Εάν το Δημόσιο δεν έχει εκπληρώσει τις κατά την παρ. 6 του παρόντος άρθρου υποχρεώσεις του, ο επενδυτής έχει αξίωση εκ του τίτλου μόνο κατά του Δημοσίου. 3. Εάν το χαρτοφυλάκιο επενδυτών του φορέα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του επενδυτή, ούτος ικανοποιείται προνομιακώς εκ του ίδιου χαρτοφυλακίου του φορέα.
Εάν και το ίδιο χαρτοφυλάκιο του φορέα δεν επαρκεί, τότε οι δικαιούχοι ικανοποιούνται συμμέτρως. 4. Ως ίδιο χαρτοφυλάκιο του φορέα για τις ανάγκες της προηγούμενης παραγράφου νοείται και το χαρτοφυλάκιο του φορέα, ως επενδυτή άλλου φορέα. Ως χαρτοφυλάκιο, εκ του οποίου ικανοποιούνται συμμέτρως οι δικαιούχοι, νοείται το χαρτοφυλάκιο μόνο των τίτλων της αυτής κατηγορίας. 5.
Για το υπόλοιπο της απαιτήσεώς τους οι επενδυτές ικανοποιούνται προνομιακώς εκ της λοιπής περιουσίας του φορέα, κατατασσόμενοι ως προνομιούχοι πριν από τη σειρά των απαιτήσεων, που ορίζεται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του ΚΠολΔικ όπως ισχύει μετά το άρθρο 3 του ν. 1545/1985 και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔικ. 6.
Η καταβολή των ληξιπρόθεσμων τόκων και κεφαλαίων των τίτλων από το Δημόσιο στην Τράπεζα της Ελλάδος επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων του Δημοσίου. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει στον κάθε φορέα τους τόκους και το κεφάλαιο των οφειλόμενων τίτλων κατά τη λήξη του δανείου. Η κατά τα ανωτέρω καταβολή επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων της Τράπεζας της Ελλάδος. 7.
Για την ικανοποίηση των εκ των τίτλων απαιτήσεών τους κατά του φορέα κατά κεφάλαιο και τόκους, οι επενδυτές κατατάσσονται ως προνομιούχοι πριν από τη σειρά των απαιτήσεων, που ορίζεται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του ΚΠολΔικ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 3 του ν. 1545/1985 και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔικ".
Με τις προαναφερόμενες διατάξεις ρυθμίζεται ο δανεισμός του κράτους από τους ιδιώτες μέσω της έκδοσης ομολογιών, οι οποίες θεωρούνται έγγραφα με αξιογραφικό χαρακτήρα, στα οποία ενσωματώνονται οι απαιτήσεις του ευρέος κοινού, στο οποίο έχει προσφύγει η κρατική αρχή για δανεισμό. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 επ.
Ν. 2198/1994 (όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 15 παρ. 8 Ν. 2469/1997), ουσιώδες περιεχόμενο της σχέσης εκ του ομολόγου (ως τίτλου δανεισμού και ως ανωνύμου χρεογράφου, ακόμη και υπό λογιστική μορφή) και αντικείμενο της σχετικής ενοχής, της υποχρέωσης, δηλαδή, του εκδότη και του αντίστοιχου δικαιώματος του κομιστή, αποτελεί η πληρωμή του κεφαλαίου (της ονομαστικής αξίας) αυτού (εξόφληση) κατά τη λήξη του.
Το ως άνω θεμελιώδες εννοιολογικό στοιχείο της σχέσης εκ του ομολόγου, δεν αναιρείται: α) από τη (νομική) δυνατότητα μεταβίβασής του (χρηματιστηριακά ή εκτός χρηματιστηριακής αγοράς) μέχρι τη λήξη του, β) στην περίπτωση των αΰλων τίτλων, από τις διατάξεις του Ν. 2198/1994 περί συστήματος λογιστικής παρακολούθησης συναλλαγών, διότι με αυτές, παρά την παρεμβολή της Τράπεζας της Ελλάδος και του φορέα μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του επενδυτή, ρητά προβλέπεται ότι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο δεν καταβάλει κατά τη λήξη τους τόκους και το κεφάλαιο των τίτλων στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 8, ο επενδυτής (προφανώς εάν δεν έχει εισπράξει κατά τη λήξη τους τόκους και το κεφάλαιο των τίτλων) έχει αξίωση "εκ του τίτλου" μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 8, γ) από τις τυχόν παρεχόμενες στον κομιστή δικονομικές δυνατότητες (αγωγή κατά του φορέα) και δ) από το (πραγματικό) φαινόμενο της, μέχρι τη λήξη του, διακύμανσης της αγοραίας αξίας του.
Ενόψει του κατά τα προαναφερόμενα ουσιώδους περιεχομένου του ομολόγου, η σχέση μεταξύ του εκδότη αυτού και του κομιστή είναι (ακόμη και στην περίπτωση των κρατικών ομολόγων) σχέση ενοχική, σε περίπτωση δε παρεμβολής πλειόνων μεταβιβάσεων μέχρι τον εκάστοτε κομιστή, είναι σχέση οιονεί συμβατική. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 5 Ν. 2198/1994 αποτέλεσε προπομπό της ευρύτερης αναθεώρησης του δικαίου των επενδυτικών αξιόγραφων, δυνάμει των άρθρων 39 επ.
Ν. 2396/1996 και 1 επ. Ν. 3156/2003 για την αποϋλοποίηση των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών και για τις άυλες εταιρικές ομολογίες, αντίστοιχα. Αναφορικά με την έννομη θέση των ιδιωτών επενδυτών σε αντίστοιχους αΰλους τίτλους, καθ' ο μέτρο οι τελευταίοι δεν περιλαμβάνονται στους φορείς (κυρίως πιστωτικά ιδρύματα) του ανωτέρω Συστήματος, το οποίο διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος, η οικεία ρύθμιση του άρθρου 8 προβλέπει ότι ο επενδυτής έχει αξίωση "επί" του τίτλου, στρεφομένη μόνο κατά του φορέα, στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός του (λογαριασμός επενδυτή), εάν, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο δεν εκπληρώσει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του, τότε ο επενδυτής έχει αξίωση εκ του τίτλου μόνο κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Στο ανωτέρω Σύστημα, το οποίο τηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 5 και 6 Ν. 2198/1994), τηρούνται μόνο λογαριασμοί των φορέων και όχι των επενδυτών, απλώς δι' έκαστο φορέα τηρείται στο Σύστημα διακριτός λογαριασμός ως προς τους τίτλους ίδιου χαρτοφυλακίου του φορέα και διακριτός λογαριασμός όπου εμφαίνονται συγκεντρωτικά (όχι ανά επενδυτή) οι τίτλοι των χαρτοφυλακίων επενδυτών του φορέα.
Η ως άνω ιδιαιτερότητα της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 2198/1994, η οποία υιοθετήθηκε βάσει των τεχνολογικών δυνατοτήτων και αναγκών της εποχής, με γνώμονα την άμεση έκδοση και διάθεση αΰλων ομολογιακών τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς μεταβατικό καθεστώς, ούτε σύσταση κεντρικού ονομαστικού Μητρώου επενδυτών και εντεύθεν διατυπώσεις, δεν αρκεί για την διάγνωση έλλειψης οποιονδήποτε νομικών υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου έναντι των επενδυτών, μέχρι το χρόνο λήξης των τίτλων.
Θεμελιώδες περιεχόμενο της έννομης σχέσης, η οποία ιδρύεται τόσο με την αρχική διάθεση, όσο και με επιγενόμενες μεταβιβάσεις των ομολογιακών τίτλων, από φορέα προς επενδυτή, αλλά και προς περαιτέρω επενδυτές, αντίστοιχα, αποτελεί η προσδοκία του επενδυτή για προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου έναντι του φορέα κατά το χρόνο λήξης αυτών των ομολογιακών τίτλων, διότι (μόνο) κατά τον τρόπο αυτό θα καταστεί εφικτή η επιστροφή (μέσω του φορέα)του δανεισθέντος κεφαλαίου και τόκων προς τον επενδυτή.
Η προσδοκία αυτή κατοχυρώνεται με την αναγνώριση ex lege ειδικού επικουρικού δικαιώματος προσδοκίας του επενδυτή (και μόνο αυτού) ευθέως κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Πρόκειται για προβαθμίδα του πλήρους ενοχικού δικαιώματος (απαίτησης για κεφάλαιο και τόκους) κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και για την πεμπτουσία των δικαιωμάτων του επενδυτή μέχρι το χρόνο λήξης του δανείου, διότι στη φερεγγυότητα (πιστοληπτική ικανότητα) του Ελληνικού Δημοσίου και μόνο (όχι του φορέα) εξαρχής απέβλεψε και εξακολουθεί να αποβλέπει ο επενδυτής κατά την επενδυτική απόφαση τόσο απόκτησης, όσο και διακράτησης του ομολόγου.
Η ενεργοποίηση του πλήρους δικαιώματος εξαρτάται ταυτοχρόνως από αναβλητική προθεσμία και αναβλητική αίρεση: αφενός την παρέλευση του χρόνου απόδοσης των τόκων ή του κεφαλαίου του δανείου, αφετέρου τη μη εμπρόθεσμη απόδοση αυτών από το Ελληνικό Δημόσιο στο φορέα. Μάλιστα, η ενεργοποίηση του ως άνω πλήρους δικαιώματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 εδ.
β` του ως άνω Νόμου, λειτουργεί αποσβεστικά (απαλλακτικά) ως προς οποιαδήποτε (υποτιθεμένη) συναφή αξίωση του επενδυτή έναντι του φορέα. Κατ' αποτέλεσμα, οι ενοχικές υποχρεώσεις των φορέων, οι οποίες συναρτώνται με και απορρέουν από την διάθεση των αϋλων τίτλων προς τους επενδυτές, περιορίζονται κατ' ουσίαν στα καθήκοντα προσυμβατικής και τακτικής ενημέρωσης, λογιστικής παρακολούθησης και λογοδοσίας, ως εν γένει επί επενδυτικών υπηρεσιών θεματοφυλακής (άρθρο 4 παρ. 2 εδ.
α` Ν. 3606/2007, άρθρα 713 επ. ΑΚ και 822 επ. ΑΚ προκειμένου περί ενσωμάτων τίτλων), αλλά και σε υπηρεσίες "νομιμοποιήσεως" των επενδυτών έναντι του κεντρικού μητρώου και του εκδότη
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009), στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020)ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 KΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019).
Εξάλλου, οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1406/2021). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, αλλοδαπή εταιρία, συστάθηκε το έτος 2009, σύμφωνα με το νόμο περί εμπορικών εταιριών των Νήσων Μάρσαλ, με έδρα στις ...
και σκοπό, μεταξύ άλλων, ''να αγοράζει ή με οποιοδήποτε τρόπο να αποκτά, να είναι κυρία, να χρησιμοποιεί, λειτουργεί, ενεχυράζει, υποθηκεύει, μισθώνει, ναυλώνει, υποναυλώνει, πωλεί, κατασκευάζει και επισκευάζει ατμόπλοια, μηχανοκίνητα σκάφη, δεξαμενόπλοια, ιστιοπλοϊκά σκάφη ....'', καθώς και ''να αγοράζει, ή με οποιοδήποτε τρόπο αποκτά, αναδέχεται διακρατεί, ενεχυράζει και δέχεται σε λογαριασμό με οποιοδήποτε τρόπο, πωλεί ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέτει και γενικά συνάπτει συμβάσεις αναφορικά με ομολογίες, χρεωστικά ομόλογα, γραμμάτια, αποδεικτικά οφειλής, μετοχές εγγυήσεις, δικαιώματα, πιστοποιητικά, αποδείξεις ή οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή μέσα πληρωμής υπό τη μορφή τίτλων που έχουν δημιουργηθεί ή εκδοθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο συνεταιρισμό, εταιρία, μετοχική εταιρία, ένωση προσώπων ή άλλο εμπορικό οργανισμό, αλλοδαπό ή ημεδαπό ή από οποιαδήποτε εσωτερική ή αλλοδαπή κρατική, δημοτική ή άλλη δημόσια αρχή και να ασκεί ως κάτοχος ή κύριος τέτοιων τίτλων, όλα τα δικαιώματα, εξουσίες και προνόμια σε σχέση με αυτά....''.
Ένας από τους πραγματικούς δικαιούχους των μετοχών της άνω εταιρίας και από τους νόμιμους εκπροσώπους της, είναι ο Ν. Κ., ο οποίος δραστηριοποιείται στο χώρο της ναυτιλίας, από το έτος 1990. Η τελευταία εταιρία, από τη σύστασή της το έτος 2009, άρχισε να συνεργάζεται δια του άνω νομίμου εκπροσώπου της, με την πρώτη εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, μέσω του υποκαταστήματος, που διατηρεί στον …(επί της…).
Ειδικότερα, ο παραπάνω νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, Ν. Κ. συνεργαζόταν προσωπικά με τον Π. Σ., υπάλληλο της πρώτης εναγομένης, στο ναυτιλιακό τμήμα αυτής, ο οποίος είχε οριστεί ως σύμβουλος - διαχειριστής των λογαριασμών της ενάγουσας στην πρώτη εναγομένη και ο οποίος παρείχε συμβουλευτικές και τραπεζικές υπηρεσίες στην ενάγουσα, σχετικά με συμβάσεις ναυτιλιακών δανείων και χρηματοδοτήσεων.
Στα πλαίσια αυτά, είχε αναπτυχθεί κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και του πιο πάνω επενδυτικού συμβούλου, ο οποίος γνώριζε τη φύση, τις οικονομικές ανάγκες, την οικονομική πορεία της ενάγουσας εταιρίας και τους επενδυτικούς της στόχους. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η συνεργασία του Ν.
Κ. και της πρώτης εναγομένης είχε ξεκινήσει ήδη από το έτος 1990, μέσω άλλων εταιριών, συμφερόντων του (Ν. Κ.) ή εταιριών στις οποίες ο τελευταίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, όπως οι, ‘P.’ M. H. ltd, ‘P.’ S. ltd και ‘A.’ M. ‘C.’, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στο χώρο της ναυτιλίας. Οι παραπάνω μάλιστα εταιρίες, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1992-2004, είχαν καταρτίσει με την πρώτη εναγομένη 14 συμβάσεις ναυτιλιακών δανείων, συνολικού ποσού 68.150.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Περαιτέρω, η πρώτη επενδυτική κίνηση στην οποία προέβη η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της, με την πρώτη εναγομένη, έλαβε χώρα το Φεβρουάριο του έτους 2009. Τότε, ο Σ. Α., επενδυτικός σύμβουλος της πρώτης εναγομένης, μετά από σύσταση του Π. Σ., πρότεινε στον παραπάνω εκπρόσωπό της, την επένδυση στην αγορά διαφόρων ξένων μετοχικών αμοιβαίων κεφαλαίων (Μutual funds).
Ειδικότερα, ο άνω επενδυτικός σύμβουλος της πρώτης εναγομένης, αφού ενημερώθηκε από το Ν. Κ. σχετικά με τη φύση, το είδος και το ύψος των οικονομικών αναγκών της ενάγουσας, τους επενδυτικούς στόχους αυτής και την οικονομική της πορεία, σχηματίζοντας έτσι το επενδυτικό της προφίλ, πρότεινε στον εκπρόσωπό της, Ν.
Κ., την επένδυση χρημάτων της, σε αμοιβαία κεφάλαια των εταιριών, ‘B.’ ‘R.’ και ‘J.’.P.. M.-gan, ισχυριζόμενος, ότι μετά την επένδυση αυτή, η πρώτη εναγομένη θα της χορηγούσε δάνειο, ύψους μέχρι του 50% της αξίας των αμοιβαίων κεφαλαίων, σε περίπτωση που η ενάγουσα της παρείχε ως μέσο εξασφάλισης τα συγκεκριμένα αμοιβαία κεφάλαια.
Η ενάγουσα, αφού ενημερώθηκε για τους κινδύνους της επένδυσης και τη φερεγγυότητα των παραπάνω εταιριών, αποφάσισε να επενδύσει το ποσό των 400.000 δολαρίων ΗΠΑ στα συγκεκριμένα προϊόντα, ώστε να λάβει δάνειο 200.000 δολαρίων ΗΠΑ. Προς τούτο, στις 28-5-2009, χορήγησε εντολή στην πρώτη εναγομένη για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων για λογαριασμό της, καταβάλλοντας για την αγορά αυτή, το ποσό των 406.000 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ στη συνέχεια κατάρτισε με την πρώτη εναγομένη, σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 200.000 δολαρίων ΗΠΑ και σύμβαση ενεχύρασης των παραπάνω τίτλων, για την εξασφάλιση της απαίτησής της.
Η επένδυση αυτή είχε ομαλή εξέλιξη για την ενάγουσα. Ακολούθως, η τελευταία, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα συνεχιζόμενα προβλήματα ρευστότητας που ανέκυπταν κατά τις συναλλαγές της, επεχείρησε να λάβει νέα χρηματοδότηση, μέσω νέας επένδυσης, από την πρώτη εναγομένη, προς την οποία απευθύνθηκε εκ νέου, ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Ν.
Κ.. Έτσι, στις 20-1-2010, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία, πραγματοποιήθηκε συνάντηση του τελευταίου με τη δεύτερη εναγομένη, Ν. Τ., επενδυτική σύμβουλο της πρώτης εναγομένης, η οποία είχε αντικαταστήσει το Σ. Α., στο υποκατάστημα της τελευταίας, στη Νέα Ερυθραία Αττικής, ως πλησιέστερο κατάστημα στα γραφεία που διατηρούσε ο Ν.
Κ., στην Κάτω Κηφισιά. Στη συνάντηση αυτή, η δεύτερη εναγομένη, πρότεινε στο Ν. Κ., τη ρευστοποίηση μέρους των άνω αμοιβαίων κεφαλαίων, ώστε ένα μέρος της εξαγοράς να κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας και ένα μέρος να επενδυθεί στην αγορά του χρηματοπιστωτικού προϊόντος, ‘B.’ A. plus fund. Η ενάγουσα αποφάσισε αυθημερόν για την αγορά του προϊόντος αυτού, χορηγώντας σχετική εντολή στην πρώτη εναγομένη.
Επίσης, την ίδια ημέρα, η δεύτερη εναγομένη, πρότεινε στο Ν. Κ. και την επένδυση μέρους των χρημάτων της ενάγουσας, σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, παρουσιάζοντας την επένδυση αυτή, ως συμφέρουσα για την ενάγουσα, δεδομένου ότι τότε τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων ήταν χαμηλά. Ο Ν. Κ. επιφυλάχθηκε να απαντήσει στην πρόταση αυτή και τα μέρη συμφώνησαν να συναντηθούν εκ νέου, προκειμένου να συζητήσουν αναλυτικά για την επένδυση.
Ακολούθως, περί τα τέλη Ιανουαρίου 2010, πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση των δύο πλευρών, στα γραφεία του Ν. Κ., στην Κηφισιά Αττικής, αφού τότε το παραπάνω υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης, είχε διακόψει τη λειτουργία του, στην οποία παραβρέθηκαν και ο τρίτος εναγόμενος, Λ. Γ., επενδυτικός σύμβουλος της πρώτης εναγομένης και ο Χ.
Γ., οικονομικός Δ/ντής της εταιρίας, ‘P.’ M. H. ltd και συνεργάτης της ενάγουσας. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο Ν. Κ., αφού αναφέρθηκε στην ανάγκη ρευστότητας της ενάγουσας και αφού ανέπτυξε την οικονομική πορεία της, τη φύση και το είδος των δραστηριοτήτων της και τους επενδυτικούς της στόχους, στοιχεία τα οποία, άλλωστε, ήταν γνωστά στους εναγόμενους, από την προηγηθείσα συνεργασία των δύο εταιριών, εξέφρασε τη βούληση της ενάγουσας για την επένδυση μέρους των καταθέσεών της σε ένα ασφαλές χρηματοπιστωτικό προϊόν, μειωμένου επενδυτικού ρίσκου, προκειμένου να λάβει τη μεγαλύτερη δυνατή χρηματοδότηση.
Ειδικότερα δε, όσον αφορά το είδος της επένδυσης, ο Ν. Κ. αρχικά εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για ομόλογα, που εκδίδονταν σε λίρες Αγγλίας. Οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων παρουσίασαν στον τελευταίο κατάλογο με τα επενδυτικά προϊόντα, τα οποία θα μπορούσε να αγοράσει με εντολές προς την πρώτη εναγομένη, μεταξύ των οποίων και τα ομόλογα, ενημερώνοντάς τον για τις βασικές λειτουργίες μιας επένδυσης σε ομόλογα, καθώς και τους συναφείς με αυτή κινδύνους, οι οποίοι συνίστανται κυρίως στην πιθανή αφερεγγυότητα ή πτώχευση του εκδότη.
Ειδικότερα δε, όσον αφορά την επένδυση σε ομόλογα, που εκδίδονταν σε λίρες Αγγλίας, οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων ενημέρωσαν το Ν. Κ., ότι το επιτόκιο αυτών ήταν αρκετά χαμηλότερο από τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, το επιτόκιο των οποίων ανερχόταν τότε σε 4,3% (με απόδοση 4,5%) ή 6,1% (με απόδοση 5,63%) ανάλογα με την ημερομηνία λήξεως των ομολόγων και ότι σε περίπτωση επένδυσης σε ομόλογο λιρών Αγγλίας, αντί της επένδυσης σε ομόλογο σε ευρώ, η δανειοδότηση από την πλευρά της πρώτης εναγομένης, με εξασφάλιση το ομόλογο, θα ήταν μικρότερη, λόγω της διαφοράς των νομισμάτων, δανείου και ενεχυρασμένου προϊόντος.
Επίσης, οι ίδιοι υπάλληλοι, όσον αφορά τη δανειοδότηση της ενάγουσας με εξασφάλιση τα ομόλογα, ενημέρωσαν τον Ν. Κ. για τους εκδότες, τα ομόλογα των οποίων η πρώτη εναγομένη αποδεχόταν στις αρχές του έτους 2010, ως εξασφάλιση ή ενέχυρο, μεταξύ των οποίων και αυτά του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και τα ποσοστά επί της επένδυσης, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάση για την παροχή πίστωσης προς τον πελάτη.
Ο Ν. Κ. επιφυλάχθηκε να απαντήσει, αναφέροντας ότι τον ενδιέφερε η επένδυση σε ομόλογα, καθώς τα επιτόκια που ίσχυαν τότε για τις προθεσμιακές καταθέσεις ήταν χαμηλά. Aπό κανένα, όμως, στοιχείο της δικογραφίας, δεν αποδείχθηκε ότι οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων διαβεβαίωσαν την ενάγουσα, ότι αυτή οπωσδήποτε θα ελάμβανε ως δάνειο, ποσοστό 80% της αξίας των ομολόγων, καθώς και ότι η επένδυση σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ήταν μηδενικού ρίσκου και επενδυτικού κινδύνου, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Περαιτέρω, ο άνω Ν. Κ., νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, γνώριζε πλήρως την έννοια, τη φύση και τη λειτουργία των ομολόγων, ως χρηματοπιστωτικών προϊόντων, με βάση και την προαναφερθείσα προηγούμενη εμπειρία του σε τέτοιου είδους επενδύσεις. Στη συγκεκριμένη δε χρονική στιγμή, η ενάγουσα απέβλεπε στην επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού χρηματοδοτικού δείκτη, γνωρίζοντας ότι αυτός καθορίζεται από τη σχέση του ποσού του δανείου προς την αξία του προϊόντος, που παρέχεται στην τράπεζα, ως ασφάλεια.
Ακολούθως, η ενάγουσα αποφάσισε την επένδυση των χρημάτων της, σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Η απόφαση για την επένδυση αυτή, λήφθηκε κατόπιν ώριμης σκέψης του νομίμου εκπροσώπου της και των συνεργατών της, οι οποίοι στάθμισαν από κοινού τα στοιχεία που τους παρείχαν οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων, καθώς και τις πληροφορίες, που είχαν οι ίδιοι σχετικά με την πορεία των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα η ενάγουσα, μετά την παρουσίαση της παραπάνω επένδυσης από τους προστηθέντες της πρώτης εναγομένης και στηριζόμενη, αφενός στη μακροχρόνια συναλλακτική εμπειρία του νομίμου εκπροσώπου της, αλλά και τη γνώμη του οικονομικού της συμβούλου, Χ. Γ., αποφάσισε να προβεί στην αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου.
Στα πλαίσια αυτά, καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και επιπλέον καταρτίστηκε σιωπηρά και σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, σύμφωνα με τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, καθόσον πράγματι στην προκειμένη περίπτωση παρασχέθηκε στην ενάγουσα πλήρης ενημέρωση για τα ομόλογα, ενημέρωση, η οποία αποτέλεσε τη βάση της απόφασής της, για την επένδυση των κεφαλαίων της.
Για την υλοποίηση δε της παραπάνω απόφασής της, η ενάγουσα, στις 12-2-2010, χορήγησε εγγράφως εντολή στην πρώτη εναγομένη, για την αγορά για λογαριασμό της, δύο ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, από τη δευτερογενή αγορά. Συγκεκριμένα, κατά τον άνω χρόνο, η ενάγουσα χορήγησε στην εναγομένη τέσσερις έγγραφες εντολές, για την αγορά, α) του με αριθμό ...
ομολόγου, με ημερομηνία έκδοσης 2-2-2010, ημερομηνία αξίας 18-2-2010 και ημερομηνία λήξης 20-8-2015, με σταθερό επιτόκιο έκδοσης 6,1% και β) του με αριθμό ... ομολόγου, με ημερομηνία έκδοσης 17-2-2010, ημερομηνία αξίας 18-2-2010 και ημερομηνία λήξης 20-3-2012, με σταθερό επιτόκιο έκδοσης 4,3%, με χρέωση του λογαριασμού της, με τα ποσά των 220.000 ευρώ, 150.000 ευρώ, 220.000 ευρώ και 150.000 ευρώ, αποδεχόμενη δια του νομίμου εκπροσώπου της Ν.
Κ., τους αναγραφόμενους επί των άνω έγγραφων εντολών όρους, δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής: ''Δηλώνουμε ότι συμφωνούμε ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα με τους παρακάτω όρους: Έχουμε ενημερωθεί πλήρως για τους κινδύνους που αναλαμβάνουμε με την παρούσα επένδυση και για την πιθανή δια-κύμανση στην τιμή του ομολόγου μέχρι τη λήξη του, καθώς και ότι το κεφάλαιό μας υπόκειται στον κίνδυνο φερεγγυότητας του εκδότη.
Ειδικά για τα ομόλογα εξωτερικού έχουμε ενημερωθεί για την επίδραση που μπορεί να έχει στην επένδυση (θετική ή αρνητική) η αλλαγή των συναλλακτικών ισοτιμιών, καθώς επίσης και η πιθανή αδυναμία έγκαιρης αποπληρωμής εκ μέρους του εκδότη ... Οι παραπάνω τίτλοι θα παραμείνουν προς φύλαξη στην Τράπεζα …(πρώτη εναγομένη), καθόλη τη διάρκεια της επένδυσης, κατά δε τη λήξη θα επαναπιστωθούν στον προαναφερόμενο λογαριασμό.
Η παρούσα επένδυση σε ομόλογα, δεν μπορεί να εκχωρηθεί σε τρίτους, παρά μόνο να μεταβιβαστεί με τη διαδικασία που ισχύει για την αγορά και πώληση ομολόγων. Συναινούμε στη δυνατότητα της Τράπεζας, να εκτελεί την παρούσα εντολή, εκτός Οργανωμένης Αγοράς ή Πολυμερούς Οργανισμού Διαπραγμάτευσης. Η εντολή μας για την επένδυση σε ομόλογα βασίστηκε αποκλειστικά στην προσωπική μας κρίση, χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε παροχή συμβουλής εκ μέρους της Τράπεζας ή των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της, ως προς τα πλεονεκτήματα ή την καταλληλότητα της επένδυσης.
Η Τράπεζα δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, που περιγράφεται σε αυτή τη συν-αλλαγή και η παρούσα συναλλαγή δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Έχω παραλάβει το έντυπο ενημέρωσης, σχετικά με επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα και τους συνδεδεμένους με αυτές κινδύνους για ιδιώτες πελάτες, τα οποία μελέτησα, κατανόησα και αποδέχομαι ανεπιφύλακτα.
Δεν ισχύει για πελάτες που έχουν γραπτή πρόταση επενδυτικού σχεδιασμού από τα αρμόδια στελέχη της Τράπεζας''. Tους όρους δε αυτούς, οι οποίοι αποτέλεσαν περιεχόμενο των παραπάνω τεσσάρων εντολών, ανέγνωσε, κατανόησε και αποδέχθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, υπογράφοντας με την ιδιότητά του αυτή, τις εντολές για την επίδικη επένδυση.
Ακολούθως, σε εκτέλεση της παραπάνω εντολής, η πρώτη εναγομένη αγόρασε για λογαριασμό της ενάγουσας, τα άνω ομόλογα, συνολικής αξίας 370.000 ευρώ καθένα, αντί τιμήματος 378.389,37 καθένα και συνολικά 762.862,96 ευρώ, από τη δευτερογενή αγορά, ήτοι αγόρασε αυτά σε πραγματική αξία, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 102%, της ονομαστικής αξίας τους.
Με την προαναφερθείσα εντολή της ενάγουσας, καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης σύμβαση παραγγελίας για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων (ομολόγων), κατ' άρθρο 4 παρ. 1β ν. 3606/2007. Η εν λόγω σύμβαση είχε ως αντικείμενο, αφενός την ανάληψη από την πρώτη εναγομένη της υποχρέωσης να εκτελέσει, την παραγγελία (εντολή) της ενάγουσας για την αγορά των άνω χρηματοπιστωτικών μέσων και αφετέρου, την ανάληψη από την ενάγουσα της υποχρέωσης να καταβάλει το τίμημα των χρεογράφων, που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής.
Η σύμβαση δε αυτή, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προ-ηγήθηκε, αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή και όχι σύμβαση πώλησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα.
Στα πλαίσια της προαναφερθείσας σύμβασης, η ενάγουσα χορήγησε εντολή αγοράς των παραπάνω δύο ομολόγων στην πρώτη εναγομένη, Τράπεζα, την οποία αποδέχθηκε αυτή (Τράπεζα) και η οποία ακολούθως σε εκτέλεση της εντολής αγόρασε τα ομόλογα για λογαριασμό της ενάγουσας, καταβάλλοντας το τίμημα αυτών, με χρέωση του λογαριασμού της τελευταίας, στην ίδια.
Η επίδικη συναλλαγή μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η οποία όπως αναφέρθηκε, ρυθμίζεται από το άρθρο 4 παρ. 1β ν. 3606/2007 (εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, που συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών), αποτελεί κύρια επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα διαφοροποιούμενη πλήρως από αυτή της λήψης και διαβίβασης εντολών των πελατών της ΕΠΕΥ και αυτή της διαχείρισης χαρτοφυλακίου.
Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας στη σύμβαση αγοράς των ομολόγων, τα οποία απέκτησε η πρώτη εναγομένη στη δευτερογενή αγορά, για λογαριασμό, όμως, της ενάγουσας, δεν ήταν η πρώτη εναγομένη Τράπεζα, ως εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αλλά τρίτος, μη διάδικος. Ενόψει αυτών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αιτούμενη με την ένδικη αγωγή, ακύρωση των δύο συμβάσεων πώλησης των ομολόγων, αφού η πρώτη εναγομένη δεν υπήρξε αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας στη σύμβαση πώλησης αυτών, ούτε για κατάρτιση σύμβασης πώλησης μεταξύ των διαδίκων και κατά συνέπεια, ούτε και για άσκηση δικαιωμάτων από την ενάγουσα αγοράστρια, λόγω της επικαλούμενης από αυτή έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων των επίδικων ομολόγων, με βάση τις διατάξεις του ΑΚ, για την πώληση.
Οι ισχυρισμοί της τελευταίας, ότι η πρώτη εναγομένη ήταν πράγματι πωλήτρια των ομολόγων, διότι αυτά πωλήθηκαν από το χαρτοφυλάκιό της, δεν κρίνονται βάσιμοι, καθώς δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ότι τα παραπάνω ομόλογα υπήρχαν πράγματι στο χαρτοφυλάκιο της πρώτης εναγομένης, η οποία τα είχε προμηθευτεί για λογαριασμό της και ακολούθως τα πώλησε η ίδια προς την ενάγουσα, συναλλασσόμενη ως πωλήτρια αυτών.
Αντίθετη κρίση, δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η τελευταία, όπως και πολλές άλλες τραπεζικές εταιρίες, υπήρξε γενικά ανάδοχος των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, αφού τούτο δεν συνεπάγεται άνευ άλλου και ότι τα συγκεκριμένα (επίδικα) ομόλογα υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιό της και ότι αυτή κατά την προώθηση τους σε επενδυτές, συναλλασσόταν και ως πωλήτρια αυτών.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, κρίνοντας όμοια, απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που αφορά την αξίωση της ενάγουσας για την ακύρωση των δικαιοπραξιών αγοράς ομολόγων και τις αγωγικές αξιώσεις από την υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης, δεν έσφαλε, ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα-εκκαλούσα, με τους διαλαμβανόμενους στον πρώτο λόγο της έφεσής της, ισχυρισμούς, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, μετά την αγορά των ομολόγων για λογαριασμό της ενάγουσας, στις 15-7-2010, καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, ενώ την επομένη ημέρα καταρτίστηκε και η από …σύμβαση ''ενεχυράσεως/εκχωρήσεως απαιτήσεως'', δυνάμει της οποίας συστάθηκε υπέρ της πρώτης εναγομένης, Τράπεζας, ενέχυρο επί των άνω ομολόγων, για την εξασφάλιση της απαίτησης της από τη χορηγηθείσα πίστωση.
Με τον όρο 4 τη σύμβασης αυτής, συνομολογήθηκαν τα εξής: ''Ο Ενεχυραστής με την παρούσα εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την Τράπεζα, όπως κατά τη λήξη του Ομολόγου, είτε αντικαταστήσει το Ομόλογο με άλλο/ άλλα ομόλογα αποδοχής του, είτε ρευστοποιήσει το Ομόλογο και εισπράξει το προϊόν ρευστοποίησης αυτού, σε εξόφληση οποιασδήποτε ληξιπρόθεσμης οφειλής του Ενεχυραστή από τη Βασική Σύμβαση, το οποίο προϊόν, εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την Τράπεζα να καταθέσει σε δεσμευμένο έντοκο λογαριασμό, που τηρεί στην Τράπεζα.
Ο Ενεχυραστής συμφωνεί και αποδέχεται, όπως το δικαίωμα της Τράπεζας κατά την παρούσα σύμβαση εκτείνεται και καλύπτει και τα εκάστοτε νέα ομόλογα, αποδοχής του Ενεχυραστή σε αντικατάσταση του Ομολόγου και προς τούτο ενεχυράζει και συνεπώς εκχωρεί και μεταβιβάζει προς την Τράπεζα κάθε συμβατική και νόμιμη απαίτησή του από τα εκάστοτε νέα Ομόλογα που η Τράπεζα ρητά αποδέχεται για ποσό ίσο με το 130% της πίστωσης, καθόλη τη διάρκεια της παρούσας, όλων των όρων της παρούσας ισχυόντων αναλόγως και για τα εκάστοτε νέα ομόλογα.
Το τυχόν υπόλοιπο μετά την πλήρη ικανοποίηση της Τράπεζας, θα αποδίδεται στον Ενεχυραστή υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχει κατά το χρόνο εκείνο οποιαδήποτε άλλη ληξιπρόθεσμη οφειλή του Ενεχυραστή από οποιαδήποτε αιτία προς την Τράπεζα. Διαφορετικά το υπόλοιπο αυτό θα φέρεται σε πίστωση οποιασδήποτε τέτοιας οφειλής του''.
Έκτοτε η ενάγουσα διατηρούσε τα ομόλογα, λαμβάνοντας από το Μάρτιο του έτους 2010 και εφεξής, σε μηνιαία τακτική βάση τις ενημερωτικές καταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, οι οποίες περιλάμβαναν την εκάστοτε αποτίμηση των ομολόγων της, όπου και αποτυπωνόταν μετά την αγορά τους, πτωτική πορεία. Περαιτέρω, το έτος 2010 η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε, με την έκδοση του ν. 3845/2010, "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" ["Μνημόνιο Ι"] (Α' 65), να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής σε στενή συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).
Τούτο, προέκυψε ως εξής : α) Η Ελληνική Δημοκρατία, ως κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, οφείλει να κινείται εντός των δημοσιονομικών δεικτών που προβλέπονται στα άρθρα 126, 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣυνθΛΕΕ) και στο προσαρτημένο στις Συνθήκες, υπ' αρ. 12, Πρωτόκολλο, ήτοι το προβλεπόμενο ή υφιστάμενο έλλειμμά της και το δημόσιο χρέος της δεν πρέπει να υπερβαίνουν αντιστοίχως το 3 % και το 60 % του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ).
β) Οι αποκλίσεις της ελληνικής οικονομίας από αυτούς τους δημοσιονομικούς δείκτες έγιναν υπερβολικές το έτος 2009 και οδήγησαν σε συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας (ήτοι, στην αδυναμία της να αντλεί κεφάλαια με δανεισμό από την αγορά δημοσίου χρέους) και στον κίνδυνο της οικονομικής της κατάρρευσης.
γ) Προ αυτού του κινδύνου, καθώς και του κινδύνου γενικώτερων δυσμενών επιπτώσεων στην Ευρωζώνη, οι Αρχηγοί των Κρατών και Κυβερνήσεων της Ευρωζώνης δήλωσαν στις 25-3-2010, ότι τα άλλα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης προτίθενται να συμπληρώσουν, μέσω διμερών δανείων και με την κεντρική οργάνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μια ουσιαστική χρηματοδότηση της Ελληνικής Δημοκρατίας από το ΔΝΤ.
δ) Με την από 2-5-2010 επιστολή του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ζητήθηκε από τα άλλα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης, η παροχή χρηματοδοτικής ενίσχυσης με δανειοδότηση, ύψους 80.000.000.000 ευρώ, για μια χρονική περίοδο 36 μηνών, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το υπόλοιπο του έτους 2010 και για την τριετία 2011 - 2013.
Η επιστολή αυτή συνοδεύθηκε από ένα κείμενο - "Μνημόνιο Συνεννόησης" (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο οποίο, απαρτιζόμενο από τρία επί μέρους Μνημόνια, παρατίθεται το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, με λήψη μέτρων και θέση στόχων για σταδιακή προσαρμογή στους δημοσιονομικούς δείκτες, καθώς και κριτήρια για την παρακολούθηση της εφαρμογής και την συστηματική αξιολόγηση του προγράμματος.
Αντίστοιχου δε περιεχομένου επιστολή, από 3-5-2010, συνοδευόμενη από το ίδιο Μνημόνιο Συνεννόησης, στάλθηκε στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΔΝΤ και ζητήθηκε από το Ταμείο να υποστηρίξει το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, στο πλαίσιο ενός "Διακανονισμού Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας" ("Stand-by Arrangement"), για χρονική περίοδο 36 μηνών, με ποσό ίσο προς 26.400.000.000 ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (30.000.000.000 ευρώ).
Από αυτές τις ενέργειες προέκυψε μια συμφωνία για τη χρηματοδότηση της Ελληνικής Δημοκρατίας με τη χορήγηση των ως άνω χρηματικών ποσών τμηματικά, ήτοι σε δανειακές δόσεις ανά τρίμηνο, των οποίων η αποδέσμευση έχει ως προϋπόθεση την εκ μέρους των κρατών - δανειστών και του ΔΝΤ παρακολούθηση και θετική αξιολόγηση της λήψης των μέτρων και της εν γένει εφαρμογής από την Ελληνική Κυβέρνηση του οικονομικού προγράμματος που εμπεριέχεται στο "Μνημόνιο Συνεννόησης".
Ακολούθως, πριν από τη λήξη της τριετίας 2011 - 2013, η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε να ζητήσει πρόσθετη χρηματοδότηση από τα άλλα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης και από το ΔΝΤ. Προς τούτο, καταρτίσθηκε σχέδιο νέου "Μνημονίου Συνεννόησης", το οποίο εγκρίθηκε με το ν. 4046/2012, "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (Α 28) ["Μνημόνιο ΙΙ"], ως προϋπόθεση για την παροχή χρηματοδοτικής ενίσχυσης από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητος (Ε.Τ.Χ.Σ.) προς την Ελληνική Δημοκρατία μέχρι του ποσού των 109.100.000.000 ευρώ.
Από τα αποσπάσματα των σχεδίων των συμβάσεων, του σχεδίου του νέου "Μνημονίου Συνεννόησης" αλλά και της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 4046/2012, προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο της συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ως εκπροσώπου των άλλων κρατών - μελών της Ευρωζώνης, για την πρόσθετη δανειοδότηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, αποτέλεσε η "Συμμετοχή του Ιδιωτικού Τομέα" (ΣΙΤ) [''Private Sector Involvement'' (PSI)], ήτοι η μείωση του δημοσίου χρέους (για τη σταδιακή προσααρμογή της εθνικής οικονομίας στους δημοσιονομικούς δείκτες), κατά 53,5% μέσω της ανταλλαγής τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους κατείχαν ιδιώτες πιστωτές, με νέους τίτλους (ΟλΣτΕ 1116/2014, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ).
Ακολούθως, με το ν. 4050/2012 θεσπίσθηκε σ' εφαρμογή των ανωτέρω, το θεσμικό πλαίσιο της ανταλλαγής των τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, με νέους τίτλους. ... Στη συνέχεια, με βάση τον άνω ν. 4050/2012, τα ομόλογα έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, αντικαταστάθηκαν με άλλα μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας, τα δε ομόλογα που αντικαστάθηκαν ακυρώθηκαν αυτοδικαίως.
Η αντικατάσταση αυτή έλαβε χώρα με τη διαδικασία που ορίζεται στον ανωτέρω νόμο και στις εκδοθείσες προς τούτο υπουργικές αποφάσεις, αφού επιτεύχθηκε η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ. 4 του ν. 4050/2012 απαρτία, με τη συμμετοχή στη διαδικασία ομολογιούχων, εκπροσωπούνταν ποσοστό 91,05% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου, η δε συμφωνία δέσμευσε όλους τους κατόχους επιλέξιμων τίτλων και δη φυσικά και νομικά πρόσωπα που ήταν κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο κάτοχοι ομολογιακών τίτλων, έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας, με αποτέλεσμα οι τίτλοι να αντικατασταθούν με νέους τίτλους, έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, σημαντικά μειωμένης, ήτοι κατά ποσοστό 53,5%, ονομαστικής αξίας.
Έτσι, κατόπιν αυτής της νομοθετικής παρέμβασης, στις 12-03-2012, δηλαδή δύο και πλέον χρόνια μετά την αγορά των επίδικων ομολόγων, τα ομόλογα της ενάγουσας αντικαταστάθηκαν υποχρεωτικά με άλλους τίτλους (ομόλογα ελληνικού Δημοσίου, ομόλογα EFSF), μικρότερης αξίας, με αποτέλεσμα την απομείωση, κατά ποσοστό 53,5%, της αξίας τους.
Η ενάγουσα αποδίδει τη ζημία της, από την απομείωση της αξίας των επίδικων ομολόγων στους εναγόμενους, υποστηρίζοντας, ότι η πρώτη εναγομένη δια των προστηθέντων της, δεν την ενημέρωσε επαρκώς κατά την πώληση των τίτλων, αναφορικά με την πιστοληπτική διαβάθμιση των ομολόγων, τη φερεγγυότητα και τις προοπτικές του εκδότη αυτών ελληνικού Δημοσίου και τους επενδυτικούς κινδύνους που συνεπάγονταν η απόκτησή τους, ότι τέτοια ενημέρωση δεν της παρασχέθηκε και μετά την πώληση αυτών και μέχρι την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, υποβαθμίστηκαν σε ''μη επενδυτική βαθμίδα'', δηλαδή σε κατηγορία, που δεν θα μπορούσε να της εξασφαλίσει την επιδιωκόμενη και συμφωνημένη χρηματοδότηση, με συνέπεια η ίδια να διατηρήσει τα ομόλογα, θεωρώντας ότι η επένδυσή της εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στο συμφωνημένο χρηματοδοτικό δείκτη, αλλά ούτε και μεταγενέστερα της παρείχαν οποιαδήποτε ενημέρωση ή συμβουλή, όπως είχαν υποχρέωση λόγω της μεταβολής των δεδομένων και των πληροφοριών που της είχαν χορηγήσει κατά την κατάρτιση της σύμβασης και έτσι η ίδια δεν προέβη στην πώληση των ομολόγων, προκειμένου να προστατεύσει τη ρευστότητά της, στην οποία απέβλεπε, αποφασίζοντας την επένδυση των χρημάτων της, στα επίδικα προϊόντα, με κριτήριο αποκλειστικά και μόνο την πιστοληπτική ικανότητα που της εξασφάλιζαν.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αυτούς, από τα ίδια πιο πάνω απoδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι προστηθέντες της πρώτης εναγομένης, δεύτερη και τρίτος των εναγομένων, κατά την παρουσία της ως άνω επενδυτικής πρότασης της πρώτης εναγομένης για επένδυση σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ενημέρωσαν πλήρως το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Ν.
Κ. σχετικά με το είδος των ομολόγων, τη φύση αυτών, τα ανωτέρω χαρακτηριστικά τους (ημερομηνία έκδοσης και λήξης, αξία, επιτόκιο και τίμημα αγοράς τους), καθώς και ότι εκδότης τους ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, πληροφορίες οι οποίες ήταν ακριβείς, επισημαίνοντας το γεγονός, ότι αν και ο εκδότης κατά το χρόνο εκείνο ήταν φερέγγυος, υφίσταται επενδυτικός κίνδυνος από αφερεγγυότητα του εκδότη.
Τα ομόλογα αυτά ήταν απλά και όχι σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά τη διάρκεια των οποίων η ενάγουσα - επενδυτής θα εισέπραττε το προβλεπόμενο τοκομερίδιο και στη λήξη τους, την αξία των ομολόγων. Τόσο δε η φύση, όσο και η λειτουργία των ομολόγων, δεν περιείχαν δυσνόητους οικονομικούς όρους για την ενάγουσα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είχε επαρκή εμπειρία σε τέτοιου είδους συναλλαγές, γνώριζε τον τρόπο διαχείρισης τέτοιου είδους χρηματοπιστωτικών προϊόντων και για το λόγο αυτό είχε επιλέξει τον παραπάνω τρόπο συνεργασίας με την πρώτη εναγομένη, ήτοι την απλή εκτέλεση εντολών της ενάγουσας και όχι την αγορά τίτλων, με βάση την εν λευκώ διαχείριση ή τη συμβουλευτική διαχείριση του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας.
Η απλή εκτέλεση των εντολών, περιορίζει την ευθύνη της Τράπεζας, όσον αφορά τη μετέπειτα πορεία του χρηματοπιστωτικού μέσου που έχει επιλέξει ο επενδυτής, καθώς μόνο αυτός διαχειρίζεται πλέον το χαρτοφυλάκιό του, χωρίς να λαμβάνει κατά τη διάρκεια διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του, εντολή ή καθοδήγηση από την Τράπεζα.
Περαιτέρω, η παρουσίαση των επίδικων ομολόγων, ως ασφαλούς επένδυσης από τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων, ήταν συνάρτηση της φερεγγυότητας του εκδότη των ομολόγων, Ελληνικού Δημοσίου, η οποία πράγματι υπήρχε κατά το χρόνο λήψης της απόφασης, αλλά και κατά το χρόνο εκτέλεσης της εντολής. Ειδικότερα, η διαβάθμιση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου από τους οίκους αξιολόγησης, κατά το χρόνο χορήγησης της εντολής, ήτοι στις 12-2-2010, ήταν Α2 από τον οίκο ‘M.
και Β.+ από τον S. & P.. Η αξιολόγηση Α2, αντικατοπτρίζει την ικανότητα του εκδότη των ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, κατά τρόπο που είναι ευάλωτος σε ενδεχόμενες δυσμενείς μεταβολές των περιστάσεων και των οικονομικών συνθηκών, με ισχυρή, όμως, ικανότητα του Ελληνικού Δημοσίου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ενώ ο δείκτης ΒΒΒ+ φανερώνει ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε επαρκείς δυνατότητες να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, ενδεχόμενη, όμως, δυσμενής μεταβολή των περιστάσεων και των οικονομικών συνθηκών, μπορεί να οδηγήσει σε πρόσκαιρη αδυναμία να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις.
Έτσι, τα συγκεκριμένα ομόλογα, σύμφωνα με τους πιο πάνω οίκους αξιολόγησης, προέρχονταν από εκδότη με σημαντική πιστοληπτική διαβάθμιση, γεγονός που παρείχε επαρκείς εγγυήσεις για την ασφαλή μελλοντική πορεία τους, ήταν δε κατάλληλα προς επένδυση. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τον Ιανουάριο του έτους 2010, όταν παρουσιάστηκε το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν στην ενάγουσα, είχαν αξιολογηθεί από τον άνω οίκο S. & P., με δείκτη Α, ενώ ο ίδιος οίκος αξιολόγησης, κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-2009 μέχρι 7-12-2009, είχε διαβαθμίσει τα άνω ομόλογα με το δείκτη Α-, επισημαίνοντας την ικανότητα του Ελληνικού Δημοσίου να ανταποκριθεί στις οικονομικές του δεσμεύσεις.
Η ενημέρωση, την οποία διέθεταν οι προστηθέντες της πρώτης εναγομένης, επενδυτικοί σύμβουλοι αυτής, ως προς την οικονομική κατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου, στηριζόταν στην καθημερινή παρακολούθηση της αξιολόγησης των ομολόγων από τους άνω οίκους, ενώ παράλληλα ενημερώνονταν από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και το διεθνές πρακτορείο οικονομικών πληροφοριών…..
Από την ενημέρωση αυτή ήταν μεν σαφής η ανησυχία που υπήρχε κατά την περίοδο του Ιανουαρίου 2010, σχετικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας, πλην, όμως, δεν υπήρχαν σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία να συνάγεται ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο η αγορά των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ήταν ακατάλληλη ή υψηλού ρίσκου επενδυτική κίνηση.
Ειδικότερα, σε δημοσιεύματα της εφημερίδας …..υπό τον τίτλο, "SG Ελκυστικά ξανά τα ελληνικά ομόλογα από το α τριμ 2010", η …εμφανίζεται αισιόδοξη για την ελληνική οικονομία, καθώς προβλέπεται ότι σύντομα οι επενδυτές θα προσφύγουν στους ελληνικούς κρατικούς τίτλους και συνιστά την πώληση των συμφωνιών πιστωτικής αθέτησης (cds) που αφορούν την Ελλάδα.
Κατά το ίδιο δημοσίευμα ο ανωτέρω γαλλικός τραπεζικός όμιλος εκτιμά ότι, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας, πρόκειται να σημειώσει τη μεγαλύτερη πτώση στην ευρωζώνη το 2010, διατυπώνει τη βεβαιότητα ότι η Ελληνική Κυβέρνηση και η ΕΕ θα καταλήξουν σε συμφωνία, καταρτίζοντας ένα νέο σχέδιο που θα περιλαμβάνει κριτήρια του Μάαστριχ και εκτιμά ότι από το 2010, οι επενδυτές θα πρέπει να τοποθετηθούν σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου.
Η ίδια εφημερίδα, στις 13-1-2010, αναφέρεται σε δημοσίευμα της εφημερίδας Wall Street Jour-nal, όπου φιλοξενείται άρθρο του οικονομικού αναλυτή Χ. Ο., αναλυτή στη B. C., ο οποίος σχολιάζοντας τη μεγάλη ζήτηση στην πρόσφατη τότε δημοπρασία των ελληνικών έντοκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, αναφέρει ότι αν οι επενδυτές ανησυχούσαν πραγματικά για τη δυνατότητα της Ελλάδας να χρηματοδοτεί τον εαυτό της, δεν θα εμφανίζονταν στις δημοπρασίες.
Επίσης, στις 11-2-2010, η ίδια πιο πάνω εφημερίδα, στην ηλεκτρονική της έκδοση, φιλοξενεί στοιχεία της έκθεσης της Citygroup, σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, σύμφωνα με τα οποία, η διάσωση της Ελλάδας θεωρείται βέβαιη, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι στο παρόν επίπεδο (11-2-2010), τα ελληνικά ομόλογα είναι ελκυστικά για τους επενδυτές που σκοπεύουν να διακρατήσουν τους τίτλους για μεγάλο διάστημα.
Ταυτόχρονα δε δημοσιοποιείται στις 10-2-2010 και η πρόθεση του οίκου ... για την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου σε Α3, σε περίπτωση που οι Ελληνικές Αρχές δεν κατορθώσουν να φέρουν τα ακριβή αποτελέσματα που υποσχέθηκαν. Έτσι, ήδη από τις αρχές του έτους 2010, τόσο τα διεθνή, όσο και τα εγχώρια μέσα μαζικής ενημέρωσης είχαν εκτενείς αναφορές σχετικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας, αναφορές οι οποίες κορυφώθηκαν το Μάϊο 2010, οπότε η Ελλάδα υπέβαλε αίτημα για την ένταξή της σε μηχανισμό στήριξης και νέα δανειοδότηση.
Το τελευταίο δε γεγονός κατέστη ευρέως γνωστό και απασχολούσε κάθε μέσο μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης και όχι μόνο συγκεκριμένους οικονομικούς κύκλους. Ωστόσο, η επένδυση σε ελληνικά ομόλογα, μέχρι και τις 10-2-2010, οπότε και λήφθηκε η σχετική απόφαση της ενάγουσας για την ένδικη επένδυση, όχι μόνο δεν ήταν ακατάλληλη, αλλά αντίθετα, κατά σημαντικό μέρος της διεθνούς και εγχώριας αγοράς εμφανιζόταν ως ευκαιρία, καθώς οι οικονομικοί αναλυτές προεξοφλούσαν ότι η Ελλάδα θα λάβει την απαιτούμενη οικονομική στήριξη ως μέλος της ευρωζώνης και το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις οικονομικές του δεσμεύσεις.
Έτσι, οι προστηθέντες της πρώτης εναγομένης, η πληροφόρηση των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, προερχόταν από την καθημερινή παρακολούθηση της αξιολόγησης των ομολόγων από τους άνω οίκους και από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και το διεθνές πρακτορείο οικονομικών πληροφοριών Bloomberg, δεν μπορούσαν να διαγνώσουν την παραπάνω μελλοντική δυσμενή εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας και μάλιστα ότι αυτή θα οδηγούσε το έτος 2012, δύο έτη μετά την ανωτέρω πρότασή τους προς την ενάγουσα να προβεί στην επίδικη επένδυση στην με το νόμο 4046/2012 θέσπιση της δυνατότητας ανταλλαγής των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (PSI) με νέους τίτλους έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένης ονομαστικής αξίας και με ομόλογα του…, πολύ μικρής ονομαστικής αξίας.
Το γεγονός δε μόνο της πτώσης της τιμής των εν λόγω ομολόγων κατά μία βαθμίδα από Α- το Δεκέμβριο του έτους 2009, σε…., τον Ιανουάριο του 2010, δεν σηματοδοτούσε άνευ άλλου και την ανωτέρω δυσμενή εξέλιξη, ήτοι την απώλεια σημαντικού μέρους του κεφαλαίου που επένδυσε η ενάγουσα. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε.
ότι η πρώτη εναγομένη είχε θετική γνώση συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων, που έθεταν υπό αμφισβήτηση την ασφάλεια της επένδυσης της ενάγουσας, όπως συγκεκριμένη πρωτοβουλία για θέσπιση PSI και απώλεια της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, τα οποία με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη όφειλε να γνωστοποιήσει στην ενάγουσα.
Οι ισχυρισμοί της τελευταίας, ότι η πρώτη εναγομένη με δική της πρωτοβουλία συμμετείχε στο PSI και συναίνεσε στο κούρεμα του επενδυτικού της κεφαλαίου, ενώ η ίδια φρόντισε να έχει ανταλλάγματα, που συνίστανται στην ανακεφαλαιοποίησή της από το Ελληνικό Δημόσιο, δεν κρίνονται βάσιμοι, δεδομένου ότι τυχόν αρνητική δικαιοπρακτική βούληση του επενδυτή (ενάγουσας) προς την εναγομένη τράπεζα δεν θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την έκβαση της διαδικασίας λήψης της συλλογικής απόφασης των Φορέων του Συστήματος Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (ως ομολογιούχων, άρθρο 1 παρ.
στ' ν. 4050/2012), με αντικείμενο την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Το γεγονός δε, ότι επρόκειτο για τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση κρατικού χρέους στην οποία συμπεριλήφθηκαν τίτλοι ονομαστικής αξίας 200 δις ευρώ περίπου, ποσό ανώτερο από το ύψος του ημεδαπού ΑΕΠ, ταυτόχρονα δε για την πρώτη αναδιάρθρωση χρέους ευρωπαϊκού κράτους μετά τη δεκαετία του 1950, καταδεικνύει μεν την αιφνίδια μεταβολή των οικονομικών συνθηκών του Ελληνικού Κράτους, το οποίο περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώνει εμπροθέσμως και στο ακέραιο όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις, πλην, όμως, δεν θεμελιώνει και ευθύνη της εναγομένης Τράπεζας, στην ένδικη περίπτωση.
Με βάση την προπεριγραφείσα κατάσταση, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών προς την ενάγουσα, τις οποίες παρείχαν, στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, χωρίς για την τελευταία υπηρεσία (παροχή συμβουλών) την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης, δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι επενδυτικές αυτές συμβουλές τους, μπορούσαν να προκαλέσουν μετά την παρέλευση δύο ετών, την προαναφερθείσα συγκεκριμένη ζημία στην ενάγουσα, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο της πτώχευσης του Ελληνικού Δημοσίου ή της απώλειας της ονομαστικής αξίας των ομολόγων δια συγκεκριμένου προγράμματος, όπως το PSI, με δεδομένο μάλιστα ότι η ελευθερία δράσης που κατέλειπε η ανάληψη της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου από την ενάγουσα, στο πλαίσιο της ανωτέρω μορφής τραπεζικής συναλλαγής, ήταν τέτοια ώστε την απόφαση για κάθε επενδυτική κίνηση μετά την εκτέλεση της αγοράς, είχε μόνο η ενάγουσα.
Η τελευταία, όπως επισημαίνεται στις παραπάνω τέσσερις εντολές της προς την πρώτη εναγομένη, για αγορά των επίδικων ομολόγων, είχε ενημερωθεί για τους κινδύνους της επένδυσης, για την πιθανή διακύμανση των ομολόγων μέχρι τη λήξη της, καθώς και για τον κίνδυνο φερεγγυότητας του εκδότη Ελληνικού Δημοσίου.
Για το λόγο μάλιστα αυτό επέλεξε την αγορά των παραπάνω ομολόγων, με ημερομηνίες λήξης 20-8-2015 και 20-3-2012, λαμβάνοντας υπόψη, το γεγονός ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια ενός ομολόγου, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ταλάντωσης και ως εκ τούτου μεταβολής της τιμής του ομολόγου, η οποία παρατηρείται σε συνθήκες διακύμανσης ή αστάθειας της αγοράς.
Συνεπώς, οι δεύτερη και τρίτος των εναγόμενων, δεν παραβίασαν τις υποχρεώσεις διαφώτισης και προστασίας της ενάγουσας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 ν. 3606/2007, καθώς τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τόσο κατά το χρόνο παροχής των επενδυτικών συμβουλών, όσο και κατά το χρόνο λήψης της επενδυτικής απόφασης της ενάγουσας, δεν είχαν χαμηλή διαβάθμιση, αλλά αποτελούσαν κατάλληλη και ενδεδειγμένη επενδυτική πρόταση.
Εξάλλου, η ενάγουσα δεν αποτελούσε μέσο επενδυτή, άπειρο στις συναλλαγές, αντίθετα είχε ειδική περί της αγοράς των ομολόγων εμπειρία, λαμβάνοντας σχετική χρηματοδότηση από την πρώτη εναγομένη, με εξασφάλιση τα ομόλογα. Ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Ν. Κ., ο οποίος ήταν ο πραγματικός δικαιούχος αυτής, υπήρξε έμπειρος επενδυτής, επιπλέον δε έλαβε τη σχετική απόφαση, ως εκπρόσωπός της, έχοντας και τη συνδρομή των οικονομικών συμβούλων των εταιριών του ομίλου του.
Ειδικότερα, η ενάγουσα διά του άνω νομίμου εκπροσώπου της, πριν την αγορά των επίδικων ομολόγων είχε προβεί στην προαναφερθείσα επένδυση στο ομόλογο, "B. A. «P., αλλά και στην επένδυση και σε άλλα προϊόντα, όπως τα, α) «B. W. E. «F., β) «B. N. E. «F., γ) «G. D. «F. και δ) «G. N. R. «F., (U.), μέσω της πρώτης εναγομένης, εταιρίας. Επιπλέον, ο νόμιμος εκπρόσωπός της, μέσω άλλης εταιρίας του Ομίλου εταιριών της (ενάγουσας), της "P. M. (H.) L.", είχε προχωρήσει στη σύναψη προθεσμιακών συμβολαίων επί ναύλων (F.
F. A.-ments ή F.), που αποτελούν ιδιαιτέρως πολύπλοκα σχήματα επενδυτικών προϊόντων, ήτοι συμβάσεις με αντικείμενο, ''την καταβολή της διαφοράς μεταξύ συμφωνούμενης σήμερα τιμής και της μελλοντικής τιμής αναφορικά με τη μεταφορά προϊόντος από συγκεκριμένο τόπο σε άλλο ή αναφορικά με την μελλοντική τιμή ναύλωσης πλοίου στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου''.
Έτσι, η ενάγουσα αποτελούσε επαγγελματία επενδυτή της πρώτης εναγομένης, έχοντας κατηγοριοποιηθεί ως τέτοιος πελάτης, από την τελευταία, κατηγοριοποίηση στην οποία δεν αντέλεξε η ενάγουσα, ούτε ζήτησε πρόσθετη προστασία αντιμετωπιζόμενη ως ιδιώτης επενδυτής. Αντίθετα, ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ν. Κ.
μετά τις ένδικες συναλλαγές και πριν την κατάρτιση της παρακάτω αναφερόμενης σύμβασης παροχής πίστωσης με εξασφάλιση τα ομόλογα, στις 25-5-2010 διαβίβασε στην πρώτη εναγομένη, σχετική δήλωση συναίνεσης της ενάγουσας, για επαγγελματίες πελάτες, κατά την εκτέλεση των εντολών του. Το γεγονός δε αυτό γνώριζαν οι λοιποί εναγόμενοι, κατά την παροχή των επενδυτικών συμβουλών προς το νόμιμο εκπρόσωπό της, Ν.
Κ.. Εξάλλου, το γεγονός ότι η ενάγουσα επέλεγε να επενδύσει σε ομόλογα εξωτερικού, καταδεικνύει την ενασχόλησή της, όχι μόνο με την πορεία των εκ-δοτριών εταιριών των παραπάνω ομολόγων (M. L., B. R. και J. M.), αλλά και με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ίδια, δια του νομίμου εκπροσώπου της, παρακολουθούσε και ενημερωνόταν για τις διεθνείς εξελίξεις, πολύ δε περισσότερο για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και την επίδραση των διεθνών αγορών σ' αυτή.
Έτσι, η παρεχόμενη πληροφόρηση προς την ενάγουσα ήταν επαρκής, παρουσιάστηκε δε με τρόπο απολύτως κατανοητό από το Ν. Κ. και το Χ. Γ., χωρίς η δεύτερη και ο τρίτος των εναγομένων, προστηθέντες της πρώτης, να υποβαθμίσουν ή από-κρύψουν στοιχεία τέτοια, τα οποία αν είχαν τεθεί σε γνώση της ενάγου-σας, δεν θα οδηγούσαν στη λήψη της επενδυτικής απόφασής της.
Εξάλλου, λόγω και της κατηγοριοποίησης της ενάγουσας ως επαγγελματία επενδυτή, η πρώτη εναγομένη δεν είχε υποχρέωση κατά το άρθρο 8 παρ. 1 της απόφασης 1/452/1-11-2007 του ΔΣ της Επιτροπής της Κεφαλαιαγοράς να της παρέχει ειδική περιγραφή των κινδύνων που ενείχε η προτεινόμενη επένδυση, υποχρέωση που αφορά τους ιδιώτες πελάτες.
Το επίπεδο δε της γνώσης της ενάγουσας, ως προς τους κινδύνους του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού προϊόντος, στο οποίο θα επένδυε και τη μεταβλητότητα της τιμής του, ήταν επαρκές, ώστε να κατανοήσει τους πιθανούς κινδύνους που συνόδευαν την επενδυτική της επιλογή. Η τελευταία ήταν πλήρως εξοικειωμένη με το είδος της εν λόγω επένδυσης, ενώ η φύση, ο όγκος και η συχνότητα των συναλλαγών της, σε συνδυασμό με το μορφωτικό επίπεδο, το επάγγελμα και την επενδυτική εμπειρία του νομίμου εκπροσώπου της, καθώς και τη δεδομένη οικονομική της δυνατότητα να αναλάβει το βάρος των κινδύνων της εν λόγω επένδυσης, συνιστούν στοιχεία τα οποία αξιολόγησε και συνεκτίμησε η πρώτη εναγομένη, κατά την παρουσίαση της επενδυτικής της πρότασης.
Η ίδια δε, ως επαγγελματίας πελάτης, θεωρείται ότι διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχουν οι συγκεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες ή συν-αλλαγές ή τα είδη των συναλλαγών ή προϊόντων για τα οποία ο πελάτης αυτός έχει ενταχθεί στην κατηγορία του επαγγελματία πελάτη, όπως ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 της άνω απόφασης.
Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, η ενάγουσα είχε ενταχθεί στην κατηγορία του επαγγελματία πελάτη σχετικά με την αγορά των ομολόγων και τη σύναψη δανείων χρηματοδότησής της, εφόσον παρείχε τα ομόλογα στην πρώτη εναγομένη, ως ενέχυρο. Για το λόγο άλλωστε αυτό, αναγράφηκε στις σχετικές εντολές, τις οποίες υπέγραψε ο Ν. ..., ότι, η εντολή της για την επένδυση σε ομόλογα βασίστηκε αποκλειστικά στην προσωπική της κρίση (διά του εκπροσώπου της Ν.
Κ., ο οποίος χορήγησε τις εντολές), ότι η τράπεζα δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος που περιγράφεται σε αυτή τη συναλλαγή και ότι η παρούσα συναλλαγή δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι οι επενδυτικές συμβουλές προς την ενάγουσα εντάχθηκαν στην υπηρεσία H.
P., της εναγομένης, που αφορούν επαγγελματίες πελάτες, με συνολικό ύψος καταθέσεων ή επενδύσεων άνω των 60.000 ευρώ. Περαιτέρω και όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ότι μετά την αγορά των ομολόγων (10-2-2010) και μέχρι τη σύναψη της σύμβασης χρηματοδότησης, η πρώτη εναγομένη δια των προστηθέντων της, δεν προέβη σε ενημέρωσή της σχετικά με την πτωτική πορεία των ομολόγων, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να λάβει δάνειο ίσο με το 77,34% της αξίας των ομολόγων, αλλά ίσο με το 46,7% της αξίας αυτών, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα εξής:
Μετά την αγορά των ομολόγων, στις 4-3-2010, η δεύτερη εναγομένη, απέστειλε, μέσω τηλεομοιοτυπίας, στην ενάγουσα μία συμπληρωμένη αίτηση για τη χορήγηση καταναλωτικού δανείου, όπως είχαν συμφωνήσει, προ-κειμένου να την υπογράψει η τελευταία. Με την αίτηση αυτή η ενάγουσα ζητούσε τη χορήγηση δανείου, ποσού 569.000 ευρώ, αντίστοιχου του 77,34% της κατά την 4-3-2010, αξίας των ομολόγων.
Ακολούθως, ο Ν. Κ. διαβίβασε την αίτηση υπογεγραμμένη, προς την πρώτη εναγομένη, γνωρίζοντας ότι αυτή δεν δέσμευε την τελευταία ως προς το ύψος της χρηματοδότησης, όπως, άλλωστε, δήλωσε ο ίδιος στο σώμα της αίτησης. Κατά τον παραπάνω χρόνο τα επίδικα ομόλογα αξιολογούνταν θετικά από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, ήτοι με τους δείκτες ..
από την S. & P. και Α2 από την Moody's. Ακολούθως, στις 14-7-2010, όταν ήδη το Ελληνικό Δημόσιο είχε ενταχθεί στο μηχανισμό χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, γεγονός το οποίο ήταν ευρέως γνωστό και είχε ως συνέπεια την υποβάθμιση των δεικτών αξιολόγησης των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, σε Α3 από την …+ από την S. & P. και …- από τον οίκο…), ο παραπάνω υπάλληλος της πρώτης εναγομένης, Π..
Σ. τηλεφώνησε στο Ν. Κ. και του δήλωσε, ότι η πρώτη εναγομένη δεν θα παρείχε στην ενάγουσα την αιτούμενη χρηματοδότηση μέχρι του ποσού των 569.000 ευρώ, αλλά χρηματοδότηση μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ. Το γεγονός αυτό υπήρξε απόρροια της αβεβαιότητας σχετικά με τη φερεγγυότητα του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία οδήγησε σε αλλαγή πολιτικής της πρώτης εναγομένης και άλλων τραπεζών αναφορικά με τις πιστώσεις που χορηγούσαν σε σχέση με τα προϊόντα, τα οποία θα τους παρείχαν για την εξασφάλισή τους.
Ο Ν. Κ., ουδεμία διαμαρτυρία πρόβαλε ως προς το ύψος της χρηματοδότησης, καθώς πρωταρχικός σκοπός της ενάγουσας ήταν η άμεση χρηματοδότησή της, ώστε να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες ρευστότητάς της. Για το λόγο αυτό, έχοντας σαφή και πλήρη εικόνα της ελληνικής οικονομίας, όχι μόνο δεν προέβη σε άμεση ρευστοποίηση των ομολόγων, αλλά αντίθετα συμφώνησε να καταρτίσει την παραπάνω με αριθμό .../15-7-2010 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, στα πλαίσια της οποίας μέχρι τις 21-9-2011, έλαβε το ποσό των 100.000 ευρώ.
Ενόψει των εκτεθέντων, βασικός επενδυτικός σκοπός της ενάγουσας, δεν ήταν η αγορά των δύο ομολόγων, προκειμένου να λάβει δάνειο, ισούμενο με το 80% ή το 77,34% της αξίας των ομολόγων, ποσού 569.000 ευρώ, αλλά η επένδυση σε προϊόντα τα οποία μπορούσαν να της προσφέρουν υψηλό χρηματοδοτικό δείκτη, ώστε να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις.
Για το γεγονός, άλλωστε, αυτό, κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο μάρτυρας της ενάγουσας, Ε. Χ., οικονομικός διευθυντής, στην εταιρία, με την επωνυμία, «C. S. L.", συμφερόντων του γιου του άνω νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Π. Κ., αναφέροντας σε περικοπές της κατάθεσής του, ότι, ''ο λόγος που η ενάγουσα επέλεξε τη συγκεκριμένη επένδυση, ήταν η δανειοδότησή της, με δάνειο ύψους αντίστοιχου σε ποσοστό 80% της αξίας των ομολόγων'', καθώς και ότι, ''ήθελε ρευστότητα, ήθελε μετρητά που είναι το πιο ασφαλές καταφύγιο''.
Εξάλλου, η ενημέρωση των εναγομένων, ότι από τον Ιανουάριο του 2010 μέχρι τις 12-2-2010, με βάση τα ομόλογα, μπορούσε να λάβει χρηματοδότηση σε ποσοστό μέχρι 80% της αξίας των ομολόγων, δεν ήταν ψευδής αλλά ορθή, ανταποκρινόμενη στις επικρατούσες κατά τον παραπάνω χρόνο, οικονομικές συνθήκες.
Συνεπώς, η αγορά των επίδικων ομολόγων, ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις της ενάγουσας, για τη χρηματοδότησή της, αφού αυτή πράγματι χρηματοδοτήθηκε από την πρώτη εναγομένη, στα πλαίσια της προαναφερθείσας σύμβασης πίστωσης, με αλληλόχρεο λογαριασμό, λαμβάνοντας, το ποσό των 100.000 ευρώ και επιπλέον κατά τη διάρκεια της επένδυσης, τοκομερίδια, ύψους 109.079,53 ευρώ, χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε διαμαρτυρία για την εν λόγω χρηματοδότηση.
Ο συγκεκριμένος δε χρηματοδοτικός δείκτης (46,7%), στις 14-7-2010, εξασφάλισε σ' αυτή τη ρευστότητα την οποία και επεδίωκε, μέσω της αγοράς των ομολόγων. Εξάλλου, αν πράγματι η πρώτη εναγομένη αποσκοπούσε στην παραπλάνηση της ενάγουσας, κατά την παρουσίαση της πρότασής της για αγορά των συγκεκριμένων ομολόγων, προτείνοντας προϊόντα που δεν παρείχαν ασφάλεια, λόγω της αφερεγγυότητας του εκδότη τους Ελληνικού Δημοσίου, δεν θα της παρείχε χρηματοδότηση, λαμβάνοντας για την εξασφάλισή της, το ομόλογα ως ενέχυρο.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά για την πτωτική πορεία των ομολόγων, προς την πρώτη εναγομένη, στις 4-11-2011, σε συνάντηση που είχε ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Ν. Κ., στα γραφεία του, με τους, δεύτερη και τρίτο των εναγομένων, Ν. Τ. και Λ. Γ.. Κατά τη συνάντηση αυτή, στην οποία ήταν παρόντες και οι οικονομικοί σύμβουλοι του Ν..
Κ., Χ. Γ. και Ε. Χ., ο Ν. ..., αφού διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά για μη ενημέρωσή του, όσον αφορά την πρότασή τους για την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, αποδίδοντας σ' αυτή τη ζημία της ενάγουσας από την πτωτική πορεία των ομολόγων, προσπάθησε να εκμαιεύσει διαβεβαίωση ή δέσμευση της πρώτης εναγομένης, δια των άνω υπαλλήλων της, όσον αφορά τους δείκτες αξιολόγησης των ομολόγων από τους διεθνείς επενδυτικούς οίκους, κατά το χρόνο της σχετικής πρότασης και της αγοράς τους, το έτος 2010, τους οποίους έλαβαν υπόψη, στηρίζοντας σ' αυτούς τη σχετική πρότασή τους, ενώ οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, τον παρέπεμψαν στην ενημέρωση που τους παρείχαν κατά το χρόνο της αγοράς των ομολόγων.
Στη συνέχεια, ο Ε. Χ., στις 8-11-2011, με mail προς τον τρίτο εναγόμενο, απεύθυνε σ' αυτόν τα ερωτήματα, αν πράγματι, όταν αγοράστηκαν τα ομόλογα, αξιολογούνταν με τους δείκτες ΑΑΑ ή ΑΑ και ποια είναι η τάση της τράπεζας για τα εταιρικά ομόλογα αυτή την εποχή και αν αξίζει κάποιος να ασχοληθεί, ενώ ο Ν. ... με την από 10-11-2011 ηλεκτρονική επιστολή του, προς τους δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, αναφερόμενος στη συνάντηση που είχαν, στις 4-11-2010, ισχυρίστηκε, ότι οι ίδιοι του ανέφεραν ότι η πρότασή τους για την αγορά των επίδικων ομολόγων βασίστηκε στην αξιολόγηση του οίκου, S. & P., ως "ΑΑ", ενώ η Ελλάδα δεν είχε λάβει τέτοια αξιολόγηση και ότι στις 12-2-2010, όταν αγοράστηκαν τα ομόλογα ο άνω οίκος είχε ήδη μειώσει την αξιολόγηση της Ελλάδας, από Α- σε...
Ωστόσο, δια- διαβεβαιώσεις των εναγομένων για αξιολόγηση των ομολόγων με το δείκτη ΑΑ από οίκο S. & P., κατά το χρόνο της σχετικής πρότασης, τον Ιανουάριο του έτους 2010, όπως και απόκρυψη εκ μέρους τους, της μεταγενέστερης, κατά το χρόνο της εντολής δυσμενούς αξιολόγησης τους, δεν αποδείχθηκαν. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η πρόταση των εναγομένων για την επίδικη επένδυση, κατά τον πιο πάνω χρόνο, βασίστηκε, μεταξύ άλλων, και στη αξιολόγηση των ομολόγων από τον οίκο S. & P., με δείκτη Α, καθώς και στο ότι ο ίδιος οίκος αξιολόγησης, κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα από 14-1-2009 μέχρι 7-12-2009, είχε διαβαθμίσει τα άνω ομόλογα με το δείκτη Α-, επισημαίνοντας την ικανότητα του Ελληνικού Δημοσίου να ανταποκριθεί στις οικονομικές του δεσμεύσεις.
Η αξιολόγηση δε αυτή, όπως και η προαναφερθείσα κατά το χρόνο χορήγησης της εντολής (12-2-2010), διαβάθμιση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, που ήταν Α2 από τον οίκο ‘M. και Β.+ από τον S. & P., τέθηκαν υπόψη του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, έμπειρου επενδυτή, κατά τα προαναφερθέντα. Από τις τελευταίες δε αξιολογήσεις, όπως ήδη αναφέρθηκε η Α2, αντικατοπτρίζει την ικανότητα του εκδότη των ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, κατά τρόπο που είναι ευάλωτος σε ενδεχόμενες δυσμενείς μεταβολές των περιστάσεων και των οικονομικών συνθηκών, με ισχυρή, όμως, ικανότητα του Ελληνικού Δημοσίου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ενώ ο δείκτης ΒΒΒ+ φανερώνει ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε επαρκείς δυνατότητες να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, ενδεχόμενη όμως, δυσμενής μεταβολή των περιστάσεων και των οικονομικών συνθηκών, μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσκαιρη αδυναμία να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις.
Έτσι, τα συγκεκριμένα ομόλογα, σύμφωνα με τους πιο πάνω οίκους αξιολόγησης, προέρχονταν από εκδότη με σημαντική πιστοληπτική διαβάθμιση, γεγονός που παρείχε επαρκείς εγγυήσεις για την ασφαλή μελλοντική πορεία τους, ήταν δε κατάλληλα προς επένδυση. Περαιτέρω, ο Ν. Κ.. μετά την αγορά των ομολόγων, γνώριζε την εξέλιξη της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας και τις υποβαθμίσεις της από τους οίκους αξιολόγησης, ενόψει και του ότι τα περιστατικά αυτά είχαν λάβει εκείνη την εποχή εκτεταμένη δημοσιότητα, όπως ήδη αναφέρθηκε, χωρίς μέχρι την προαναφερθείσα συνάντηση να προβάλει οποιαδήποτε αιτίαση, όσον αφορά την ενημέρωσή του για τα επίδικα ομόλογα.
Επίσης, ο ίδιος γνώριζε ότι η διαχείριση της επένδυσης ανήκε σ' αυτόν, ο οποίος έχοντας γνώση των οικονομικών δεδομένων αποφάσισε να κρατήσει τα ομόλογα και να μην προβεί σε πρόωρη ρευστοποίησή τους. Έτσι, η ζημία της ενάγουσας από την απομείωση της αξίας των ομολόγων, δεν συνδέεται αιτιωδώς με αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων από την πλημμελή εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης εντολής, συνιστάμενη σε παράλειψη ενημέρωσής της, ως προς το είδος και τα χαρακτηριστικά των επίδικων προϊόντων ή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων με τη δόλια απόκρυψη των χαρακτηριστικών αυτών και την παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, εκ μέρους των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης.
Αντίθετα, αυτή επήλθε λόγω της αντικατάστασης των ομολόγων της ενάγουσας και την απομείωση της συν-ολικής τους αξίας λόγω της εφαρμογής του PSI στις 09-03-2012 (ΠΥΣ 10/9-03-2012), την οποία η πρώτη εναγομένη, με βάση τα κριτήρια ενός μέσου πιστωτικού ιδρύματος, δεν μπορούσε να προβλέψει. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι στην προκειμένη περίπτωση ούτε το ύψος της ζημίας μπορεί να προσδιοριστεί, καθώς ουδέν στοιχείο διαλαμβάνει η ενάγουσα ως προς την τύχη των νέων ομολόγων, τα οποία έλαβε, μετά την αντικατάσταση των επίδικων και την αξία αυτών, λαμβανομένου υπόψη, ότι η αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας της ενάγουσας εξαιτίας της επικαλούμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, επί ομολόγων των οποίων η αξία διακυμαίνεται, συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος που κατέβαλε για την αγορά των ομολόγων και της αξίας αυτών κατά το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΟλΑΠ 1/1997, ΑΠ 1382/ 2011, ΑΠ 39/2009, ΑΠ 2047/2014, ΑΠ 209/2016, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ).
Mε βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές, οι εναγόμενοι εκτέλεσαν επακριβώς και προσηκόντως τη δοθείσα σ' αυτή εντολή για την επένδυση στα επίδικα προϊόντα και εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους πλήρως έναντι της ενάγουσας, συνιστάμενες στην αγορά για λογαριασμό της των επίδικων ομολόγων, τα δε όργανα αυτών δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη, ούτε παραβίασαν υπαίτια κάποια αρχή του Κώδικα Δεοντολογίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) κατά την πραγματοποίηση των άνω επενδυτικών εντολών, κατά τη διάρκεια της ένδικης επένδυσης.
Οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων παρείχαν στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ως προς την εν λόγω επένδυση, η οποία αφορούσε την αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, που συνιστούν μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνουν όρους ή προϋποθέσεις κατά την έκδοσή τους που απαιτείται εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία εκ μέρους του πελάτη για την κατανόησή τους, όπως ήδη αναφέρθηκε.
Η σχετική υπηρεσία παρασχέθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της ενάγουσας, η οποία μάλιστα, ενόψει και της κατηγοριοποίησής της ως επαγγελματία πελάτη, είχε ενημερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της η πρώτη εναγομένη δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, που περιγράφεται σε αυτή τη συναλλαγή και η παρούσα συναλλαγή δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς, όπως τούτο αναφέρεται ρητά στο σώμα των παραπάνω, από 12-2-2010 τεσσάρων εντολών για την αγορά των ομολόγων.
Πέραν, όμως, αυτών, ανεξαρτήτως της παραπάνω κατηγοριοποίησης της ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι αυτή, δια του νομίμου εκπροσώπου της, είχε αντίστοιχη πληροφόρηση, τόσο και την τοποθέτηση των κεφαλαίων της στα επίδικα προϊόντα, όσο και κατά τη διάρκεια της επένδυσης, λαμβάνοντας από το Μάρτιο του έτους 2010 και εφεξής, σε μηνιαία τακτική βάση τις ενημερωτικές καταστάσεις της πρώτης εναγομένης, οι οποίες περιλάμβαναν την εκάστοτε αποτίμηση των ομολόγων της, όπου και αποτυπωνόταν μετά την αγορά τους, πτωτική πορεία και ότι η απόφαση για τη μη ρευστοποίηση της επένδυσης, ανήκε αποκλειστικά στο νόμιμο εκπρόσωπό της, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες απέκρυψαν από αυτόν και μάλιστα σκόπιμα σημαντικές πληροφορίες σχετικές με τα χαρακτηριστικά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων.
Γνώση των εναγομένων αναφορικά με το ενδεχόμενο της αφερεγγυότητας του εκδότη των ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου και μάλιστα δύο και πλέον χρόνια πριν την πραγματοποίηση της επένδυσης, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε. Ενόψει αυτών, η συμπεριφορά των εναγομένων δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι παρέβησαν τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχαν έναντι της ενάγουσας σε σχέση με την πληροφόρησή της, αφού την είχαν ενημερώσει για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, τόσο κατά τη σχετική πρόταση, όσο και μεταγενέστερα, ούτε η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση της γενικής δικαιϊκής αρχής της καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων τους και της λήψης μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτρέψουν την επέλευση ζημίας στην αντισυμβαλλόμενή τους, ή παραβίαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.
Κατόπιν αυτών, η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, κατά το μέρος που η νομική θεμελίωση της οποίας επιχειρείται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, από την παραβίαση των άρθρων 288, 297, 298, 346, 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 στοιχ. α, β και ε, 12 παρ. 6 και 8, 25 παρ. 1-5 του ν. 3606/2007, για τις ''αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων'', και 1 παρ. 2, 2 παρ. 9, 3, 4-8, 12-14 της με αριθμό 1/452/1-11-2007 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και 919 ΑΚ είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 18-7-2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3793/2015 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα ως άνω οριστική απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με τη συνδέουσα τους διαδίκους συμβατική σχέση, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2198/1994 και άρθρου 90 ΕμπΝ, αφού με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα, οι διάδικοι κατάρτισαν μεταξύ τους άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στα πλαίσια της οποίας η ενάγουσα, στις 12-2-2010, χορήγησε εγγράφως εντολή στην πρώτη εναγομένη, για την αγορά για λογαριασμό της, δύο ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής αξίας 370.000 ευρώ καθένα, αντί τιμήματος 378.389,37 καθένα και συνολικά 762.862,96 ευρώ, από τη δευτερογενή αγορά (σύμβαση παραγγελίας για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων-ομολόγων κατ' άρθρο 4 παρ. 1β ν.3606/2007), και με αντικείμενο, αφενός την ανάληψη από την πρώτη εναγομένη της υποχρέωσης να εκτελέσει, την παραγγελία (εντολή) της ενάγουσας για την αγορά των άνω χρηματοπιστωτικών μέσων και αφετέρου, την ανάληψη από την ενάγουσα της υποχρέωσης να καταβάλει το τίμημα των χρεογράφων, που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, η οποία (συναλλαγή) ρυθμίζεται από το άρθρο 4 παρ. 1β ν. 3606/2007 (εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, που συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών), και αποτελεί κύρια επενδυτική υπηρεσία, και όχι την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα σύμβαση πώλησης, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί κατάρτισης προφορικής σύμβασης πώλησης των ένδικων ομολόγων εκ μέρους της πρώτης εναγομένης προς αυτήν από το χαρτοφυλάκιό της, συμβληθείσα ως πωλήτρια αυτών.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές ορθά το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων προφορικής σύμβασης πώλησης των επίδικων ομολόγων και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά δε το υπό στοιχ. 1.2 σκέλος του, με το οποίο υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος, ενώ και οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να γίνει δεκτός ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός της, περί κατάρτισης προφορικής σύμβασης πώλησης των επίδικων ομολόγων, απαραδέκτως προβάλλονται γιατί με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Επίσης, αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και ο υπό στοιχ. 1.1 πρώτος και ο όγδοος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια ορθώς από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 KΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8, 10 και 12 και από τον αριθμό 8 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν προέβη σε εφαρμογή του ν. 2198/1994 "περί άϋλων τίτλων", από τον οποίο διέπονται οι επίδικες συναλλαγές και με βάση τον οποίο υφίσταται αντικειμενική ευθύνη της εναγομένης τράπεζας έναντι αυτής ως δικαιούχου των τίτλων, αφού το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 2198/1994, ούτε άλλωστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, ήταν εφαρμοστέες ενώ σε κάθε περίπτωση οι ως άνω λόγοι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση πώλησης των ομολόγων, πλην όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως οι παραδοχές της εκτίθενται παραπάνω, προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1406/2021).
Άλλωστε, δεν περιέχεται στην ένδικη αγωγή όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, αντίστοιχη βάση, ο δε σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας-αναιρεσείουσας που συνιστά προσθήκη νέας αγωγικής βάσης, απαράδεκτα προτάθηκε για πρώτη φορά με την έφεσή της (ΑΠ 201/2021, ΑΠ 962/2012). Σε κάθε δε περίπτωση ουδόλως υφίσταται αντικειμενική ευθύνη της εναγομένης κατ' εφαρμογή του ν. 2198/1994, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού οι ενοχικές υποχρεώσεις των φορέων, οι οποίες συναρτώνται με και απορρέουν από την διάθεση των άϋλων τίτλων προς τους επενδυτές, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο μείζονα σκέψη (ΙΙ Δ' μέρος), περιορίζονται κατ' ουσίαν στα καθήκοντα προσυμβατικής και τακτικής ενημέρωσης, λογιστικής παρακολούθησης και λογοδοσίας, ως εν γένει επί επενδυτικών υπηρεσιών θεματοφυλακής (άρθρο 4 παρ. 2 εδ.
α` Ν. 3606/2007, άρθρα 713 επ. ΑΚ και 822 επ. ΑΚ προκειμένου περί ενσωμάτων τίτλων), αλλά και σε υπηρεσίες "νομιμοποιήσεως" των επενδυτών έναντι του κεντρικού μητρώου και του εκδότη.
ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτήν (ΑΠ 138/2020, ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2020). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος αυτού, ορθώς από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ (και όχι από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), καθώς και με τον έβδομο λόγο κατά το σχετικό σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε:
α) τον ισχυρισμό της εναγομένης τράπεζας περί αγοράς εκ μέρους της των πωληθέντων στην αναιρεσείουσα ομολόγων, μέσω της ΗΔΑΤ από τρίτο (άλλη τράπεζα) και όχι απευθείας από το Δημόσιο κατά την έκδοση των τίτλων, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) ισχυρίστηκε και β) ότι η ενάγουσα εταιρία, τόσο κατά την αγορά των ομολόγων όσο και στη συνέχεια, γνώριζε την πιστοληπτική διαβάθμιση αυτών, καθώς και την επακολουθήσασα πτωτική πορεία τους.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως, απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα την επίδραση των λόγων αυτών στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. V. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος.
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)απόδειξης του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού), αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις και το αντίστροφο, ήτοι ότι ο αγωγικός ισχυρισμός απορρίφθηκε όχι εξαιτίας ανεπάρκειας των αποδείξεων που προσκομίστηκαν από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, αλλά επειδή το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του όλες τις αποδείξεις που εισφέρθηκαν εκατέρωθεν, θεώρησε επαρκείς αυτές για την απόδειξη του αντιθέτου του αγωγικού ισχυρισμού (ΑΠ 611/2021, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 319/2009).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, η αναιρεσείουσα με την επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, απέρριψε τον αγωγικό της ισχυρισμό περί κατάρτισης με την εναγομένη τράπεζα σύμβασης πώλησης, δυνάμει της οποίας η τελευταία της μεταβίβασε τα ομόλογα που κατείχε η ίδια, και όχι ομόλογα που αγόρασε από τη δευτερογενή αγορά, ενώ όπως επί λέξει αναφέρει "Η τράπεζα έχει το βάρος απόδειξης για την καλή εκτέλεση της σύμβασης πώλησης και την καλόπιστη εκπλήρωση της παροχής που την βαρύνει".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί της ανωτέρω αγωγής δέχθηκε, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του ότι: "στην προκειμένη περίπτωση, αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας στη σύμβαση αγοράς των ομολόγων, τα οποία απέκτησε η πρώτη εναγομένη στη δευτερογενή αγορά, για λογαριασμό, όμως, της ενάγουσας, δεν ήταν η πρώτη εναγομένη Τράπεζα, ως εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αλλά τρίτος, μη διάδικος. ...
Οι ισχυρισμοί της τελευταίας (ενάγουσας), ότι η πρώτη εναγομένη ήταν πράγματι πωλήτρια των ομολόγων, διότι αυτά πωλήθηκαν από το χαρτοφυλάκιό της, δεν κρίνονται βάσιμοι, καθώς δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ότι τα παραπάνω ομόλογα υπήρχαν πράγματι στο χαρτοφυλάκιο της πρώτης εναγομένης, η οποία τα είχε προμηθευτεί για λογαριασμό της και ακολούθως τα πώλησε η ίδια προς την ενάγουσα, συναλλασσόμενη ως πωλήτρια αυτών.
Αντίθετη κρίση, δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η τελευταία, όπως και πολλές άλλες τραπεζικές εταιρίες, υπήρξε γενικά ανάδοχος των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, αφού τούτο δεν συνεπάγεται άνευ άλλου και ότι τα συγκεκριμένα (επίδικα) ομόλογα υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιό της και ότι αυτή κατά την προώθηση τους σε επενδυτές, συναλλασσόταν και ως πωλήτρια αυτών".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός απορρίφθηκε, όχι εξαιτίας ανεπάρκειας των αποδείξεων που προσκομίστηκαν από την ενάγουσα- αναιρεσείουσα, αλλά επειδή το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του όλες τις αποδείξεις που εισφέρθηκαν εκατέρωθεν, θεώρησε επαρκείς αυτές για την απόδειξη του αντιθέτου του αγωγικού ισχυρισμού και γι` αυτό τον απέρριψε.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 3 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το με αυτή διατυπούμενο απαράδεκτο αποτελεί α) ειδικότερη εκδήλωση της από τη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 ΚΠολΔ καθιερούμενης γενικότερης αρχής, κατά την οποία αποκλείεται η πρόταση της ακυρότητας ορισμένης διαδικαστικής πράξης από το διάδικο, που την έχει ενεργήσει ή από τη συμπεριφορά του οποίου προκλήθηκε η ακυρότητα, β) αφορά διαδικαστικές πράξεις που κρίθηκαν έγκυρες με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και γ) προϋποθέτει ότι οι πράξεις αυτές έχουν ενεργηθεί από τον αναιρεσείοντα ή τρίτα πρόσωπα, που όμως λειτουργούν στο όνομα αυτού.
Ειδικότερα, στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνεται ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και ο δικαστικός επιμελητής, όταν ενεργεί κατ` εντολή του διαδίκου αυτού, (αναιρεσείοντος), ή του πληρεξουσίου του (ΟλΑΠ 1548/1979, ΑΠ 1322/2018,ΑΠ 1678/2008, ΑΠ 1667/2006). Τέλος, από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αοριστία της αγωγής ως λόγος αναίρεσης δεν αναφέρεται στο πιο πάνω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι λόγοι του οποίου λαμβάνονται υπόψη και χωρίς πρότασή του, γιατί δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987, ΟλΑΠ 1537/1981, ΑΠ 442/2008,ΑΠ 428/2008,ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1162/2004).
Συνεπώς ο αναιρεσείων δε μπορεί να προβάλει ως λόγο αναίρεσης την αοριστία της δικής του αγωγής, την οποία ο ίδιος δημιούργησε (ΑΠ 611/2021, ΑΠ 116/2003). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή της, αλλά την απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, γιατί δημιουργήθηκε από πράξη του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ήτοι από δική της πράξη, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης του Εφετείου, δεν υφίσταται παραδοχή του τελευταίου περί αοριστίας της αγωγής για οποιοδήποτε λόγο. V
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 - 340 και 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δέκατο λόγο αναίρεσης (κατά το σχετικό σκέλος αυτού) και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη και, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη αποδεικτικό μέσο που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτή κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από το οποίο προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής της και, ειδικότερα, ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση η υπ' αρ. 8/769/7-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία επιβλήθηκαν σχετικά διοικητικά πρόστιμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω του ότι:
α) δεν προέβη, ως όφειλε, στην κατάταξη της αναιρεσείουσας στην κατηγορία των ιδιωτών ή επαγγελματιών πελατών για την περίοδο ενός (1) έτους, ήτοι από 28.05.2009 - 25.05.2010 με παράλληλη ενημέρωση της τελευταίας, κατά παράβαση της παρ. 1 άρθρου 5 της υπ' αριθμ. 1/452/01.11.2007 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, β) δεν γνωστοποίησε, μέσω σταθερού μέσου, το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να προβεί σε αλλαγή της κατηγορίας κατάταξής της(ιδιώτης ή επαγγελματίας πελάτης) από αυτή που είχε ήδη καταταγεί, και επομένως παρέβη την παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθ. 1/452/01.11.2007 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, γ) δεν τηρούσε, ως όφειλε, στο αρχείο της έγγραφα και συμβάσεις τα οποία αναφέρονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, καθώς και τους όρους με τους οποίους η Τράπεζα παρέχει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα, κατά παράβαση της παρ. 7 του άρθρου 25 ν. 3606/2007, δ) δεν παρείχε έγγραφη ενημέρωση στην αναιρεσείουσα σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της κατά παράβαση της παρ. 8 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007.
Το ανωτέρω έγγραφο, η αναιρεσείουσα νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη, προς υποστήριξη της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής της, με την οποία αυτή ισχυρίστηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρία, ως παρέχουσα επενδυτικές υπηρεσίες στην αναιρεσείουσα, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που είχε από τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ (ν. 3606/2007), με αποτέλεσμα να προκαλέσει αιτιωδώς στην αναιρεσείουσα υλική ζημία και ηθική βλάβη.
Το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, δια των προστηθέντων της, δεν παραβίασε τις απορρέουσες από τον ν. 3606/2007 υποχρεώσεις της έναντι της αναιρεσείουσας, βεβαιώνει στην αρχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι έλαβε υπόψη και όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Όμως, παρά τη γενική αυτή διαβεβαίωση, ενόψει του ότι το ως άνω έγγραφο, που ούτε μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και αντικρούεται, αλλά ούτε και άμεση ή έμμεση αναφορά στο περιεχόμενό του γίνεται, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν το παραπάνω κρίσιμο έγγραφο, παρά την αποδεικτική του σπουδαιότητα, αφού τα προκύπτοντα εξ αυτού περιστατικά δεν συμπορεύονται με τη ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης, σύμφωνα με την οποία "...οι εναγόμενοι...
εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους πλήρως έναντι της ενάγουσας... ούτε παραβίασαν υπαίτια κάποια αρχή του Κώδικα Δεοντολογίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) κατά την πραγματοποίηση των άνω επενδυτικών εντολών, κατά τη διάρκεια της ένδικης επένδυσης". Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ο δέκατος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ, με τους οποίους προσβάλλεται η απόρριψη του ιδίου παραπάνω κεφαλαίου της αγωγής, περί μη τήρησης εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στην αναιρεσείουσα, των επιβαλλόμενων από τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ (ν. 3606/2007), υποχρεώσεων παροχής ορθών και πλήρων συμβουλών προσαρμοσμένων στο πρόσωπο του πελάτη, ακολούθως δε, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω σχετικό κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών και μη ερευνηθέντων κατά τα άνω λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βάσιμων.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1081/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς το παραπάνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ