Legislator Case Law & Legislation
332/2020 AI generated

332/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 332/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

332/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, δεχόμενη τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και εν συνεχεία απέρριψε την αγωγή. Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η Εναγομένη είναι τεχνική-κατασκευαστική εταιρεία εγγεγραμμένη στο ΜΕΕΠ της Δ/νσης Μητρώων και Τεχνικών Επαγγελμάτων με αριθμ.

Keywords

AI generated
service contract trade secret violation contractor's lien subcontractor architect agreement franchise agreement
AI generated
1185/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1064/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
810/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1784/2014
Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4510/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 3903/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 26-7-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος και:
33/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1050/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2470/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/4/2005 αίτησή του και τους από 6/10/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης, κύριων και προσθέτων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 332 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Μ.Σ.

Αριθμός 332/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Λαγαρία, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΧΙΡΟΔΟΝ ΕΛΛΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ξενοφώντα Σίμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2547/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2333/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται, μεταξύ άλλων, όταν το δικαστήριο αφήνει μία παραδεκτώς υποβληθείσα αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας αδίκαστη (ΑΠ 101/2008, ΑΠ 42/2007). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφ' ενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφ' ετέρου το περιεχόμενο της αίτησης (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη, νόμιμη και ουσιώδης (ΑΠ 651/2009).

Ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 920/2009). Στην προκειμένη περίπτωση ο ήδη αναιρεσείων-ενάγων με την από 19-11-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη-εναγόμενη από το έτος 2002, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει για οφειλόμενες αποδοχές των ετών 2007, 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012 το συνολικό ποσό των 255.678,98 ευρώ, άλλως να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2547/2013 απόφαση του άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως αόριστη ως προς αμφότερες τις αγωγικές βάσεις της, επί ασκηθείσης δε εφέσεως κατ' αυτής, εκ μέρους του ενάγοντος εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφού κρίθηκε ορισμένη η αγωγή ως προς αμφότερες τις βάσεις της και εν συνεχεία μη νόμιμη ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ακολούθως κρίθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της από την εργασιακή σύμβαση και συνεπώς απορριπτέα.

Έτσι, δεχόμενη τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και εν συνεχεία απέρριψε την αγωγή. Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η Εναγομένη είναι τεχνική-κατασκευαστική εταιρεία εγγεγραμμένη στο ΜΕΕΠ της Δ/νσης Μητρώων και Τεχνικών Επαγγελμάτων με αριθμ.

μητρώου ... και δραστηριοποιείται ως εργολήπτρια εταιρεία, λαμβάνοντας μέρος σε δημόσιους διαγωνισμούς για την ανάληψη δημοσίων έργων, είτε μόνη είτε κοινοπρακτικά με άλλες εταιρείες. Η εταιρεία είναι στελεχωμένη με έμπειρους μηχανικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ), όπως απαιτεί ο νόμος (ν. 1418/84, π.δ. 472/85) και σύμφωνα με τον οποίο καθορίζονται τα κατώτατα όρια τεχνικής στελέχωσης, τα κατώτατα όρια κεφαλαίων, μηχανικού εξοπλισμού κλπ., στοιχεία που αποτελούν προϋπόθεση για την εγγραφή εργοληπτικής εταιρείας στα ΜΕΕΠ (βλ.

επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... Βεβαίωση Υπ. Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων). Ο ενάγων, με την ιδιότητά του ως χημικού μηχανικού, μέλους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, συνήψε την 12-9-2002 με την εναγομένη σύμβαση αορίστου χρονικής διάρκειας, η οποία υποβλήθηκε στη ΔΟΥ ΦΑΒΕ ..., με την οποία ανέλαβε τη "στελέχωση πτυχίου" της επιχείρησης της εναγομένης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τους όρους της ανωτέρω σύμβασης, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να μετέχει ενεργά στο έργο της εναγομένης, συμφωνήθηκε δε να αμείβεται ανάλογα με τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, με αποδοχές ετησίως όχι λιγότερες από 12.350,00 ευρώ, καταβλητέες σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, ενώ η δαπάνη ασφάλισης του θα βάρυνε την εναγομένη.

Ακολούθως στις 30-9-2009 συνήψε με την εναγομένη δεύτερη σύμβαση, τυπική-συμπληρωματική της πρώτης και αφορούσε αποκλειστικά και μόνο του ΥΠΕΧΩΔΕ, όπου και υποβλήθηκε, με τους ίδιους όρους και μόνη διευκρίνιση αναφορικά με την αμοιβή του, η οποία δεν θα ήταν κατώτερη από τα προβλεπόμενα στις ισχύουσες διατάξεις ποσά ετησίως.

Ο ενάγων, ως χημικός μηχανικός, ανήκε στο επιστημονικό προσωπικό της εναγομένης και με την ιδιότητα αυτή προσλήφθηκε από την εταιρεία με τις προαναφερόμενες συμβάσεις. Ήταν ασφαλισμένος στο ΤΣΜΕΔΕ, εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών με τον αναλογούντα στην αμοιβή του ΦΠΑ, πληρωνόταν σε 4 τριμηνιαίες δόσεις, οι δε αμοιβές του καταχωρούνταν (λογιστικά) ως δαπάνες Τεχνικών και όχι ως αποδοχές εργαζομένων τριμήνου 1-10-2009 έως 31-12-2009.

Ο ενάγων αποδείχθηκε ότι δεν είχε συνεχή απασχόληση ή ενεργό συμμετοχή στα έργα που αναλάμβανε και εκτελούσε η εναγομένη. Το συνδετικό στοιχείο ήταν απλά και μόνο η "στελέχωση" της εναγομένης εταιρείας, με την παράδοση από τον ενάγοντα του εργολαβικού πτυχίου του. Ο ίδιος δε προσερχόταν στα γραφεία της εναγομένης κάθε τρίμηνο προς είσπραξη της συμφωνημένης αμοιβής του, εκδίδοντας το αντίστοιχο δελτίο παροχής υπηρεσιών.

Ειδικότερα το βασικό και κύριο στοιχείο της σχέσης μεταξύ των διαδίκων ήταν η πλήρης ελευθερία κινήσεων του ενάγοντος ως προς την παροχή (ή μη) των υπηρεσιών του, χωρίς να υπόκειται σε ειδικότερες οδηγίες ή εντολές του εκπροσώπου της εναγομένης, ούτε να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της εταιρείας, ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής της εργασίας του.

Η επίδικη σύμβαση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, σε σχέση με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση, και με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, αφού η νομική δέσμευση και εξάρτηση του ενάγοντος από την εναγομένη ήταν ιδιαίτερα χαλαρή, με την έννοια ότι αυτός ως χημικός μηχανικός δεν είχε ενεργό συμμετοχής τα έργα που αναλάμβανε και εκτελούσε η εναγομένη και χωρίς να υπόκειται σε ειδικότερες οδηγίες ή εντολές του εκπροσώπου της εναγομένης, ούτε να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της εταιρείας, ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής της εργασίας του.

Τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι ο ενάγων διατήρησε καθόλο το χρονικό διάστημα της συμβατικής του σχέσης με την εναγομένη την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία, ήταν ασφαλισμένος στο ΤΣΜΕΔΕ, εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών, θεωρημένα από την ΔΟΥ. Επιπρόσθετα, αν ο ενάγων έφερε, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται την ιδιότητα του μισθωτού, τότε, επιπλέον των προαναφερθέντων, θα υπέγραφε καταστάσεις μισθοδοσίας ή αποδείξεις εξόφλησης, κάθε φορά όπου θα πληρωνόταν, και επιπλέον, εάν ο μισθός του έφερε τη φύση του μηνιαίως καταβαλλομένου συμβατικού μισθού από σχέση εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή και αορίστου χρόνου), θα έπρεπε να του παρακρατείται μηνιαίος φόρος μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ), ο οποίος προσδιορίζεται μόνο με κλίμακα και τον οποίο η εργοδότρια επιχείρηση όφειλε να αποδίδει στην αρμοδία ΔΟΥ, στοιχεία για τα οποία ο ενάγων ουδέν εισέφερε αποδεικτικά.

Αντίθετα, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προκύπτει ότι η εναγόμενη παρακρατούσε φόρο της τάξης του 20%, ο οποίος είναι φόρος επαγγελμάτων και όχι μισθωτών, αφού προκύπτει με βάση την εκάστοτε συμφωνηθείσα ανά περίπτωση αμοιβή και όχι με βάση κλίμακα μισθωτών υπηρεσιών.

Συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατήρτισε με την εναγόμενη εταιρεία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα ότι παρείχε την εργασία του με βάση δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές οδηγίες αυτής ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής αυτής και ότι, η εναγομένη, διά των εκπροσωπούντων αυτή φυσικών προσώπων, ασκούσαν εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτή.

Με βάση δε τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων προσέφερε στην εναγομένη τις υπηρεσίες του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, μη εφαρμοζόμενης σ' αυτόν της εργατικής νομοθεσίας και οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος τυγχάνουν απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες δεδομένου ότι απαιτούν για την ύπαρξη τους, την κατάρτιση και λειτουργία έγκυρης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία δεν αποδείχτηκε .." Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώμενος τα εξής: "Το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο δεν αποφάσισε με βάση τον κύριο ισχυρισμό μου και τη νομική του βάση, ότι δηλαδή από την έναρξη της ένδικης συνεργασίας, η οποία αφενός έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και αφετέρου οι συμφωνημένες αποδοχές μου γι' αυτήν είναι κατ' ελάχιστον νόμιμες ...

προσφέρομαι προσηκόντως σε εργασία ... και ότι είναι στην κρίση της αντιδίκου να αποδέχεται την προσφερόμενη παροχή μου ή όχι, κατά το δοκούν ... ούσα εν τέλει υπερήμερη εργοδότης ... παραβίασε δε κατά τούτο την αρχή της διαθέσεως ... η οποία ιδρύει μάλιστα και τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ..." Με το ως άνω περιεχόμενο όμως ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ουδόλως γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση άφησε υποβληθείσα αίτηση δικαστικής προστασίας αδίκαστη και δεν γίνεται καμμία μνεία περί αδίκαστου αιτήματός του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ. 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενος κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του σύμφωνα με τους οποίους η ένδικη σύμβαση φέρει όλα τα τυπικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ότι η αναιρεσίβλητη κατάβαλλε τις εισφορές του στον ασφαλιστικό του φορέα (ΤΣΜΕΔΕ).

Με το ως άνω περιεχόμενο, οι εν λόγω αιτιάσεις, παρεκτός του ότι, ο ίδιος δέχεται ότι το Δικαστήριο τους έλαβε υπόψη είναι απορριπτέες ως αβάσιμες διότι οι ισχυρισμοί αυτοί που στηρίζουν την βάση της αγωγής, εξετάσθηκαν από το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από αυτά που συγκροτούν την βάση της αγωγής, την οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-9-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2333/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 07 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ