Legislator Case Law & Legislation
332/2018 AI generated

332/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 332/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

332/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η μείωση με τη διάταξη αυτή της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης από τριετή σε διετή έγινε, διότι από την νομοπαρασκευαστική επιτροπή του νέου ΚΠολΔ κρίθηκε ότι η τριετής προθεσμία, την οποία προέβλεπε η ίδια διάταξη πριν από την ανωτέρω τροποποίησή της, ήταν υπερβολικά μεγάλη και έπρεπε να περιοριστεί για την ταχύτερη περάτωση των δικών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 332 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 332/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδάκο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Γουργαρέα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 451/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4921/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/1/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 26.1.2016 αίτηση προσβάλλεται η 4921/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλομένη απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 451/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί η από 3.5.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας με αντικείμενο αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω εργατικού ατυχήματος. Η αίτηση στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό της ( 564 παρ.3 και 577 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, με το άρθρο 1 άρθρου τρίτου του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495 έως 590) και θεσπίστηκαν νέες διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 564 παρ.2, σύμφωνα με την οποία, εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης είναι δύο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Η μείωση με τη διάταξη αυτή της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης από τριετή σε διετή έγινε, διότι από την νομοπαρασκευαστική επιτροπή του νέου ΚΠολΔ κρίθηκε ότι η τριετής προθεσμία, την οποία προέβλεπε η ίδια διάταξη πριν από την ανωτέρω τροποποίησή της, ήταν υπερβολικά μεγάλη και έπρεπε να περιοριστεί για την ταχύτερη περάτωση των δικών.

Για τον ίδιο δε λόγο, αντίστοιχη τροποποίηση έγινε και στο άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ για την καταχρηστική προθεσμία της έφεσης. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του άρθρου ενάτου του ίδιου ως άνω νόμου και υπό τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίστηκε στην παράγραφο 2 ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα και τις αγωγές που κατατίθενται από 1.1.2016 και στην παράγραφο 4 ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από 1.1.2016.

Έτσι, ανακύπτει μείζονος σημασίας ζήτημα, που αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση αλλά μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων, αν, για τις αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί πριν από την 1.1.2016 και δεν έχουν επιδοθεί , όπως η προσβαλλόμενη εδώ απόφαση (που δημοσιεύθηκε στις 18.8.2014, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 15.12.2016), εξακολουθεί και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ισχύει η τριετής προθεσμία που προβλεπόταν από τη διάταξη άρθρου 564 παρ.2 ΚΠολΔ πριν από την προαναφερόμενη αντικατάστασή της.

Το Δικαστήριο τούτο με προηγούμενες αποφάσεις του (519 και 520/2017) δέχθηκε ότι η ανωτέρω προθεσμία είναι τριετής , ενώ με άλλες (1176/2017 και 1640/2017) έκρινε ότι είναι διετής, για τον λόγο δε αυτόν, με τη νεώτερη 1855/2017 απόφασή του παρέπεμψε το ανωτέρω ζήτημα στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, η οποία έχει θεσπιστεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπανών και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοστεί και στην αναιρετική δίκη (σχετ.

ΑΠ 312/2014), προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς , η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του , εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση που αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επίδικου δικαιώματος, η επίλυση δε στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην ασφαλέστερη διάγνωσή του και στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης.

Ενόψει τούτων, πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, να αναβληθεί η έκδοση απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ανωτέρω ζήτημα, που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την προαναφερόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση απόφασης επί της κρινόμενης από 26.1.2016 αίτησης της Ά. Κ. κατά της 4921/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που αναφέρεται στο σκεπτικό και έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ