Legislator Case Law & Legislation
332/2017 AI generated

332/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 332/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

332/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 28/11/2013 έκθεση της Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεις αναίρεσης ως προς τους εξηκοστό τρίτο και εξηκοστό τέταρτο των αναιρεσιβλήτων και την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς.

Keywords

AI generated
monthly pay continued payment of benefits overpaid insurance benefits reduction of statutory salary increase unemployment benefits overpayment surplus-sharing minimum maintenance calculation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 332 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 332/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλαχογιάννη, ο οποίος ανακάλεσε την από 12/12/2016 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Κ. Α. του Ν., 2)Δ. Α. του Π., 3)Ε. Α. του Ν., 4)Α. Β. του Δ., 5)Α. Β. του Ε., 6)Ε. Γ. του Ζ., 7)Α. Γ. του Φ., 8)Κ. Δ. του Α., 9)Ν. Δ. του Χ., 10)Ε. Δ. του Π., 11)Β. Ε., του Θ., 12)Ι. Ζ. του Ε., 13)Μ. Ζ. του Γ., 14)Σ. Ζ. του Κ., 15)Β. Κ. του Κ., 16)Χ. Κ. του Δ., 17)Σ. Κ. του Σ., 18)Ν. Κ. του Κ., 19)Κ. Κ. του Χ., 20)Μ. Κ. του Ν., 21)Ζ. Λ. του Α., 22)Α. Μ. του Χ., 23)Σ. Μ. του Χ., 24)Σ. Μ. του Κ., 25)Π. Μ. του Λ., 26)Γ. Μ. του Κ., 27)Ι. Π. του Κ., 28)Ρ. Ρ. του Ι., 29)Α. Σ. του Π., 30)Ε. Σ. του Κ., 31)Δ. Τ. του Μ., 32)Γ. Τ. του Ε., 33)Α. Τ. του Η., 34)Ν. Τ. του Μ., 35)Φ. Χ. του Μ., 36)Φ. Π. του Λ., 37)Α. Σ. του Α., 38)Σ. Α. του Π., 39)Π. Α. του Α., 40)Λ. Γ. του Σ., 41)Δ. Γ. του Ν., 42)Α. Ζ. του Γ., 43)Α. Ζ. του Μ., 44)Χ. Κ. του Α., 45)Σ. Κ. του Χ., 46)Π. Κ. του Ι., 47)Μ. Κ. του Α., 48)Ε. Μ. του Σ., 49)Ε. Μ. του Δ., 50)Μ. Ο. του Γ., 51)Ε. Π. του Δ., 52)Γ. Ρ. του Κ., 53)Β. Ρ. του Ε., 54)Θ. Ρ. του Κ., 55)Α. Σ. του Α., 56)Σ. Μ. του Ε., 57)Α. Τ. του Ν., 58)Π. Τ. του Α., 59)Μ. Τ. του Γ., 60)Ν. Μ. του Α., 61)Γ. Σ. του Κ., 62)Ε. Τ. του Δ., 63)Γ. Α. του Θ., 64)Τ. Ρ. του Ο., και 65)Κ. Τ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4118/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 4/1/2013 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 313/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι της εκδόσεως αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Την υπόθεση επαναφέρει το καλούν με την από 7/7/2016 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 28/11/2013 έκθεση της Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεις αναίρεσης ως προς τους εξηκοστό τρίτο και εξηκοστό τέταρτο των αναιρεσιβλήτων και την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα εισάγεται στο δικαστήριο αυτό, με την από 07.07.2016 κλήση του αναιρεσείοντος, η ένδικη αίτηση αναίρεσης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ" (κατά της 4118/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), μετά την έκδοση της 313/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου (Β2 Τμήμα), με την οποία αυτό:

α) απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης ως προς τους εξηκοστό τρίτο και εξηκοστό τέταρτο των αναιρεσιβλήτων και β) ανέβαλε, κατά τα λοιπά, την έκδοση αποφάσεως επί του μοναδικού λόγου αναιρέσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα της επέκτασης ή μη, κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν.3016/2002.

Η ένδικη κλήση εισάγεται ήδη, μετά την έκδοση των 16/2015 και 17/2015 αποφάσεων της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δυνάμει των οποίων κρίθηκε το επίμαχο ζήτημα της παροχής των 176 ευρώ, για το οποίο είχε κατά τα άνω αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως επί της ένδικης αναιρέσεως. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../13.10.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Η. Σ. Γ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης κλήσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 13.12.2016 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ.

Α. του Ν.. Επίσης, όπως προκύπτει από την .../05.10.2016 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Η. Σ. Γ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης κλήσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 13.12.2016 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη Δικηγόρο Δ.

Μ., η οποία εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στην προγενέστερη συζήτηση (κατά την 10.12.20130, ενώπιον του Αρείου Πάγου, τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, ως πληρεξούσια και αντίκλητο αυτών (άρθρο 6Α του Διατάγματος της 26ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 1944, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του από το άρθρο 46 παρ.3 του Ν. 4305/2014).

Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθούν ερήμην αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Σημειώνεται ότι η ένδικη αναίρεση δεν θα ερευνηθεί ως προς τους εξηκοστό τρίτο και εξηκοστό τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι ως προς αυτούς, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, η ένδικη αναίρεση έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη με την ως άνω 313/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2 Τμήμα).

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... 5. 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.

ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (βλ.

Ολ ΑΠ 16/2015 και Ολ ΑΠ 17/2015 Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζον επί εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατ’ αποφάσεως του ειρηνοδικείου που είχε απορρίψει την αγωγή αυτών (ως ουσιαστικά αβάσιμη), με την οποία αυτοί επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υπαγόμενοι στο μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, δεν τους κατέβαλε την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, των 88 ευρώ από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002, η οποία έχει λάβει το χαρακτήρα γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών όλων των υπαλλήλων, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος) δέχθηκε τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες είναι υπάλληλοι του εναγομένου και υπηρετούν σε διάφορες διευθύνσεις αυτού, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλην του εξηκοστού πέμπτου, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε στην 31/1/2005,και υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το Ν. 2470/1997 κι εντεύθεν.

Ωστόσο το εναγόμενο κατά τη διάρκεια της εργασίας τους από 1/1/2002 κι’ εντεύθεν ,δεν τους κατέβαλε την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, ποσού 88 ευρώ από 1/1/2002 μηνιαίως και 176 ευρώ από 1/7/2002 κι’ εντεύθεν. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν για τα επίδικα χρονικά διαστήματα, την προαναφερόμενη πρόσθετη ειδική παροχή, η οποία χορηγήθηκε με πολλές ΚΥΑ, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 3016/2002, σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και οποιαδήποτε μνεία ή αιτιολόγηση για τη χορήγησή της, αναγόμενη στο είδος, την ένταση ή στις εν γένει εργασιακές δραστηριότητες των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων της παροχής μισθωτών, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, με αποτέλεσμα η χορήγηση της ειδικής παροχής, αφού εξέλιπε ο αρχικός λόγος χορήγησης αυτής, ο οποίος ήταν η ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να έχει λάβει χαρακτήρα γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία μισθολογική βάση των νόμων περί ενιαίου μισθολογίου.

Ως εκ τούτου, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, η μη χορήγηση της ένδικης παροχής και στους ενάγοντες, εφόσον πληρούν τη μοναδική προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο, δηλαδή την υπαγωγή τους στο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία.

Επομένως προς άρση της άνισης διάκρισης και αποκατάστασης της συνταγματικής ως άνω αρχής, πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της προαναφερομένης ειδικής πρόσθετης μισθολογικής παροχής και στους ενάγοντες. Περαιτέρω οι ενάγοντες, λάμβαναν, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα , πρόσθετη αμοιβή ποσοστού 2%, που προβλέπεται στο άρθρο 5 παρ. 4 του Ν. 2229/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν.2300/1995, σύμφωνα με το οποίο, "Στους μόνιμους και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του αυτού Υπουργείου, καθώς και στους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ των εποπτευομένων από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων που ασχολούνται με το σχεδιασμό, προγραμματισμό, μελέτες, έργα, προστασία περιβάλλοντος, έλεγχο πολεοδομικής νομοθεσίας, διαχείριση προμήθειες, διοικητική - τεχνική και οικονομική υποστήριξη στην εκπόνηση μελετών, κατασκευή και συντήρηση έργων, οργάνωση και στελέχωση υπηρεσιών και τήρηση των μητρώων ΜΕΚ και ΜΕΕΠ και μελετητών που συμβάλλουν στην προώθηση του έργου των υπηρεσιών και ιδίως στην εκτέλεση των έργων (μελέτη - κατασκευή) από απόψεως τεχνικής, λειτουργικής, νομικής και οικονομικής, μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, εξασφαλίζοντας πλήρως τα συμφέροντα του Δημοσίου, καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή από το σύνολο των πιστώσεων που διατίθενται για την εκπόνηση των μελετών, την κατασκευή και συντήρηση των έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και τα οποιαδήποτε πρόστιμα επιβάλλονται από τις υπηρεσίες αυτών, καθώς και από το σύνολο των πιστώσεων του προϋπολογισμού του ΕΤΕΡΠΕ και που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανώτερη του ποσοστού δύο τοις εκατό ( 2%) του προϋπολογισμού των ανωτέρω διατεθησομένων πιστώσεων και προστίμων.

Η ανωτέρω πρόσθετη αμοιβή δεν μπορεί μηνιαίως να υπερβαίνει τα τρία πέμπτα (3/5) του συνόλου των αποδοχών της οργανικής θέσης του υπαλλήλου. Ωστόσο η ως άνω πρόσθετη αμοιβή (του άρθρου 5 παρ. 4 του Ν. 2229/1994) δεν παρεμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσης, καθόσον η αμοιβή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των υπαλλήλων του εναγομένου και τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδής προς την επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, που αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους χωρίς να γίνεται διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη.

Επομένως, καταλήγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, η επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού προς την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 5 παρ. 4 του Ν. 2229/1994 και το Ειρηνοδικείο που δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την αιτούμενη ειδική παροχή διότι αυτή συμψηφίζεται με την ειδική αμοιβή του άρθρου 5 παρ. 4 του Ν. 2229/1994, η οποία υπερκάλυπτε τα ποσά των 88 και 176 ευρώ και ότι η μη χορήγησή της δεν συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, έσφαλε .Κατ’ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει, ως προς τους 63 από τους 65 ενάγοντες και την απέρριψε ως προς τους εξηκοστό τρίτο και εξηκοστό τέταρτο.

Κρίνοντας το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι οι ως άνω ενάγοντες δικαιούνται την επίδικη παροχή, η μη καταβολή της οποίας σ’ αυτούς συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ότι η ειδική αμοιβή του άρθρου 5 παρ. 4 του Ν. 2229/1994 ,που λαμβάνουν οι ενάγοντες, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις συνθήκες και το είδος της παρεχόμενης εργασίας τους και συνεπώς η παροχή αυτή τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδής με την επίδικη και είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Ν.3016/2002 και 24 του Ν.3205/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.

του Συντάγματος, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 δεν συνιστά (προβλεπόμενη από τον νόμο) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων (των με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά παρέχεται μόνο, εάν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης για την επέκταση μη νόμιμης δράσης της Διοίκησης, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, αυτή πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό (580 άρθρο παρ.3 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, να ερευνηθεί η αγωγή, να απορριφθεί ως μη νόμιμη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού και της παρούσας δίκης, κατ’ άρθρο 179 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 4118/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση του εναγομένου Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 481/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Δικάζει επί της αγωγής.

Απορρίπτει αυτήν. Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά αυτών έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού και της παρούσας δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ