Legislator Case Law & Legislation
332/2014 AI generated

332/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 332/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96 παρ. 3 και 104 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση διαδίκων με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Legislator headnote

AI generated

332/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
time limits for seeking redress commencement of limitation period onset of disability adoption of incapacitated adults inadequate constitutional complaint capacity to incur bill liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 332 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 332/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1 Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ... έως και 7.Ι. Π. του Χ., κατοίκου ...) ήδη διαδίκου και δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτον κληρονόμος (συζύγου) της υποβιωσάσης διαδίκου Α. συζ. Ι. Π. 8. Μ. Α. του Λ., δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (τέκνο) της αποβιωσάσης διαδίκου Α. συζ. Ι. Π. 8α. Μ. Β. του Λ., δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (τέκνο) της αποβιωσάσης διαδίκου Α.

συζ. Ι. Π. 9. Χ. Χ. του Κ., κατοίκου ....έως και 36. Ε. συζ. Χ. Γ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ... (ήδη διαδίκου) και δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (σύζυγος) του αποβιώσαντος διαδίκου Χ. Γ. του Ζ., 37. Ν. Γ. του Χ., κατοίκου ..., δήλωση συνεχίσεως, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (τέκνο) του αποβιώσαντος διαδίκου Χ. Γ. του Ζ..37.α.

Ζ. Γ. του Χ., κατοίκου ... δήλωση συνεχίσεως, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (τέκνο) του αποβιώσαντος διαδίκου Χ. Γ. του Ζ..38. Λ. Σ. του Ξ., κατοίκου ... έως και 58. Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και ως εκπροσώπου και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της ως ασκούσα αποκλειστικά την γονική μέριμνα και επιμέλεια αυτών, ήτοι των κάτωθι ονομαζομένων. 59 Ι.

Μ. του Ι. και της Β. Τ. και 60 Π. Μ. του Ι. και της Β. Τ., κατοίκων ομοίως. 61. Π. Μ. του Σ., κατοίκου ...έως και 128. Α. Μ. του Γ. συζ. Ι. Λ., κατοίκου ..., διάδικος η Ιδια και δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (σύζυγος) του αποβιώσαντος διαδίκου Ι. Λ. του Α., 129. Ε. Φ. συζ. Μ. Φ., το γένος Ι. Λ., δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (τέκνο) του αποβιώσαντος διαδίκου Ι.

Λ. του Α., 130. Α Γ. του Α., κατοίκου ... έως και 162.Μ. Β. του Γ., συζ. Σ. Μ., κατοίκου ... (…) (ήδη διαδίκου) και δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (σύζυγος) του αποβιώσαντος διαδίκου Σ. Μ.. 163. Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (τέκνο) του αποβιώσαντος διαδίκου Σ. Μ.. 163.α. Β. - Α.

Μ. του Σ., κατοίκου ... δήλωση συνεχίσεως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (τέκνο) του αποβιώσαντος διαδίκου Σ. Μ..

164. Α. Σ. του Κ., κατοίκου ... 165. Α. - Ε. Α. του Ζ., συζ. Α. Σ., κατοίκου ....166. Δ. Τ. του Α., κατοίκου .167. Ε. Β. του Ι., συζ. Δ. Τ., κατοίκου ....168 Ι. συζ. Γ. Π., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαδίκου Γ. Π. - δήλωση συνεχίσεως 169.Α.-Ά. Χ. του Μ., κατοίκου ...έως και 180. Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Μιχελή και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην …, και εκπροσωπείται νόμιμα, (προηγούμενες επωνυμίες "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ" και "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΓΕΩΡΓΙΚΗ Α.Ε." "Η ΠΟΤΙΔΑΙΑ") η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεονίκη Παπαδονικολάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2008 (αριθ.κατάθ.235380/7466/2008) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:937/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5497/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 9-4-2013 αίτησή τους και τους από 10-10-2013 πρόσθετους λόγους τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 1-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9-4-2013 αιτήσεως για την αναίρεση της 5497/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και των από 10-10-2013 προσθέτων λόγων της.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96 παρ. 3 και 104 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση διαδίκων με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 97 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της, οπότε ο διάδικος θεωρείται σαν να μην έχει εμφανισθεί στη συζήτηση της υποθέσεως.

Στην περίπτωση δε που δεν κλητεύθηκε κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι οι Δ. Ν. και Π. συζ. Δ. Ν. παρέστησαν στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Αθηνάς Μιχελή, που διορίστηκε απ' αυτούς ως πληρεξούσια δικηγόρος τους με το υπ' αριθμ.../2-4-2008 πληρεξούσιο της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης Όλγας Καφωνίκη.

Το πληρεξούσιο όμως αυτό, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, είναι γενικό, δηλαδή για όλες τις δίκες των αναιρεσειόντων αυτών. Σαν τέτοιο όμως έπαυσε να ισχύει, αφού από τη χορήγησή του παρήλθαν πέντε έτη. Επίσης οι από τους αναιρεσείοντες Β. Σ., Ι. Τ., Ε. Τ., Α. Ι. και Γ. Υ. παραστάθηκαν δια της ανωτέρω πληρεξούσιας δικηγόρου, χωρίς να αποδεικνύεται χορήγηση σ' αυτήν ρητής πληρεξουσιότητας με συμβολαιογραφική πράξη.

Επομένως, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο. Περαιτέρω από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση αυτών ούτε από τους άλλους αναιρεσείοντες, ούτε από την αναιρεσίβλητη. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των από 10-10-2013 προσθέτων λόγων της.

2. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη.

Έτσι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται να εγείρει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, αν η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας (Ολ.ΑΠ 16/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι αν οι από την αδικοπραξία επιζήμιες συνέπειες επέρχονται εξακολουθητικά και προϊόντος του χρόνου, τότε η αξίωση από αυτήν δεν αναγεννιέται σε κάθε επέλευση επιζήμιας συνέπειας, αλλά γεννήθηκε (αξίωση) από τη στιγμή που άρχισε να αναδύονται από την αδικοπραξία οι πρώτες επιζήμιες συνέπειες, έκτοτε δε, εφόσον υφίστανται και οι λοιπές προϋποθέσεις της γνώσεως της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου εκ μέρους του δικαιούχου παθόντος, αρχίζει η θεσπιζόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή της προς αποζημίωση αξιώσεως και για τις ζημίες που επήλθαν και εκείνες που θα επέλθουν μελλοντικά (ΑΠ 784/1986).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή (αριθ.

κατ. 7466/2008) οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες όπως εκτιμάται το περιεχόμενό της, επικαλούμενοι τις αναφερόμενες συμβάσεις χρονομεριστικής μίσθωσης, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστική - Γεωργική - Εξαγωγική Α.Ε.", που τέθηκε μεταγενέστερα υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, το ενεργητικό της οποίας τελικώς αγόρασε η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) εταιρεία, καθώς και την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, που συνίσταται στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της να τους αποβάλει από τα μίσθια διαμερίσματα, παρά την εκμέρους αυτής αποδοχή των πιο πάνω συμβάσεων, τη δέσμευσή της για την τήρηση των συμβάσεων αυτών και την επίδειξη από αυτήν συμπεριφοράς εκμισθώτριας, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη τους οφείλει, όπως εκτιμάται, Α) ως θετική ζημία τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά, που αντιστοιχούν στα μισθώματα, που αυτοί προκατέβαλαν για τη χρήση των μισθίων διαμερισμάτων για τα έτη 2000 έως 2008, Β) ως διαφυγόν κέρδος τους τόκους που θα είχαν εισπράξει από την επένδυση των ανωτέρω ποσών σε τραπεζική κατάθεση σε προθεσμιακό λογαριασμό και Γ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 3.000 ευρώ για τον καθένα.

Η ως άνω κυρία βάση της αγωγής είναι νόμιμη και στηρίζεται στα άρθρα 281 και 914, 297, 298, 932 ΑΚ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με επάλληλη αιτιολογία δέχτηκε σχετικά με τη βάση αυτή, κατά παραδοχή ένστασης παραγραφής της εναγομένης αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα περιστατικά: "Σε κάθε περίπτωση, κι αν υποτεθεί ότι υφίσταντο νομικώς βάσιμες αξιώσεις των εναγόντων για αποζημίωση τυχόν ζημίες, για κάθε ένα από τα επόμενα μετά την αποβολή έτη του επίδικου χρονικού διαστήματος (2000 έως και 2008), επήλθαν εξακολουθητικώς από την άπαξ εκδηλωθείσα, με θετική ενέργεια, αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, δηλ.

την κατά κατάχρηση δικαιώματος αποβολή των _ εναγόντων, και όχι από επαναλαμβανόμενες αδικοπραξίες, _ ούτε από την παράλειψη της εναγομένης να προβεί σε άρση κάποιας παράνομης κατάστασης. Επομένως, η παραγραφή της επίδικης αξίωσης αρχίζει ενιαίως για όλες τις μερικότερες ζημίες που τυχόν επήλθαν από τότε που οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλ.

το αργότερο από το τέλος του επόμενου έτους (2001), μετά την αποβολή (2000), οπότε πλέον είχαν παρέλθει για όλους τους ενάγοντες οι εβδομάδες του έτους, κατά τις οποίες κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχαν, ο καθένας, δικαίωμα χρήσης των μίσθιων διαμερισμάτων, την οποία χρήση στερήθηκαν λόγω της παράνομης αποβολής τους από αυτά, και υπέστησαν ζημία από το πρώτο αυτό έτος, γεγονός που με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή γνώριζαν από τότε οι ενάγοντες.

Από τη γνώση της πρώτης αυτής επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου σε αποζημίωση γεννήθηκε αγώγιμη αξίωση για ολόκληρη τη ζημία των εναγόντων, ανεξαρτήτως-της γνώσης της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης, και δεν ξαναγεννιόταν η αξίωση για αποκατάσταση των ζημιών που παράγονταν εξακολουθητικώς κάθε φορά που επέρχονταν εξακολουθητικώς οι επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας.

Έκτοτε άρχισε η παραγραφή ολόκληρης της ζημίας του ενάγοντα, δηλ και των μερικότερων ζημιών που τυχόν επήλθαν εξακολουθητικώς το επόμενο διάστημα, οι οποίες ήταν από τότε προβλεπτές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον οι ίδιοι οι ενάγοντες, όπως εκθέτουν στην αγωγή τους τότε στερήθηκαν τη χρήση των μισθίων με τις επιζήμιες συνέπειες από το πρώτο ήδη έτος.

Σε κάθε λοιπόν περίπτωση και από το χρόνο αυτό (το αργότερο τέλος 2001) μέχρι την άσκηση της αγωγής (το ενωρίτερον 29-12-2008 που είναι ο χρόνος κατάθεσης της αγωγής) παρήλθε χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο του χρόνου της πενταετούς παραγραφής. Σύμφωνα με αυτά η αξίωση των εναγόντων έχει υποκύψει στην ως άνω πενταετή παραγραφή".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις που ενδιαφέρουν ενταύθα και προσδιορίζουν το αντικείμενο της προκειμένης δίκης. Επομένως, οι από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και 6 λόγοι αναιρέσεως και οι συναφείς πρώτος και δεύτερος των προσθέτων λόγοι είναι αβάσιμοι.

3. Επειδή το άρθρο 904 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Επίσης το άρθρο 938 ΑΚ ορίζει ότι: "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια στον αδικοπραγήσαντα από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 1579/1995). Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ προκύπτει ότι στοιχείο της απαιτήσεως, μεταξύ άλλων, αποτελεί η παροχή, η αιτία για την οποία έγινε, καθώς και η ανυπαρξία της αιτίας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) με την ένδικη αγωγή τους ζήτησαν επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη (εναγομένη εταιρεία) τους οφείλει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από ανύπαρκτη μεταξύ τους αιτία α) τα προκαταβληθέντα μισθώματα για το διάστημα από 2000 έως 2008 για τα επίδικα διαμερίσματα, που κατέβαλαν στην ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "Τουριστική - Γεωργική - Εξαγωγική Α.Ε.", το ενεργητικό της οποίας αγόρασε η αναιρεσίβλητη, στο ταμείο της οποίας βρίσκονται τα ποσά των μισθωμάτων αυτών, και β) τους τόκους που προκύπτουν από την επένδυση των εν λόγω ποσών, οι οποίοι έχουν καταστεί ενεργητικό της περιουσίας της.

Με βάση το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά την επικουρική της βάση είναι μη νόμιμη, διότι και αν τα παραπάνω περιστατικά είναι αληθή, δεν περιήλθε κάποια ωφέλεια στην εναγομένη σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων, αφού ό,τι απόκτησε, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, δεν είναι περιελθόν από την αδικοπραξία, αλλά προέρχεται από επαχθή αίτια, ήτοι την αγορά του ενεργητικού της ανωτέρω εταιρείας.

Συνεπώς, η εναγομένη δεν ευθύνεται από αδικαιολόγητο πλουτισμό, γιατί ο φερόμενος ως πλουτισμός προέρχεται από νόμιμη αιτία (ΑΚ 913). Άρα το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι μη νόμιμη και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει, κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθεί ως αβάσιμος.

4. Ο τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μάρτυρες) που είχαν επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι αυτοί προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και προέβη σε εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

4. Ο έκτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρείδε τον έκτο λόγο της εφέσεως σχετικά με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την εν λόγω αξίωση, ερειδόμενη στην επικαλούμενη βάση της αδικοπραξίας και την απέρριψε ως παραγεγραμμένη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι από 10-10-2013 πρόσθετοι λόγοι της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), καθώς και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9-4-2013 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 10-10-2013 προσθέτων λόγων της κατά της 5497/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσείοντες Δ. Ν., Π. συζ. Δ. Ν., Β. Σ., Ι. Τ., Ε. Τ., Α. Ι. και Γ. Υ.

Απορρίπτει την από 9-4-2013 αίτηση των λοιπών αναιρεσειόντων για αναίρεση της 5497/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και των από 10-10-2013 προσθέτων λόγων της.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) Ευρώ. Και

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς 1570580, 1570579, 1570578 σειρά Α' και 033508, 033509, 033510 σειρά Α' (ΤΑΧ. ΔΙΚ.) στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις.22 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ