Legislator Case Law & Legislation
332/2012 AI generated

332/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 332/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 332 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 332/2012

Legislator headnote

AI generated
332/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 332 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 332/2012 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 332 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 332/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Π., υπαλλήλου του ΥΠΕΞ, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Βουκουρέστι (Ρουμανία) και τώρα στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη Μανίλα (Φιλιππίνες), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2393/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 7-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. Κατά δε το άρθρο 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, η ειδική αυτή παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, για τις ρηθείσες αξιώσεις κατά του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως του Δημοσίου, το οποίο από την φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εξάλλου, η εν λόγω διάταξη, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους. Άλλωστε, από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, υπαλλήλου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, για την καταβολή της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών και στέγασης, υπόκεινται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή. Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να εφαρμόσει για τις ως άνω αξιώσεις του αναιρεσείοντος την βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή της διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, η οποία ως επιβάλλουσα διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων του Δημοσίου σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του Δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες εργοδότες, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (που κυρώθηκε, μαζί με την Σύμβαση, με το Ν.Δ. 53/1974), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 23/2004). Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από της επιδόσεως της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητα του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και προς τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, όπως επίσης δεν βρίσκεται σε αντίθεση και προς τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997), αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι των κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από την γέννηση των απαιτήσεών του (ΑΠ 1127/2010). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αφού δέχθηκε ότι το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα το ισάξιο σε ευρώ ποσό των 57.330 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής, αντί του νόμιμου και εξ υπερημερίας οφειλόμενου τόκου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του Ν. 876/1979 και τις, κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσες Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου μετά πρόταση της Νομισματικής Επιτροπής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Όπως ήδη αναφέρθηκε το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής, καταψηφιστικής ή και αναγνωριστικής (Α.Ε.Δ. 7/2011). Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλει, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, τον οφειλόμενο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ οι ιδιώτες, ως οφειλέτες, καταβάλλουν αυτόν και από τότε που έλαβε χώρα εξώδικη όχληση ή από την δήλη ημέρα καταβολής του χρέους, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, εγκειμένων στην περιστολή των από την αιτία αυτή δαπανών του Δημοσίου και την κάλυψη, δια των εξοικονομουμένων, ετέρων δαπανών, αναγκαίων για την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο και δεν αντιβαίνει προς τις προαναφερθείσες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 648, 649 και 655 ΑΚ, αλλά ούτε και στις διατάξεις της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 363/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, υπηρετώντας ως κλητήρας της Πρεσβείας της Ελλάδας στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, δικαιούται, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 21-1-2003, τις προσαυξήσεις οικογενειακών βαρών και στεγάσεως επί του καταβαλλόμενου σ' αυτόν επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει το ισάξιο σε ευρώ ποσό των 57.330 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι από τότε που γεννήθηκε το ως άνω χρέος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 22 Ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2009 αίτηση του Β. Π. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 459/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ