Legislator Case Law & Legislation
332/2010 AI generated

332/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 332/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Απριλίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1342/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 275/2003 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19-5-2004 αίτησης αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

332/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της ως άνω § 2 του άρθρου 115 του Δ/τος της 11/12.11.1929 απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων κατά της αντίστοιχης απόφασης καταργήθηκε κατά το μέρος αυτό, αφού έτσι καθιερωνόταν ειδικός κανόνας για την ορισμένη αυτή υπόθεση, η οποία, υπάγεται στα πολιτικά Δικαστήρια, και ρυθμιζόταν θέμα, το οποίο δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 332 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 332/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2.... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μπιτσικώκο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενο από α) τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και β) την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, που κατοικοεδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο του νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Απριλίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1342/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 275/2003 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19-5-2004 αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες δικαίου των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του αν.ν 2344/1940 αιγιαλός είναι η "περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων", είναι δε αυτός κτήμα κοινόχρηστο και ανήκει ως τέτοιο στο Δημόσιο κατά την περαιτέρω ρητή επιταγή της ίδιας διάταξης και εκείνης του αρθρ. 968 του ΑΚ.

Τα όρια του αιγιαλού καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 3 του αν.ν. 2344/1940 (ήδη δε του άρθρου 100 του ΠΔ 284/1988), η ιδιότητα όμως του αιγιαλού δεν δημιουργείται με την έκθεση της Επιτροπής αυτής, αλλά υπάρχει με βάση τα φυσικά δεδομένα, δηλαδή τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων.

Παρέπεται ότι εάν ο χαρακτηρισμός εδαφικού τμήματος ως αιγιαλού αποτελεί ζήτημα προδικαστικό αναγκαίο για την διάγνωση του κυρίου ζητήματος, ο δικαστής οφείλει να καθορίσει την έκτασή του, δηλαδή να εξειδικεύσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την νομική έννοια του αιγιαλού, με δικό του αποδεικτικό πόρισμα που θα συναγάγει σύμφωνα με τους συνήθεις περί αποδείξεων δικονομικούς κανόνες (Ολ Α.Π. 24/2000), χωρίς η ιδιότητα του αιγιαλού να δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, αφού ο καθορισμός της έκτασης του αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης (ΑΠ 781/2001).

Περαιτέρω, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12.11.1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκα με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/38, 19 α.ν. 1919/39, 2 α.ν. 1925/51 και 5 § 4 του α.ν. 263/1968 "σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (§ 1).

Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 2) Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 εδ.

ε' και στ' και 4 του ΕισΝΚΠολΔ, κατά τις οποίες "καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο ΚΠολΔ, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού, ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων", προκύπτει ότι από την εισαγωγή του ΚΠολΔ αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση των ως άνω διαφορών από τη βεβαίωση με πρωτόκολλο της αποζημίωσης που οφείλει στο Δημόσιο εκείνος ο οποίος καρπώνεται ή κάνει χρήση αυθαίρετα δημοσίου κτήματος, είναι αποκλειστικά το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. (ΑΠ 1331/2008).

Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της ως άνω § 2 του άρθρου 115 του Δ/τος της 11/12.11.1929 απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων κατά της αντίστοιχης απόφασης καταργήθηκε κατά το μέρος αυτό, αφού έτσι καθιερωνόταν ειδικός κανόνας για την ορισμένη αυτή υπόθεση, η οποία, υπάγεται στα πολιτικά Δικαστήρια, και ρυθμιζόταν θέμα, το οποίο δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Εφ' όσον δε στο πλαίσιο εφαρμογής των ίδιων πιο πάνω διατάξεων τέμνεται οριστικώς η διαφορά, για τις αποφάσεις, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης, για κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος χωρίς συμβατική σχέση, δεν ισχύει η απαγόρευση από το άρθρο 699 ΚΠολΔ. της άσκησης ενδίκων μεσών, αλλ' υπόκεινται αυτές στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρα 511 επ.

και 552 επ. ΚΠολΔ, αντίστοιχα), Ολ ΑΠ 21/2002 και 38/2002). Περαιτέρω προϋπόθεση για την έκδοση του ανωτέρω πρωτοκόλλου είναι η επί του ακινήτου ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας, νομής ή κατοχής του Δημοσίου. Την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού μπορεί ο καθ' ου σε βάρος του οποίου βεβαιώθηκε αποζημίωση να αμφισβητήσει με την ως άνω ανακοπή του. (ΑΠ 1205/2004).

Τέλος, για να μη στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει να αναφέρονται, ως παραδοχή του δικάσαντος Δικαστηρίου, τα περιστατικά, που κατά την ως άνω διάταξη (άρθ. 1 ν. 2344/1940), είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού.

Απλή επανάληψη της νομικής έννοιας η οποία προσδιορίζει την προϋπόθεση της εφαρμογής του νόμου δεν αρκεί. (Ολ ΑΠ 24/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1 /1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 275/2003 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας έγινα δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ύστερα από έγγραφο (υπ' αριθ. .../1996) του Δήμου Κασσωπαίων προς τη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών, την Κτηματική Υπηρεσία Κέρκυρας και την ΤΥΔΚ, όπου ανέφερε ότι στη θέση "..." της περιοχής ..., οι ανακόπτοντες είχαν προβεί σε κατάληψη τμήματος του γιαλού, διαμόρφωση επιπέδων, κτίσιμο τοιχείων από πέτρα, διάστρωση με ψηφίδα αυτού και τοποθέτηση σιδηροσωλήνων για κατασκευή παραπήγματος, η ΤΥΔΚ, με υπάλληλο της μηχανικό, διενήργησε αυτοψία, όπου διαπίστωσε ότι πράγματι, στην εν λόγω περιοχή, οι ανακόπτοντες, είχαν προβεί σε αυθαίρετη κατάληψη τμήματος του γιαλού, σε δύο σημεία, επιφάνειας 23 μ.

πλάτος χ 4μ. βάθος και 12,50 μ. πλάτος χ 2,50 μ. βάθος και συνολικής (επιφάνειας) 123,25 τμ., που συνορεύει βόρεια και ανατολικά με χώρο γιαλού και δυτικά και νότια με ιδιωτική έκταση, στο οποίο είχαν αυτοί κατασκευάσει πέτρινο τοιχείο, είχαν επιστρώσει το χώρο με ψηφίδα πάνω από τις κροκάλες του γιαλού και επίσης είχαν κατασκευάσει σιδηροκατασκευή για κιόσκι (βλ.

υπ, αριθ. πρωτ. 5694/1996 έκθεση της άνω υπηρεσίας και το τοπογραφικό που τη συνοδεύει) για να τον εκμεταλλεύονται, τοποθετώντας ομπρέλες και καρέκλες που εκμίσθωναν σε παραθεριστές, η αυθαίρετη δε κατάληψη έγινε κατά τα έτη 1997-2001. Στο σημείο που ενδιαφέρει, ο γιαλός υπάρχει και έχει δημιουργηθεί από φυσικά φαινόμενα, δηλαδή από τις μεγαλύτερες συνηθισμένες αναβάσεις των χειμερινών κυμάτων, των οποίων (χειμερινών κυμάτων) το όριο, καταλαμβάνει στο σύνολό της την επίδικη έκταση (η οποία δεν διαφέρει υψομετρικά από την υπόλοιπη έκταση του γιαλού) - πράγμα που καταδεικνύεται από την ύπαρξη σ' αυτή, σε όλη την επιφάνειά της, μέχρι το ακρότατο σημείο της δυτικά και νότια όπου ακολουθούν ιδιωτικές εκτάσεις, και όπου υπάρχουν βράχοι και φυσικό ανάχωμα-"κροκάλων", που μεταφέρονται από αυτά τα κύματα, και για το λόγο αυτό οι ανακόπτοντες κατασκεύασαν σ' αυτή το τοιχείο από πέτρα (βλ.

το παραπάνω υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο Δήμου Κασσωπαίων προς την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Κέρκυρας, την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου και ΤΥΔΚ και υπ' αριθ. πρωτ. ... έκθεση του μηχανικού της ΤΥΔΚ, που διενήργησε αυτοψία στην επίδικη έκταση). Δεν αναιρείται δε η ύπαρξη του γιαλού στο σημείο αυτό, που υπάρχει ως δημιούργημα της φύσης με τον προαναφερόμενο τρόπο, από το γεγονός ότι η επίσημη χάραξη γιαλού και παραλίας στην περιοχή έγινε μεταγενέστερα, με την υπ' αριθ. ...

απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, όπως προβάλλεται από τους ανακόπτοντες, γιατί, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις πρώτες σκέψεις, ο καθορισμός αυτός διοικητικά, έχει απλώς διαπιστωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα, γι' αυτό οι σχετικοί ισχυρισμοί τους, είναι αβάσιμοι, όπως και οι ισχυρισμοί ότι δεν έχει ακολουθηθεί η διαδικασία απαλλοτρίωσης, γιατί αυτή, όπως επίσης έχει εκτεθεί παραπάνω, αφορά τα ιδιωτικά κτήματα και όχι το συγκεκριμένο, που αποτελεί γιαλό και κατά το νόμο είναι δημόσιο κτήμα, αφού βρίσκεται στη ζώνη της μεγαλύτερης συνηθισμένης ανάβασης των χειμερινών κυμάτων, και ορθά οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν σιωπηρά από την εκκαλούμενη απόφαση.

Για την κατάληψη της εν λόγω δημόσιας έκτασης, εκδόθηκε κατά των ανακοπτόντων το υπ' αριθ. ΚΥ/39/10-6-1996 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από την Κτηματική Υπηρεσία Κέρκυρας, το οποίο έχει επικυρωθεί με την υπ' αριθ. 26/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Όρους, που έγινε τελεσίδικη, με την απόρριψη της έφεσης που άσκησαν κατ' αυτής οι ανακόπτοντες, με την υπ' αριθ. 211/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.

Για τα πιο πάνω περιστατικά, που προσδίδουν στην επίμαχη έκταση την ιδιότητα του γιαλού, ότι δηλαδή αυτή στο σύνολό της βρέχεται από τα μεγαλύτερα συνηθισμένα χειμερινά κύματα, η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Όρους κατά την εκδίκαση της ανακοπής τους κατά του Πρωτοκόλλου Διοικητικής αποβολής (βλ.

υπ' αριθ. 26/1997 πρακτικά), ήτοι, τόσο του μάρτυρα του καθού, Μ1, που μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι "οι κροκάλες φθάνουν μέχρι το πρανές.... εκεί η θάλασσα χτυπάει και βγαίνει πολύ έξω, ξεπερνάει την παρέμβαση... συνηθισμένοι καιροί φθάνουν το κύμα μέχρι το ανάχωμα και το ξεπερνούν...", όσο και του μάρτυρα των ανακοπτόντων Τ1, τοπογράφου-μηχανικού, ο οποίος είχε επισκεφθεί το επίδικο για να προβεί σε αποτύπωση και μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι "από τη γραμμή της θάλασσας μέχρι τις πέτρες είναι 25 μ. ...το έδαφος είναι επιστρωμένο με κροκάλες, φυσικές μέχρι τα 20 μ.

από εκεί και πίσω είναι λιθιές και ψηφίδες ... το κύμα φθάνει στη γραμμή του πρασίνου σε απόσταση 20-25 μ. από τη θάλασσα ... στη γραμμή πρασίνου υπάρχουν αυτοφυή φυτά, μόνιμα ... ο Χ1 έρριξε ψηφίδα ... πίσω από τη γραμμή πρασίνου είναι αραιές κροκάλες με άμμο ... οι κροκάλες φθάνουν μέχρι τη λιθιά, μικρό τοιχείο που είπαν ότι κατασκεύασε ο Χ1...".

Επίσης, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων, ότι τα επίδικα τμήματα περιλαμβάνονται στην παρακείμενη ιδιοκτησία του πρώτου, και τα καλλιεργούσαν με κηπευτικά (βλ. και υπ' αριθ: 4418 και 4419/9-8-1996 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν) και οι δύο παραπάνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι το έδαφος εκεί δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί γιατί είναι κοντά στη θάλασσα και τα φυτά (στη γραμμή του πράσινου που φαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες) είναι "αυτοφυή, μόνιμα" (Τ1) και ότι ποτέ δεν υπήρχε εκεί καλλιέργεια ή οπωροφόρο δέντρο, παρά μόνο σπάρτα, βάτα και αλμυρίκια (Μ1).

Άλλωστε, τμήμα του εν λόγω γιαλού, που έθετε σε δημοπρασία ο Δήμος Κασσωπαίων, είχε μισθώσει στο παρελθόν τόσο ο πρώτος (το έτος 1993) όσο και η δεύτερη (1996) από τους ανακόπτοντες, πράγμα που αντιστρατεύεται προς τους ισχυρισμούς τους για κυριότητα σ' αυτά. Μάλιστα, όπως προκύπτει από το από 30-8-1996 απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του άνω Δήμου, με απόφαση του, μειώθηκε το μίσθωμα (των 1.700.000 δραχ.) που είχε οριστεί να καταβάλλει ο εκμισθωτής τριών τμημάτων του γιαλού στη θέση αυτή, γιατί στο ένα από αυτά (ανατολικό) εμποδίστηκε στην άσκηση της δραστηριότητας του από την δεύτερη ανακόπτουσα.

Εξάλλου και ο τρίτος από τους ανακόπτοντες, συμμετείχε στις άνω δραστηριότητες των δύο πρώτων όπως κατέθεσε ο άνω μάρτυρας Μ1 (βλ. υπ' αριθ. 26/1997 πρακτικά). Όσον αφορά δε το ύψος της αποζημίωσης που επιβλήθηκε με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο που ορίστηκε για την επίδικη έκταση των 123,25 τμ για το έτος 1997 σε 2.372,56 Ευρώ (808.259 δραχ), για το έτος 1998 σε 2636,32 Ευρώ (898,327 δρχ), το έτος 1999, σε 2.929,65 Ευρώ (998,278 δραχ) το έτος 2000 σε 3.255,03 Ευρώ (1109,152 δραχ) και το έτος 2001 σε 3.617,39 Ευρώ (1.232.625 δραχ) ενόψει και των συγκριτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν και ειδικότερα συμφωνητικών μίσθωσης, μεταξύ της (κατά παραχώρηση με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών του δικαιώματος εκμετάλλευσης του χώρου του γιαλού προς το Δήμο Κασσωπαίων), ΔΕΑΔΚ και των ...

και ..., για τον ίδιο χώρο γιαλού "..." ο οποίος περιλάμβανε περισσότερα του ενός τμήματα προς εκμίσθωση (τουλάχιστον τέσσερα όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 12/1995 Πρακτικό της Δημ. Επιτροπής του εν λόγω Δήμου) κατόπιν σχετικής δημοπρασίας στην οποία πλειοδότησαν αυτοί -από τα οποία προκύπτει ότι για τα αντίστοιχα έτη το μίσθωμα που προσφέρθηκε από τους τελευταίους στους οποίους και παραχωρήθηκε η χρήση, ήταν 1.130.000 δράχ. (1997) 3.510.000 δραχ. (1998), 3,513.000 δραχ. (1999), 2.702.000 δραχ. (2000) και 2.836.000 δραχ. (2001)- αυτό (ποσό αποζημίωσης) κρίνεται εύλογο, αφού και οι ίδιοι οι ανακόπτοντες δεν προσκόμισαν περαιτέρω συγκριτικά στοιχεία.

Μάλιστα, ο πρώτος από αυτούς, στην χωρίς όρκο κατάθεση του στο Ειρηνοδικείο Όρους (βλ. άνω πρακτικά) είπε, ότι για το 1/3 του γιαλού που είχε μισθώσει το έτος 1993, κατέβαλε ποσό 700.000 δραχμών. Μετά από αυτά, πιθανολογήθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης γιαλού για το παραπάνω διάστημα, ήτοι:

α)η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, β)η ανυπαρξία έννομης σχέσης των ανακοπτόντων με το Δημόσιο και γ)η αυθαίρετη χρήση από τους ανακόπτοντες του γιαλού (βλ. ΕφΑΘ 5966/2000 ο.π.) Η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια και με συνοπτική έστω αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας και απέρριψε την ανακοπή, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι συναφείς λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος της ανακοπής κατά τον οποίο δεν έχει εκδοθεί διοικητική πράξη για τη δημιουργία παραλίας (για την οποία πάντως απαιτείται έκδοση, κατά τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6 του ΑΝ 2344/1940, σχετικού διατάγματος με πρόταση του Υπ. Οικονομικών ύστερα από σύμφωνη γνωμοδότηση του ΓΕΝ και προηγούμενη απόφαση του Υπ.

Συμβουλίου) στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι στην κρινόμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο εκδόθηκε σε βάρος των ανακοπτόντων για αυθαίρετη χρήση τμήματος γιαλού, όχι δε και παραλίας και ορθά, σιωπηρά, απορρίφθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση, είναι δε αβάσιμος ο σχετικός υπ' αριθ. 2 γ λόγος της έφεσης".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε επίσης η ανακοπή που είχαν ασκήσει (οι αναιρεσείοντες) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρ. 1, 2 παρ. 3,3, 4 και 6 του ΑΝ 2344/1940, που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου, που κατά τις ίδιες παραδοχές έλαβε χώρα η ένδικη κατάληψη του Αιγιαλού (1996) αφού τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι το ακίνητο που καταλήφθηκε από τους ανακόπτοντες το έτος 1996 και κατείχαν έκτοτε αυθαίρετα μέχρι το έτος 2001, αποτελεί αιγιαλό, αφού βρίσκεται στη ζώνη της μεγαλύτερης συνηθισμένης ανάβασης των χειμερινών κυμάτων, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του αιγιαλού ως κοινόχρηστου πράγματος και δικαιολογούν την απόρριψη της έφεση και της ανακοπής των αναιρεσειόντων.

Εξάλλου, με τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε και δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, για τον καθορισμό της έννοιας του αιγιαλού τις μη εφαρμοστέες, ως εκ του χρόνου που άρχισε η ένδικη αυθαίρετη χρήση (1996), δηλαδή με την αυθαίρετη κατάληψη του ένδικου τμήματος του αιγιαλού, διατάξεις του μεταγενέστερου νόμου 2791/2001 (ΦΕΚ Α'285/19-12-2001), αφού οι διατάξεις αυτού άρχισαν να ισχύουν, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος τους, κατά το άρθρο 37 περ.

β' αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-12-2001), δηλαδή κατά το τέλος, περίπου του ενδίκου χρόνου και, εντεύθεν δεν επηρεάζεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου. 'Αλλωστε, οι ρυθμίσεις των ανωτέρω κρισίμων διατάξεων του ΑΝ 2344/1940 επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσιες στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 3 και 10 του ν. 2971/2001 και οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ποιά θα ήταν εν προκειμένω η έννομη συνέπεια αν το Εφετείο εφάρμοζε τις αντίστοιχες διατάξεις του ν.2971/2001 και συγκεκριμένα αν θα διαμόρφωνε ουσιωδώς διαφορετική δικανική πεποίθηση από εκείνη που διαμόρφωσε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του για τις τελευταίες δέκα ημέρες του ένδικου διαστήματος (20 έως 31-12-2001).

Τέλος, με τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στη δημιουργία του αιγιαλού ως νομικής έννοιας με βάση τα φυσικά δεδομένα, δηλαδή τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων στο πλαίσιο αποδεικτικού πορίσματος του συνήγαγε το Εφετείο με τους συνήθους περί αποδείξεων δικονομικούς κανόνες, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Α.Ν 2344/1940, με το να κρίνει ότι η ιδιότητα του αιγιαλού δεν δημιουργείται με την (ανύπαρκτη στην προκειμένη περίπτωση) έκθεση της επιτροπής του αρθρ. 2 παρ. 3 του ΑΝ 2344/1940 (ήδη δε του αρθρ. 100 του Π.Δ 284/1988), έλλειψη που δεν παρεμπόδιζε την περαιτέρω ουσιαστική δικαστική έρευνα της ένδικης υπόθεσης και το χαρακτηρισμό ως αιγιαλού της ένδικης εδαφικής έκτασης από το ουσιαστικό δικαστήριο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα τρία μέρη του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 2 παρ. 3,3, 4 και 6 του ΑΝ 2344/1940 τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων στον προσδιορισμό τόσο της ένδικης εδαφικής έκτασης ως αιγιαλού όσο και της εύλογης αποζημίωσης ως νομικών εννοιών, με τη συνεκτίμηση για το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης ως κατάλληλων και πρόσφορων κριτηρίων και συγκριτικών στοιχείων των μισθωμάτων που κατέβαλαν για άλλα τμήματα του ίδιου ένδικου αιγιαλού άλλοι πλειοδότες - μισθωτές στο Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, της ιδιότητας, δηλαδή, του ένδικου εδαφικού τμήματος ως αιγιαλού ανήκοντος στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου και όχι στους αναιρεσείοντες, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:

α) με το ότι το επίδικο τμήμα ανήκει στην κυριότητά τους και β) δεν υπήρξε από της πλευράς τους αυθαίρετη κατάληψη και αυθαίρετη χρήση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλέια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ, γ του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων που στήριξε την κριθείσα ανακοπή και έφεσή τους: "ότι ήταν κύριοι της ένδικης εδαφικής έκτασης, που δεν ανήκε στη ζώνη του αιγιαλού και δεν ήταν αυθαίρετοι κάτοχοι και χρήστες" 1) την από ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Τοπογράφου - Μηχανικού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης ..., 2) την από ... τεχνική έκθεση του τοπογράφου ..., 3) την από ...έκθεση του Γεωπόνου ... και 4) το υπ' αριθ. Πρωτ. ... έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειόντων που υπέβαλαν στο Εφετείο προκύπτει ότι επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν, τα τρία πρώτα από τα πιο πάνω έγγραφα, όχι όμως και το τέταρτο, επί πλέον δε επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν άλλα έγγραφα και δύο ένορκες βεβαιώσεις που μνημονεύονται στο αναιρετήριο και στην προσβαλλόμενη ειδικά.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως αναλυτικά παρατίθεται στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, με ειδική μνεία όλων των άλλων αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και ειδική αξιολόγηση τους, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για την κυριότητά τους στο επίδικο, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο παρά τη μη ειδική μνεία των πιο πάνω τριών εγγράφων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα (των οποίων το καθοριζόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο τους ρητά αποκρούεται από το Εφετείο με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι όπως εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2004 αίτηση των 1) Χ1, 2) ... και 3) ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 275/2003 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ