Legislator Case Law & Legislation
332/2008 AI generated

332/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 332/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/1/2007 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

332/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 1 της ΥΑ 51266/1975 (ΦΕΚ 1/458 Τ. Β'), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 του ν.δ. 4020/1959 και 2 του α.ν. 199/1936, ορίστηκε αρχικώς ότι "η απασχόληση των οδηγών και των βοηθών οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (ΠΟΥΛΜΑΝ), πλην των εκτελούντων αστικήν ή υπεραστικήν συγκοινωνίαν, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τας 13 ώρας ημερησίως και τας 72 εβδομαδιαίως.

Keywords

AI generated
taxi operating license unemployment benefits overpayment unpaid fines offences against public transport long-term unemployment special scheme for travel agents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 332 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 332/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "......ΟΕ", που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Ζαλκώνη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται του δικογράφου της αναιρέσεως ως προς τους

ΙΙ και

ΙΙΙ λόγους. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/1/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 20/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ......, ακριβές αντίγραφο της από 25-1-2007 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 149/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Αυτός, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών ( άρθρ. 568 πρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Με το άρθρο 1 της ΥΑ 51266/1975 (ΦΕΚ 1/458 Τ. Β'), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 του ν.δ. 4020/1959 και 2 του α.ν. 199/1936, ορίστηκε αρχικώς ότι "η απασχόληση των οδηγών και των βοηθών οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (ΠΟΥΛΜΑΝ), πλην των εκτελούντων αστικήν ή υπεραστικήν συγκοινωνίαν, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τας 13 ώρας ημερησίως και τας 72 εβδομαδιαίως.

Εις τας ώρας ταύτας περιλαμβάνονται και: α)....δ) τα κατά την διαδρομήν διαλείμματα και αι εκτός έδρας διακοπαί, ε) αι εντός έδρας και μεταξύ δύο διαδρομών διακοπαί εν τω σταθμώ αυτοκινήτων (γκαράζ) εφόσον εκάστη τούτων δεν υπερβαίνει τας τρεις ώρας. Ωσαύτως, πλείονες των δύο διακοπαί ασχέτως της διαρκείας αυτών...".

Ακολούθησε η ΥΑ 1907/1987 (ΦΕΚ 594 Τ. Β'/1011-87), με την οποία το μεν εδάφιο δ' της πιο πάνω Υπουργικής Αποφάσεως επαναδιατυπώθηκε ως εξής: "τα διαλείμματα κατά τη διάρκεια της διαδρομής και οι διακοπές και εκτός έδρας", το δε εδάφιο ε' αυτής καταργήθηκε. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στον πιο πάνω οριζόμενο ανώτατο αριθμό ωρών ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχολήσεως των οδηγών και βοηθών οδηγών τουριστικών λεωφορείων περιλαμβάνονται ήδη μόνο οι διακοπές εκτός έδρας, οι οποίες και συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό τόσο της υπερεργασίας όσο και της υπερωριακής απασχολήσεως.

Οι διακοπές μεταξύ δύο διαδρομών εντός έδρας δεν περιελήφθησαν στη νέα ρύθμιση, καθόσον το εδάφιο ε' της προηγουμένης Υπουργικής Αποφάσεως, με το οποίο ρυθμίζονταν αναλυτικά οι εν λόγω διακοπές, καταργήθηκε ρητώς. Η άποψη ότι ο νομοθέτης με την τελευταία Υπουργική Απόφαση ρυθμίζει ενιαίως τις εντός και εκτός έδρας διακοπές δε βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα της νέας διατάξεως, αφού σ' αυτήν δεν περιέχεται η λέξη "εντός" (έδρας), ούτε στο πνεύμα αυτής, διότι οι εν λόγω κατηγορίες των διακοπών μεταξύ δύο διαδρομών, λόγω της διαφορετικότητάς τους, δεν επιδέχονται ενιαία ρύθμιση.

Εξάλλου, η προσθήκη στο νέο κείμενο του συμπλεκτικού συνδέσμου "και" (εκτός έδρας), εφόσον δε συνδέει τη φράση αυτή με εκείνη της "εντός έδρας", προφανώς οφείλεται σε παραδρομή του συντάκτη του κειμένου κατά τη μεταφορά αυτού από την καθαρεύουσα στη δημοτική. Έτσι, η προσμέτρηση ή μη του χρόνου των διακοπών μεταξύ δύο διαδρομών εντός έδρας στο συνολικό χρόνο της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχολήσεως του οδηγού τουριστικού λεωφορείου θα εξαρτηθεί από το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τελεί αυτός σε γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα προς παροχή εργασίας.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι οι μεταξύ δύο διαδρομών εντός έδρας διακοπές στην εργασία των οδηγών τουριστικών λεωφορείων συνυπολογίζονται στο συνολικό ημερήσιο και εβδομαδιαίο χρόνο απασχολήσεως αυτών, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον προβληθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι μεταξύ των διαδρομών, που ενεργούσε ο αναιρεσίβλητος οδηγός καθημερινά, παρεμβάλλονταν πολύωρες διακοπές, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων, και κατά συνέπεια ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η σχετική αιτίαση, είναι βάσιμος. Από τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 8900/1945 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού του και στην περίπτωση που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση, δικαιούται επιπλέον και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή κάθε τι που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς όμως την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών.Εξάλλου, η μη καταβολή από τον εναγόμενο - εργοδότη του ποσού αυτού (δηλ, του 1/25 του μισθού) δεν αποτελεί στοιχείο αναγκαίο για την πληρότητα της ιστορικής βάσεως της σχετικής αγωγής, αλλά αρκεί για τη θεμελίωσή της να αναφέρεται ότι ο εργαζόμενος εργάστηκε κατά ημέρα Κυριακή και ότι δεν του χορηγήθηκε άλλη ημέρα αναπαύσεως.

Κατ' επέκταση η αναφορά αυτή δεν αποτελεί και αναγκαίο περιεχόμενο της αποφάσεως με την οποία επιδικάζονται σχετικές αξιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε και τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος οδηγός εργαζόταν στην αναιρεσίβλητη δύο Κυριακές το μήνα από 1-1-1998 έως 10-9-2001 χωρίς να του χορηγείται άλλη ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως, επιδίκασε δε σ' αυτόν τόσο την προσαύξηση 75% επί του 1/25 του νομίμου μισθού του, όσο και το 1/25 του μισθού αυτού, στον οποίο και συνυπολόγισε τα επιδόματα γάμου και προϋπηρεσίας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 8 του αυτού άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμό περί μη καταβολής σ' αυτόν του πλουτισμού από τη στέρηση της ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός όντας μη αναγκαίος για τη θεμελίωση της αγωγής, και κατ' επέκταση μη αυτοτελής, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και δεν ιδρύει τον θεμελιούμενο σ' αυτήν λόγο αναιρέσεως.

Τα ποσά τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, ενεχόμενος ,άλλως, έναντι αυτών και ατομικώς, όπως είναι και οι υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές (εργατικές) εισφορές, που βαρύνουν τον εργαζόμενο (άρθρ. 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951), περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης.

Έτσι, η κατά τα ανωτέρω ενεργηθείσα από τον εργοδότη παρακράτηση στηρίζει ένταση καταβολής, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της περί μισθού αξιώσεως του εργαζομένου ενάγοντος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις ......, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται γραφείο γενικού τουρισμού στη ......

Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 10-9-2001, ο ενάγων εργαζόταν επί 9 ώρες την ημέρα και 45 την εβδομάδα, ενώ απασχολούνταν και επί 2 Κυριακές το μήνα χωρίς να του χορηγείται άλλη ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Επιπλέον καταβάλλονταν σ' αυτόν αποδοχές μικρότερες εκείνων που προβλέπονταν από τις ΣΣΕ, που ίσχυσαν κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων.

Έκρινε δε ακολούθως το Εφετείο ότι οι συνολικές για το εν λόγω χρονικό διάστημα δικαιούμενες από τον ενάγοντα αποδοχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, οι αμοιβές για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία(από 1-4-2001) καθώς και η αποζημίωση για τη μη χορήγηση της ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 48005,67 ευρώ, από το οποίο, αφού αφαίρεσε το ποσό των 37.987,62 ευρώ, που είχε δεχθεί η μη πληττόμενη κατά τούτο εκκαλουμένη ότι είχε καταβληθεί ως ακαθάριστες αποδοχές, επιδίκασε σ' αυτόν το υπόλοιπο των 10.018,05 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον, ως προς το ζήτημα αν οι καταβληθείσες αποδοχές ήταν ή όχι ακαθάριστες, το οποίο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε σαφή αιτιολογία, η οποία καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως.

Επομένως, ο τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Μετά από τα παραπάνω, πρέπει (κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσιβλήτου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 149/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ