Legislator Case Law & Legislation
331/2024 AI generated

331/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 331/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

331/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 331 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 331/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Δ. του Ι. και 2) Α. Α. του Κ., κατοίκων Ν.. Ι. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κεφαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Ν., κατοίκου Μ. Α., 2) Π. Χ. του Π., κατοίκου Κ. Α. και 3) ανώνυμης ... εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Α.", που εδρεύει στην Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2012 αγωγή των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 2-11-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1813/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2954/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 22-5-2018 (αριθμ. εκθ. κατ. .../4-6-2018), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2954/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 15-6-2017), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2954/2017, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 17-7-2012 (αριθ. εκθ. κατ. 128647/4874/19-7-2012) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος οδηγούσε Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την τρίτη εναγομένη ... εταιρεία, με την επωνυμία "Ε. Α..Ε..Γ..Α..Α.." και βρίσκονταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, συγκρούσθηκε με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, οδηγούμενη από τον πρώτο αυτών (ενάγοντα), συνιδιοκτησίας των εναγόντων, με το ανωτέρω Ι.Χ.Ε., με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο πρώτος αυτών (εναγόντων) και να υποστεί υλικές ζημίες η δίκυκλη μοτοσικλέτα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση για θετική ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον μεν πρώτο ενάγοντα συνολικό ποσό 39.181,57 ευρώ, στη δε δεύτερη ενάγουσα συνολικό ποσό 3.450 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επίσης, η τρίτη εναγομένη ... εταιρεία, με την επωνυμία "Ε. Α..Ε..Γ..Α..Α..", άσκησε ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, την από 2-11-2012 (αριθ. εκθ. κατ. .../20-11-2012) παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζήτησε, να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, όποιο ποσό αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής, για τον λόγο ότι, σύμφωνα με όρο της καταρτισθείσας συμβάσεως ασφαλίσεως του Ι.Χ.Ε., που η ίδια είχε ασφαλίσει, η ασφάλιση δεν κάλυπτε ζημιές από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος.

Επί των αγωγών αυτών, (κυρίας και παρεμπίπτουσας), οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1813/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η κύρια αγωγή και δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή, μόνο καθό μέρος της στρέφονταν εναντίον του παρεμπιπτόντως πρώτου εναγομένου.

Εναντίον της αποφάσεως αυτής άσκησαν: α) οι ηττηθέντες εναγόμενοι της κυρίας αγωγής την από 12-3-2014 (αριθ. εκθ. κατ. ...) έφεση τους και β) η εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ... εταιρεία την από 1-11-2013 (αριθ. εκθ. κατ. ...) έφεση. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτές αυτές τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και αφού συνεκδικάστηκαν οι άνω (κύρια και παρεμπίπτουσα) αγωγές, α) έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν, για τις ανωτέρω αιτίες, εις ολόκληρον ο καθένας, στον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 25.828,48 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 2.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και β) έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρεώθηκαν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό, που η τελευταία θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής, (κεφάλαιο, τόκους και έξοδα), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της εκ μέρους της παρεμπιπτόντως ενάγουσας καταβολή του, έως την εξόφληση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβάλλονταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 69/2019, Α.Π. 49/2019). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο, εξ αυτού του λόγου, πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 69/2019, Α.Π. 1207/2017).

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει, αυτή καθ' εαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ., στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 49/2019, Α.Π. 301/2018, Α.Π. 1685/2017, Α.Π. 1500/2002, Α.Π. 1070/2001).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά δε την παράγραφο 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού....τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, "Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους" (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 453/2022).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr./l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ανίχνευση οινοπνεύματος στον οργανισμό του ελεγχόμενου οδηγού σε ποσοστό 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή σε ποσοστό 0,25 και άνω χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα, μετρούμενο με αλκοολική συσκευή, αποτελεί, κατά πρόβλεψη του νόμου, πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση (Α.Π. 522/2021, Α.Π. 837/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. και 42 του Κ.Ο.Κ., επειδή κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος, αν και είχε καταναλώσει μικρή ποσότητα αλκοόλ, υπερβαίνοντας ελαφρώς το νόμιμο όριο, ήταν σε θέση να οδηγήσει το επίδικο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, χωρίς κίνδυνο για τους άλλους χρήστες της οδού και η μικρή υπέρβαση του προβλεπομένου ορίου αλκοόλ στο αίμα του δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε, αναφορικώς με την οδήγηση του εναγομένου κατά το χρόνο του ατυχήματος, την κατάστασή του λόγω της καταναλώσεως από αυτόν οινοπνευματωδών ποτών και την συνεπεία αυτής υπαιτιότητά του στην πρόκληση της συγκρούσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 18-12-2011 και ώρα 05:00, ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων οδηγούσε την υπ' αρ.

κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, συνιδιοκτησίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του ιδίου και της δεύτερης ενάγουσας, επί της λεωφ. Σ., στην περιοχή του Ν. Κ. Α., με κατεύθυνση προς Α. και συγκεκριμένα στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Καθώς αυτός προσέγγιζε στην διασταύρωση της άνω λεωφόρου με την οδό Α.

Φ., ο σηματοδότης που ρύθμιζε την ευθεία πορεία του έγινε πράσινος και αυτός συνέχισε να κινείται εισερχόμενος στον κόμβο, πλην όμως συγκρούσθηκε με το υπ' αρ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης κυρίως εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που οδηγούσε ο πρώτος κυρίως εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ήταν δε ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη κυρίως εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, ...

εταιρία. Ο ως άνω οδηγός του αυτοκινήτου, κινούμενος επί της λεωφ. Σ., με κατεύθυνση από Α. προς Π., και στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, ενήργησε αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά, ενώ τούτο απαγορευόταν, λόγω της ύπαρξης ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-27 στην πορεία του, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην ευθεία πορεία της μοτοσικλέτας, η οποία μετά την σύγκρουση ανατράπηκε και τραυματίσθηκε ο πρώτος ενάγων.

Αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, είναι ο πρώτος κυρίως εναγόμενος, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γεγονός που συνομολογείται από τους κυρίως εναγομένους ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου πρώτος κυρίως εναγόμενος, βρισκόταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε ποσοστό 0,34 και 0,35 χιλιοστών του γραμματίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, σύμφωνα με τις γενόμενες Α' και Β' μετρήσεις αντίστοιχα, με συσκευή αλκοολομέτρου (βλ.

το δελτίο μέθης του Τμήματος Τροχαίας Κ., τις δύο ταινίες με τις άνω μετρήσεις της συσκευής - αλκοολομέτρου, που αυτός υπογράφει αποδεχόμενος το αποτέλεσμά τους, και την υπ' αρ. .../18-1-2011 πράξη βεβαίωσης παράβασης του επιβληθέντος σε αυτόν προστίμου). Η παράβαση αυτή (άρθρ. 42 του Ν. 2696/1999) συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού η επιλογή του να ενεργήσει αριστερά στροφή παρά την ύπαρξη της σχετικής απαγορευτικής πινακίδας Ρ-27, την οποία ούτε καν αντιλήφθηκε, διασχίζοντας κάθετα την λεωφόρο Σ., την στιγμή που η κίνηση των οχημάτων σε αυτήν διεξαγόταν κανονικά και με πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη της πορείας τους (βλ.

την έκθεση αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος και την από 2-2-2012 έκθεση ένορκης εξέτασης του αυτόπτη μάρτυρα Η. Μ. ενώπιον του Τ.Τ. Κ.) μαρτυρεί ότι δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του νηφάλια στάθμιση της πραγματικής κατάστασης και η αποφυγή πράξεων, τις οποίες θα παρέλειπε να επιχειρήσει άλλος νηφάλιος οδηγός, ευρισκόμενος υπό ανάλογες περιστάσεις.

Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος αν ήταν νηφάλιος και δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ, θα μπορούσε να οδηγεί με σύνεση και προσοχή και θα ήταν σε θέση να τηρεί τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, εφαρμόζοντας τις οδηγίες των πινακίδων οδικής κυκλοφορίας που βρισκόταν στην πορεία του, και συγκεκριμένα της ως άνω απαγορευτικής πινακίδας, οπότε και θα είχε οπωσδήποτε αποφευχθεί το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Οδηγώντας όμως ο ενάγων υπό την επίδραση οινοπνεύματος είχε απωλέσει την ετοιμότητα και την εγρήγορση και προσοχή που απαιτείται να βρίσκεται κάθε συνετός οδηγός, ώστε να είναι συνεπής στους κανόνες οδηγικής συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, η εν λόγω παράβαση του ενάγοντος, συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος".

Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, λόγω της καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών, δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της δεύτερης εναγομένης ιδιοκτήτριάς του και η κατάστασή του αυτή συνετέλεσε αποκλειστικώς στην επέλευση του επιδίκου ατυχήματος.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,299, 300, 330 εδ.β', 914 του Α.Κ., 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ειδικότερα το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου, δέχθηκε αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου κινούμενος επί της λεωφ. Σ., με κατεύθυνση από Α. προς Π., στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, οδηγώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος, σε ποσοστό 0,34 και 0,35 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και την συνεπεία του γεγονότος αυτού αδυναμία του να οδηγήσει με ασφάλεια και νηφαλιότητα, συμμορφούμενος στους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και εφαρμόζοντας τις οδηγίες των ευρισκομένων στην πορεία του πινακίδων κυκλοφορίας, ενήργησε αλλαγή κατευθύνσεως προς τα αριστερά, ενώ τούτο απαγορευόταν, λόγω της ύπαρξης ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-27 στην πορεία του, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην ευθεία πορεία της κινούμενης επί της λεωφ.

Σ., υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας τη στιγμή που η κίνηση των οχημάτων σ' αυτήν διεξήγετο κανονικά και με πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη της πορείας τους, παράβαση (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος), η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθόσον είχε απωλέσει την ετοιμότητα, την εγρήγορση και προσοχή, ώστε να είναι συνεπής στους κανόνες οδικής συμπεριφοράς.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 189, 192 του ΕμπΝ και 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", προκύπτει ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου η ...

σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνον η υπογραφή του ασφαλιστή, μπορεί δε εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται η κάλυψη ζημιών από τον ασφαλιστή, που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών (βρίσκεται σε μέθη), κατά την έννοια του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.

Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή της υποχρεώσεως να αποζημιώσει τον τρίτο που ζημιώθηκε, παρέχει, όμως, στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και ζητήσει κάθε ποσόν (με τους τόκους του), που κατέβαλε ή θα καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο, για την αποκατάσταση της ζημίας που ο τρίτος υπέστη.

Η συνομολόγηση του ανωτέρου όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου ή των κληρονόμων του, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με την παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της προϊσχύσασας Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου (ΑΕΥ), που έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ 795 "Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ", στο άρθρο 25 παρ. 8 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προξενούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., αφού ο όρος αυτός, με την παραπομπή στην ανωτέρω A.Y.E., κατέστη μέρος της ...

συμβάσεως. Εντεύθεν, για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρά. Τούτο δύναται να συμβεί με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, την επικόλληση στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του ειδικού σήματος, που παραδίδει ο ασφαλιστής στον αντισυμβαλλόμενο, τη δήλωση επιγενομένου αυτοκινητικού ατυχήματος ή, τέλος, όταν στο ασφαλιστήριο αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο Δικαστήριο (Ολ.

Α.Π. 9/2014, Α.Π. 268/2019, Α.Π. 1520/2018, Α.Π. 1221/2015, Α.Π. 847/2015, Α.Π. 1195/2013), ενώ δεν δικαιολογείται άγνοια των όρων από τα συμβαλλόμενα μέρη (Α.Π. 1195/2013, Α.Π. 76/2005). Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ. Α.Π. 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2023). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο Δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και, γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 403/2017, Α.Π. 677/2015, Α.Π. 259/2007).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπ' όψιν το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 677/2015).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτιμήσεως του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, έκρινε ότι η παρεμπιπτόντως δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, αφενός μεν, γνώριζε τους όρους, που αφορούσαν την ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου της και την εξαίρεση από την ...

κάλυψη, όταν αυτό οδηγούταν από οδηγό, ο οποίος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφετέρου δε, ότι αυτή γνώριζε την ροπή του εναγομένου γιου της στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και, παρ' όλα αυτά, του επέτρεψε να οδηγεί το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό της. Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την κατάρτιση ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τρίτη κυρίως εναγομένη ...

εταιρία και παρεμπιπτόντως ενάγουσα (ήδη Τρίτη αναιρεσίβλητη) είχε ασφαλίσει με το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνήψε με την δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη, (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) καθώς και με το υπ' αρ. ...,ανανεωτήριο συμβόλαιο, το ζημιογόνο υπ' αρ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τελευταίας, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κατά το χρονικό διάστημα που συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Στο ανανεωτήριο αυτό συμβόλαιο, αναγράφεται ότι "το παρόν ασφαλιστήριο διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 440/70, του Ν. 489/1976, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, του Ν. 2496/97, όπου δεν τροποποιείται από τον ως άνω ειδικό νόμο, και από του επισυναπτόμενους Γενικούς όρους" (άρθρ. 1ο), ότι "ο ασφαλιζόμενος λήπτης της ασφάλισης τελεί σε γνώσει και αποδέχεται τους όρους ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, τους όρους του παραρτήματος για τις καλύψεις των προαιρετικών καλύψεων, τους όρους του παραρτήματος κάλυψης οδηγού, τους όρους παραρτήματος κάλυψης νομικής προστασίας, αντίγραφα των οποίων παρέλαβε" (άρθρο 3), και ότι "για όλα τα παραπάνω στοιχεία ο ασφαλιζόμενος έχει δικαίωμα εναντίωσης, συμπληρώνοντας και αποστέλλοντας στην εταιρία τα συνημμένα στο ασφαλιστήριο έντυπα με συστημένη επιστολή, μέσα σε 14 ημέρες από την αποστολή του ασφαλιστηρίου για τα υπό στοιχ.

α', β' και γ' έντυπα, καθώς και σε προθεσμία ενός μηνός, αν δεν παρέλαβε τα έντυπα πληροφοριών και τους όρους, διαφορετικά θεωρείται ότι αποδέχεται την ασφάλιση όπως έχει" (άρθρ. 4). Στο άρθρο 21 παρ. 8 του 1ου παραρτήματος Ασφαλιστηρίου συμβολαίου προαιρετικών καλύψεων κλάδου αυτοκινήτου - Γενικοί όροι ασφαλίσεων κινδύνων, με τον τίτλο "Γενικές εξαιρέσεις", προβλέπεται ότι "αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν για όσο χρόνο ο οδηγός του οχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, σύμφωνα με τα από τον Κ.Ο.Κ.

οριζόμενα". Από τα άνω συνεπάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 6 β' παρ. 1 εδ. β' του Ν. 489/1976, όπως διαμορφώθηκε μετά τον Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α' 110/10-5-2007), που προβλέπει την εξαίρεση από την ασφάλιση στην περίπτωση που κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, αποτέλεσε συμβατικό όρο αυτού, που δεσμεύει την άνω αντισυμβαλλόμενη - ασφαλισμένη, έστω και αν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από την τελευταία, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών της, καθώς η εκ μέρους της αποδοχή, εκδηλώθηκε εν προκειμένω σιωπηρά, με την καταβολή των ασφαλίστρων και την τοποθέτηση στο παρπρίζ του αυτοκινήτου της, του χορηγηθέντος σ' αυτήν σήματος ή της βεβαίωσης ασφάλισης, γεγονότα που η ίδια δεν αμφισβητεί, αλλά και, με την υποβολή της από 19-12-2011 υπεύθυνης δήλωσης ατυχήματος του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου οδηγού του άνω αυτοκινήτου, προς την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ...

εταιρία ... ενώ η ίδια δεν εναντιώθηκε και δεν απέκρουσε τον σχετικό όρο ... Εφόσον λοιπόν αποδείχθηκε πως συνέτρεχε η προαναφερόμενη εξαίρεση από την ... κάλυψη, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δικαιούται να αναζητήσει από τον υπαίτιο οδηγό οποιοδήποτε ποσό θα καταβάλλει στον κυρίως ενάγοντα της κύριας αγωγής για την αποζημίωσή του από το ένδικο ατύχημα.

Ως εκ τούτου, η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τον πρώτο εναγόμενο. Όσον αφορά στην δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγόμενη, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου ΙΧΕ, μητέρα του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου, προστήσασα τον υιόν της στην οδήγηση του αυτοκινήτου, αποδείχθηκε ότι ως γονέας εμπιστευόταν την οδήγηση του οχήματος της στον υιό της αναλαμβάνοντας προφανώς και την ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά του κατά την οδήγηση.

Ειδικότερα η δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη επειδή διαβιούσε μαζί με τον υιό της, γνώριζε ότι ο υιός της, ο οποίος χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητό της για τις μετακινήσεις του, δεν ήταν ικανός προς ασφαλή οδήγηση, αφού ως γονέας, γνώριζε ότι αυτός είχε ροπή προς την κατανάλωση αλκοόλ, και εν τούτοις του επέτρεπε να οδηγεί το αυτοκίνητό της, αποδεχόμενη το γεγονός ότι μπορούσε να προκληθεί τροχαίο ατύχημα εξαιτίας της κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών από αυτόν.

Να σημειωθεί ότι ουδόλως πειστική ήταν η κατάθεση της μάρτυρος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφορικά με την άγνοια της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης για το γεγονός αυτό, καθόσον η σχέση εν προκειμένω μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν εδράζεται σε σύμβαση ή σε οποιαδήποτε περιστασιακή σχέση, αλλά σε στενή συγγενική σχέση μητέρας και υιού, που αποκλείει την άγνοια τέτοιων αιτίων που έχουν ως συνεπακόλουθα σοβαρές παραβατικές συμπεριφορές, όπως ακριβώς συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς την δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ... εταιρείας κατά των ήδη αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, στις οποίες στήριξε την κρίση του για την νόμιμη ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας και, συνακολούθως, λόγω της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, για την υποχρέωση της δεύτερης αναιρεσείουσας να καταβάλει στην τρίτη αναιρεσίβλητη ...

εταιρεία, όποιο ποσό αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής. Περαιτέρω, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί εσφαλμένης εκτιμήσεως από το Εφετείο των προσκομισθέντων από αυτούς αποδεικτικών μέσων και η λήψη από αυτό (Εφετείο) αποδεικτικών στοιχείων χωρίς απόδειξη, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ., αλλά πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. ΓΠΝ/1911, προκύπτει, ότι με το νόμο αυτόν καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη εις βάρος του οδηγού κατόχου και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Η ευθύνη αυτή συνδέεται προς καθεμία από τις, ως άνω ιδιότητες, η οποία μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση ευθύνης χωρίς την ανάγκη συνδρομής άλλης προσθέτου προϋποθέσεως.

Ειδικώς για τον ιδιοκτήτη, η ευθύνη του θεμελιώνεται ανεξαρτήτως αν αυτός, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, είναι οδηγός ή κάτοχος αυτού. Όμως, ο νόμος, για να μετριάσει την αυστηρότητα της αντικειμενικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν είναι κάτοχος ή οδηγός με την, ως άνω, διάταξη του άρθρου 4 περιορίζει ποσοτικώς την ευθύνη του μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον αμέσως πριν το ατύχημα χρόνο.

Ο περιορισμός αυτός της ευθύνης του ιδιοκτήτη γίνεται με την υποβολή ενστάσεως, για το ορισμένο της οποίας είναι απαραίτητο, εκτός των άλλων, να αναφέρεται και η αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Ευθύνη, όμως, του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου μπορεί να θεμελιωθεί και από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ. σε περίπτωση υπάρξεως σχέσεως προστήσεως του οδηγού από τον ιδιοκτήτη. Η σχέση αυτή της προστήσεως δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή σύμβαση με την στενή έννοια του όρου. Μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση φιλική ή συγγενική και τέτοια υπάρχει, όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή ο γονέας στο τέκνο του (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 599/2018, Α.Π. 1.060/2018, Α.Π. 1228/2010, Α.Π. 96/2003).

Η σχετική ένσταση από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 αντιτάσσεται μόνο επί αγωγής που στηρίζεται στο νόμο αυτόν και όχι κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις 914, 922, 923 του Α.Κ. ή άλλη ειδική διάταξη (Α.Π. 1.159/2017, Α.Π. 1024/2015, Α.Π. 1323/2013).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν. ΓΠΝ/1911, επειδή, αν και προτάθηκε ο ισχυρισμός τους για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, το Εφετείο δεν έκρινε επί του ισχυρισμού τους αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε, αναφορικώς με την οδήγηση του Ι.Χ.Ε.αυτοκινήτου από τον πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο κατά παραχώρηση από τη δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όσον αφορά στην δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγόμενη, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου ΙΧΕ, μητέρα του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου, προστήσασα τον υιόν της στην οδήγηση του αυτοκινήτου, αποδείχθηκε ότι ως γονέας εμπιστευόταν την οδήγηση του οχήματος της στον υιό της αναλαμβάνοντας προφανώς και την ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά του κατά την οδήγηση.

Ειδικότερα η δεύτερη παρεμπιπτόντως εναγομένη επειδή διαβιούσε μαζί με τον υιό της, γνώριζε ότι ο υιός της, ο οποίος χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητό της για τις μετακινήσεις του, δεν ήταν ικανός προς ασφαλή οδήγηση, αφού ως γονέας, γνώριζε ότι αυτός είχε ροπή προς την κατανάλωση αλκοόλ, και εν τούτοις του επέτρεπε να οδηγεί το αυτοκίνητό της, αποδεχόμενη το γεγονός ότι μπορούσε να προκληθεί τροχαίο ατύχημα εξαιτίας της κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών από αυτόν.

Να σημειωθεί ότι ουδόλως πειστική ήταν η κατάθεση της μάρτυρος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφορικά με την άγνοια της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης για το γεγονός αυτό, καθόσον η σχέση εν προκειμένω μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν εδράζεται σε σύμβαση ή σε οποιαδήποτε περιστασιακή σχέση, αλλά σε στενή συγγενική σχέση μητέρας και υιού, που αποκλείει την άγνοια τέτοιων αιτίων που έχουν ως συνεπακόλουθα σοβαρές παραβατικές συμπεριφορές, όπως ακριβώς συνέβη στην προκειμένη περίπτωση".

Το Εφετείο, αναφορικώς με τον ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης για περιορισμό της ευθύνης της μέχρι της αξίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου του οποίου ήταν ιδιοκτήτρια, δέχτηκε ότι ο οδηγός - κάτοχος αυτού είχε προστηθεί στην οδήγησή του από αυτήν. Η κρίση του αυτή στηρίχτηκε στην παραδοχή ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός, ο υιός της παρεμπιπτόντως δεύτερης εναγομένης, είχε πρόσβαση στα κλειδιά του αυτοκινήτου, εν γνώσει της τελευταίας και, χρησιμοποιώντας αυτά, προέβη στην οδήγησή του, αν και βρίσκονταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Με τις παραδοχές αυτές θεμελιώνεται πλήρως η αφηρημένη νομική έννοια της προστήσεως και, επομένως, είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων περί προστήσεως, που εφαρμόστηκαν. Πλέον αυτών, η εναντίον των εναγομένων αγωγή δεν στηρίζεται στις διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911, αλλά σε αυτές των περί αδικοπραξιών.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τονΆρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.Α.Π 32/1996, Ολ.Α.Π. 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑ.Π. 20/2005, Α.Π. 1419/2023, Α.Π. 993/2022, Α.Π. 922/2022, Α.Π. 64/2022, Α.Π. 59/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση, κατ' εκτίμηση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά πιστή αντιγραφή "...όσον αφορά τα κονδύλια: α) για καταβληθείσες δαπάνες παροχής ιατρικών υπηρεσιών-νοσήλια-φάρμακα κλπ και β) για καταβληθείσες δαπάνες διενέργειας φυσικοθεραπείας τα οποία, έλαβε ο παθών από τον ασφαλιστικό του φορέα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις αφού η σωρευτική απόληψη αυτών είναι αντίθετη στην έννοια της αποζημιώσεως...θα έπρεπε ...

η προσβαλλομένη απόφαση να κάνει δεκτό, σύμφωνα και με την προταθείσα ένσταση από μέρους μας, ότι, στην υπό κρίσιν υπόθεση, ο παθών δεν δικαιούται και αποζημίωση για τους μισθούς κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, αφού τους κατέβαλε σ' αυτόν ο εργοδότης του (Δημόσιο) και πολύ περισσότερο τις δαπάνες νοσηλείας του τις οποίες κατέβαλε επίσης το Δημόσιο.

Άλλως καθίσταται αυτός πλουσιότερος εισπράττοντας δύο φορές τα ίδια ποσά για την ίδια αιτία σε βάρος της δικής μας περιουσίας, καθόσον ζητάει ως ασφαλισμένος στο Δημόσιο, να του καταβάλουμε τις δαπάνες τις οποίες έχει, ήδη, εισπράξει από τον ασφαλιστικό του φορέα το Δημόσιο καθώς και τις νόμιμες αποδοχές τις οποίες έχει ήδη εισπράξει από αυτόν...".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι με αυτόν απλώς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς, παράλληλα, να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό-υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή αν η παραβίαση του ουσιαστικού αυτού κανόνα οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή του και γ) τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-2018 (αριθ. εκθ. κατ. .../4-6-2018), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2954/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€), για καθένα διάδικο μέρος αυτών που παραστάθηκε με ξεχωριστό δικηγόρο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Α., στις 30 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Α., στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ