Legislator Case Law & Legislation
331/2022 AI generated

331/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 331/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

331/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιον λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η προβαλλόμενη αιτίαση (ΑΠ 617/2015).

Keywords

AI generated
administrative status of officials unemployment due to technical progress access to a profession status of intelligence operative personnel policy dismissal of civil servant
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 331 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 331/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία - Επιστήμη Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 14) …. Ο 10ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Παναγοπούλου - Πανοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις, οι 1ος, 2η, 3η, 4ος, 8η, 9η, 11η, 12ος και 14ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (5η, 6ος, 7ος και 13ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1455/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5495/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 29/7/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια - Αρεοπαγίτης Μαρία Σιμιτζή - Βετούλα ανάγνωσε την από 14/9/2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτου Πελαγίας Ακάσογλου με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους 1ο, 2η και 8η των αναιρεσιβλήτων και να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη για τους λοιπούς. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτησης της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση.

Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση, ώστε να ερευνηθεί εάν ο απών αντίδικος του επισπεύδοντος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, έτσι, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (14.12.2021), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο από το σύνολο των δεκατεσσάρων (14) αναιρεσίβλητων, η πέμπτη (5η), ο έκτος (6ος), ο έβδομος (7ος) και ο δέκατος τρίτος (13ος) αναιρεσίβλητοι, ενώ οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, πλην του 10ου, που εκπροσωπήθηκε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Παναγοπούλου - Νανοπούλου.

Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με αριθμούς 7132Γ/12.10.2021, 7125Γ/11.10.2021, 7139Γ/13.10.2021 και 7140Γ/14.10.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ζ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 29.7.2013 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 5495/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου την 29.9.2020 και κλήση προς συζήτηση τη δικάσιμο αυτή, καθώς και ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου 111/05.10.2020 βεβαίωσης αναβολής της Γραμματέα του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 29.9.2020 η συζήτηση της από 29.7.2013 αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης (δηλαδή 14.12.2021) επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα σε καθένα από τους απόντες, πέμπτη (5η), έκτο (6ο), έβδομο (7ο) και δέκατο τρίτο (13ο) αναιρεσίβλητους.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, εφόσον οι πέμπτη (5η), έκτος (6ος), έβδομος (7ος) και δέκατος τρίτος (13ος ) αναιρεσίβλητοι, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιον λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η προβαλλόμενη αιτίαση (ΑΠ 617/2015).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου, που νίκησε ή νικήθηκε, πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επιμέρους λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα το έννομο συμφέρον προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 2134/2014).

Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1163/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 29.7.2013 και με αριθμό κατάθεσης 120/3.9.2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 5495/17.9.2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Εφετείου. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής:

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 2.11.2009 (με αριθμό κατάθεσης 2743/4.11.2009) έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων και την από 20.11.2009 (με αριθμό κατάθεσης 2921/20.11.2009) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1455/23.9.2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί κατά την ίδια ειδική διαδικασία, επίσης αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 2.11.2009 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων και δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 20.11.2009 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος-αναιρεσείοντος.

Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξαφάνισε τη με αριθμό 1455/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε κρίνει ως νομικά βάσιμη την κύρια, από τη σύμβαση και τη συνταγματική αρχή της ισότητας, βάση της από 7.12.2008 (με αριθμό κατάθεσης 3162/19.12.2008) αγωγής των εναγόντων, την είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και είχε επιδικάσει σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες το ποσό των 2.276 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς (12) ενάγοντες το ποσό των 1.968 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για επίδομα πληροφορικής των χρονικών περιόδων που προσδιόρισε.

Ακολούθως, (το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) κράτησε την υπόθεση και, αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, έκρινε ως νομικά βάσιμη τη επικουρική, από τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ, βάση αυτής και αφού δέχθηκε την περί διετούς παραγραφής ένσταση του εναγομένου - εκκαλούντος- αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής ως προς τους πρώτο, δεύτερη και όγδοη ενάγοντες - εφεσίβλητους και ήδη πρώτο, δεύτερη και όγδοη αναιρεσίβλητους, υποχρεώνοντας το εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη εφεσίβλητη - δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.696 ευρώ και σε καθένα από τους πρώτο και όγδοη ενάγοντες-εφεσίβλητους - αναιρεσίβλητους το ποσό των 3.159 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ποσοστού 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες - εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσίβλητους με τις ακόλουθες κατά λέξη παραδοχές: "Όσον αφορά, όμως, τους λοιπούς έντεκα ενάγοντες (εννοεί τους 3η, 4ο, 5η, 6ο, 7ο, 9η, 10ο, 11η, 12ο, 13ο και 14ο ενάγοντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους), για τους οποίους από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής τίτλους σπουδών [...], η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. [...]".

Το αναιρεσείον, αν και νικήσας διάδικος αναφορικά με τους ως άνω, 3η, 4ο, 5η, 6ο, 7ο, 9η, 10ο, 11η, 12ο, 13ο και 14ο αναιρεσίβλητους άσκησε την υπό κρίση, από 29.7.2013 αίτηση αναίρεσης και και κατ' αυτών. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν περιέχεται συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, από αυτούς που διαλαμβάνονται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο να αποδίδεται νομική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους 3η, 4ο, 5η, 6ο, 7ο, 9η, 10ο, 11η, 12ο, 13ο και 14ο αναιρεσίβλητους, ούτε διαλαμβάνεται ισχυρισμός σχετικά με το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως λόγω της αοριστίας της, αλλά και λόγω της μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά αυτών. Περαιτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά των πρώτου, δεύτερης και όγδοης αναιρεσίβλητων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την 03.09.2013 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 5495/2012 απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 31.10.2012 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ισχύοντος κατά το χρόνο της κατάθεσής της ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανόμενου σε αυτή μοναδικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποίαν αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών, την οποίαν θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίο θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ.11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του Ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.

Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:

α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".

Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". 'Ηδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου Ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ.8 αυτού, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...].

Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του Π.Δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.5 του Ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.

Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ Α 5.3.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α 180/9.9.1999), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του π.δ. 347/2003 (ΦΕΚ Α 315/31.12.2003) θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής (άρθρο 14).

Και στο π.δ. 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου π.δ. κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ Πληροφορικής), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω π.δ/τος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (και ήδη π.δ/μα. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.

Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.)" με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α` 51), διαιρούμενη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του μόνιμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ανά κλάδο και ειδικότητα.

Περαιτέρω, από τις ίδιες εκτεθείσες διατάξεις συνάγεται και ότι ο αυστηρός καθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής μόνο στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, αποκλείει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δημόσιου φορέα, όπως είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο" σε βάρος της περιουσίας των υπαλλήλων του, στους οποίους αναθέτει τα καθήκοντα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν τους καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ήδη άρθρο 8 του ν. 3205/2003) επίδομα πληροφορικής, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι είτε δεν έχουν τα απαιτούμενα από το π.δ. 194/1988 (ήδη π.δ. 50/2001) τυπικά προσόντα και δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, είτε έχουν τα απαιτούμενα από τα ως άνω π.δ.

τυπικά προσόντα, αλλά δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής. Τούτο διότι, αν ο φορέας του δημοσίου προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση ιδίων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλε το επίδομα πληροφορικής, καθόσον και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 του ν. 3205/2003. [ΟλΑΠ 5/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 7.12.2008 (με αριθμό κατάθεσης 3162/19.12.2008) αγωγή οι δεκατέσσερις (14) ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν κατά τα έτη 1999 έως και 2002 από το εναγόμενο - αναιρεσείον, ότι συνέχισαν έκτοτε να εργάζονται σε αυτό με διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις "μίσθωσης έργου", που υπέκρυπταν μια ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004 περί το Μάρτιο του 2007 κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έκτοτε απασχολούνται στο εναγόμενο - αναιρεσείον ως διοικητικό προσωπικό των τμημάτων και σχολών του.

Ότι ο πρώτος ενάγων - πρώτος αναιρεσίβλητος ανήκει στην κατηγορία Δ.Ε κλάδου Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, εργαζόμενος ως προγραμματιστής Η/Υ, η δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη ανήκει στην κατηγορία Π.Ε. κλάδου ηλεκτρολόγων - μηχανικών εργαζόμενη ως αναλύτρια προγραμματίστρια στο Κέντρο Δικτύων του εναγομένου, οι τρίτη και έκτος ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ανήκουν στην κατηγορία ΔΕ διαφόρων κλάδων και οι λοιποί-ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ανήκουν στην κατηγορία ΠΕ διαφόρων κλάδων και εργάζονται ως γραμματείς των τμημάτων του εναγομένου - αναιρεσείοντος.

Ότι, προκειμένου να διεκπεραιώσουν την ανατιθέμενη σε αυτούς εργασία, απασχολούνται οι πρώτος και δεύτερη ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι με τον προγραμματισμό και οι λοιποί με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, χωρίς να κατέχουν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Επικαλούμενοι το ιστορικό αυτό ζήτησαν την επιδίκαση επιδόματος πληροφορικής κύρια με βάση τη σύμβαση και την αρχή της ισότητας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 145/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε ως νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, τη δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες - αναιρεσίβλητους το ποσό των 2.276 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες - αναιρεσίβλητους το ποσό των 1.968 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως επίδομα πληροφορικής που έπρεπε να καταβληθεί κατά τη (μικρότερη από την αιτούμενη) χρονική περίοδο που για τον καθένα τους παραθέτει.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Αθηνών, Δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις όλοι οι διάδικοι. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5495/2012, απόφασή του αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 2.11.2009 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων - αναιρεσίβλητων και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 20.11.2009 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και στη συνέχεια εξέτασε την μη πρωτοδίκως ερευνηθείσα επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία έκρινε νόμιμη, ως ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 904 του ΑΚ, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους τρίτη, τέταρτο, πέμπτη, έκτο, έβδομο, ένατη, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο ενάγοντες και τη δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη για τους πρώτο, δεύτερη και όγδοη ενάγοντες - εφεσίβλητους και ήδη πρώτο, δεύτερη και όγδοη αναιρεσίβλητους, επιδικάζοντας στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.969 και σε καθένα από τους πρώτο και όγδοη ενάγοντες το ποσό των 3.159 ευρώ με το νόμιμο τόκο ποσοστού 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως προς τους νικήσαντες ενάγοντες- εφεσίβλητους - αναιρεσίβλητους κατά λέξη τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητη προσελήφθησαν και εργάζονται από ετών και πάντως προ του ένδικου χρόνου στο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο-εκκαλούν ΝΠΔΔ, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μέχρι το Μάιο του 2007, οπότε κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε εφαρμογή του π.δ. 164/2004, προσφέροντας συνεχώς από το χρόνο της πρόσληψής τους τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό κλάδων ΠΕ και ΔΕ, διεπόμενοι ως προς το μισθολογικό τους καθεστώς μέχρις τις 31.12.2003 από το ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 από το ν. 3205/2003 περί μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων.

Ειδικότερα ο πρώτος από τους ενάγοντες (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) ανήκει στο κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ, η δεύτερη και η όγδοη (δεύτερη και όγδοη αναιρεσίβλητες) στον κλάδο ΠΕ Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών [....]. Περαιτέρω ο πρώτος από τους ενάγοντες παρέχει τις υπηρεσίες του στο Εργαστήριο Προσωπικών Υπολογιστών της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, η δεύτερη στο Κέντρο Δικτύων, [....] η όγδοη [...] στο Εργαστήριο Συστμάτων Αποφάσεων και Διοίκησης της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών, [....].

Από το χρόνο της αρχικής πρόσληψής τους μέχρι τουλάχιστον τις 31.12.2008, όλοι οι ενάγοντες, πλην της δεύτερης, εκτελούσαν, κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με εντολή του εναγομένου (αναιρεσείοντος) καθήκοντα χειριστή Η/Υ, απασχολούμενοι με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους, ενώ η δεύτερη εκτελούσε, κατά πλήρες ωράριο εργασίας, επίσης με εντολή του εναγομένου, καθήκοντα αναλύτριας προγραμματίστριας Η/Υ λόγω υπηρεσιακών αναγκών, αφού στις υπηρεσίες του εναγομένου, όπου υπηρετούσαν οι ενάγοντες δεν είχαν προβλεφθεί αντίστοιχες οργανικές θέσεις. [...].

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, το εναγόμενο, αναθέτοντας στους πρώτο, δεύτερη και όγδοη των εναγόντων, οι οποίοι κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε Διευθύνσεις, Τμήματα ή Κέντρα Πληροφορικής Τίτλους Σπουδών - όπως τούτο σαφώς συνάγεται από το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι ενάγοντες κατετάγησαν το έτος 2007 σε οργανικές θέσεις ΔΕ Προσωπικού Η/Υ ο πρώτος και σε ΠΕ Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών η δεύτερη και η όγδοη- καθήκοντα αλλότρια εκείνων για την άσκηση των οποίων είχαν προσληφθεί και ειδικότερα καθήκοντα αναλύτριας προγραμματίστριας Η/Υ στη δεύτερη των εναγόντων και καθήκοντα χειριστή Η/Υ στους άλλους δύο, ωφελήθηκε από την παροχή της συγκεκριμένης εργασίας τους το επίδομα πληροφορικής που θα κατέβαλε σε άλλους εργαζόμενους, που θα είχαν τα ίδια προσόντα και ικανότητες με τους παραπάνω ενάγοντες και τους οποίους θα προσλάμβανε για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας με έγκυρη σύμβαση, σε οργανική θέση κλάδου πληροφορικής, που θα είχε συστήσει στις συγκεκριμένες Υπηρεσίες του, όπου υπηρετούν οι παραπάνω ενάγοντες, ώστε να καλύψει τις αντίστοιχες ανάγκες του.

Επομένως, [...] το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία των παραπάνω εναγόντων και έχει υποχρέωση να τους αποδώσει την ωφέλεια, η οποία ισούται με τις επιπλέον αποδοχές, τις οποίες θα πλήρωνε σε άλλον εργαζόμενο που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση και θα είχε τα ίδια προσόντα και ικανότητες με αυτούς. [...] Επομένως, τα εναγόμενο υποχρεούται τελικά σε απόδοση της ωφέλειάς του από την παροχή της ως άνω εργασίας των εν λόγω τριών εναγόντων μόνο για το επίδικο χρονικό διάστημα των 36 μηνών, για το οποίο η σχετική αξίωσή τους δεν έχει παραγραφεί, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.12.2008 και άρα [...] δικαιούνται τα ακόλουθα ποσά:

Η δεύτερη των εναγόντων δικαιούται το ποσό των [...] 3.696 ευρώ και ο καθένας από τους πρώτο και όγδοη των εναγόντων το ποσό των [...] 3.159 ευρώ, τα οποία (ποσά) πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει με το νόμιμο τόκο υπερημερίας ποσοστού 6% από την επίδοση της αγωγής.". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ, 8 αριθμός 11 του ν. 2470/1997 και ήδη του άρθρου 8 αριθμός 8 του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 και 11 του π.δ. 194/1988 και ήδη με τα άρθρα 6 και14 του π.δ. 50/2001 όπως το π.δ. 50.2001 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 347/2003.

Τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης: 1) οι πρώτος, δεύτερη και όγδοη αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες του σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό ο πρώτος του κλάδου ΔΕ - Προσωπικού Η/Υ και οι δεύτερη και όγδοη του κλάδου ΠΕ Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών, 2)προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος στο Εργαστήριο Προσωπικών Υπολογιστών της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών (ο πρώτος αναιρεσίβλητος), στο Κέντρο Δικτύων (η δεύτερη αναιρεσίβλητη) και στο Εργαστήριο Συστημάτων Αποφάσεων και Διοίκησης της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών (η όγδοη αναιρεσίβλητη), στα οποία δεν προβλέπονται θεσμοθετημένες οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών και 3) οι ως άνω αναιρεσίβλητοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 αριθμός 11 του ν.. 2470/1997 και 8 αριθμός 8 του ν. 3205/2003 ( από 1.1.2004), καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται οι πρώτος και όγδοη αναιρεσίβλητοι με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και η δεύτερη αναιρεσίβλητη ως προγραμματίστρια, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν κατέχει τους οριζόμενους στο π.δ. 194/1988 και ήδη στο π.δ. 50/2001, (όπως ισχύει κατά τον επίδικο χρόνο) τίτλους σπουδών και όλοι υπηρετούν στα προαναφερθέντα Εργαστήρια και Κέντρο Δικτύων, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα τρία Τμήματα της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, η οποία (Διεύθυνση Πληροφορικής) έχει θεσμοθετηθεί με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998, (δηλαδή δεν υπηρετούν είτε στο Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων, είτε στο Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και Ανάπτυξης είτε στο Τμήμα Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης).

Οι αναιρεσίβλητοι, δηλαδή, ασκούν τα καθήκοντα που αρμόζουν στις αντίστοιχες Υπηρεσίες, στις οποίες, κατά την πρόσληψή τους τοποθετήθηκαν και δεν τους έχουν ανατεθεί αλλότρια καθήκοντα, υπαγόμενα στη θεσμοθετημένη Διεύθυνση Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, για τα οποία υφίσταται η νομοθετική πρόβλεψη καταβολής του επίδικου επιδόματος πληροφορικής.

Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα και τις ικανότητες των πρώτου, δεύτερης και όγδοης αναιρεσίβλητων και ανέθετε σε αυτούς την άσκηση των ιδίων ως άνω καθηκόντων στις ίδιες Υπηρεσίες του, και πάλι δεν θα κατέβαλε σε αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα διέθεταν (όπως ο πρώτος αναιρεσίβλητος) τα απαιτούμενα από το νόμο τυπικά προσόντα και σε κάθε περίπτωση (δηλαδή ακόμη και αν διέθεταν τα τυπικά προσόντα, όπως οι δεύτερη και όγδοη αναιρεσίβλητες) θα τοποθετούντο και θα υπηρετούσαν στις θέσεις των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις οργανικές θέσεις των Τριών Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, ενόψει και της τεχνολογικής εξέλιξης που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η εκ μέρους των ως άνω αναιρεσίβλητων χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους στις οργανικές θέσεις που έχουν τοποθετηθεί, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων, για την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής (ΟλΑΠ 5/2021).

Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσείοντος, ήτοι βελτίωση της περιουσιακής του κατάστασης σε βάρος της περιουσίας των πρώτου, δεύτερης και όγδοης αναιρεσίβλητων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, λόγω της μη καταβολής του προβλεπόμενου στο άρθρο 8 αριθμός 8 του ν. 3205/2003 επιδόματος πληροφορικής, όπως αβάσιμα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς το αναιρεσείον (εργοδότης) δεν θα το κατέβαλε και σε άλλα πρόσωπα που θα είχαν τα ίδια προσόντα και τις ίδιες ικανότητες με εκείνες των πρώτου, δεύτερης και όγδοης αναιρεσίβλητων, θα τα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα τα τοποθετούσε στις ίδιες ακριβώς οργανικές θέσεις των Υπηρεσιών του, στις οποίες τοποθετήθηκαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, και θα τους ανέθετε τα ίδια ακριβώς καθήκοντα.

Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της, κατά το οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, δέχθηκε ως νομικά και στη συνέχεια ως ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 ΑΚ), βάση της από 7.12.2008 αγωγής ως προς τους πρώτο, δεύτερη και όγδοη ενάγοντες και ήδη πρώτο, δεύτερη και όγδοη αναιρεσίβλητους.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι πρώτος, δεύτερη και όγδοη ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι για τη νομική θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.

α του ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η ως άνω αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως νομικά αβάσιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η ως άνω αίτηση επαναφοράς ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 570 παρ 1 του ΚΠολΔ περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προτάσεις στον Άρειο Πάγο πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όμως, εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται τελικώς με τις προτάσεις, πρέπει αυτές να έχουν κατατεθεί οπωσδήποτε μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται (ΟλΑΠ 13/2004, ΑΠ 1244/2018, AΠ 1474/2013, ΑΠ 966/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με τον ισχυρισμό ότι σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 5495/2012, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέβαλε σε καθένα από τους πρώτο, δεύτερη και όγδοη αναιρεσίβλητους τα αναγραφόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά, αφού παρακρατήθηκαν οι νόμιμες κρατήσεις, ζήτησε με τις από 10.12.2021 έγγραφες προτάσεις του, οι οποίες, όμως, κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14.12.2018, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση της γραμματέα, κατά τη συζήτηση, δηλαδή, της υπόθεσης στις 14.12.2021, να επιστραφούν σε αυτό από τους αντιδίκους του τα καταβληθέντα σε καθένα τους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής τους, άλλως από την επίδοση της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της δευτεροβάθμιας απόφασης, υποβλήθηκε εκπρόθεσμα και είναι συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω, το αναιρεσείον, του οποίου η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς τους 3η, 4ο, 9η, 11η, 12ο και 14ο αναιρεσίβλητους, που εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, καθώς και ως προς τον 10ο αναιρεσίβλητο, που εκπροσωπήθηκε από άλλη πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε χωριστές προτάσεις, λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021 (βλ ΑΠ 1065/2019, υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1, του Ν. 3086/2002). Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν γεννάται ως προς τους πέμπτη (5η), έκτο (6ο), έβδομο (7ο) και δέκατο τρίτο (13ο) αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους, επίσης, απορρίφθηκε η ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη, διότι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στην αναιρετική δίκη.

Τέλος, οι πρώτος (1ος), δεύτερη (2η) και όγδοη (8η) αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των ίδιων ως άνω διατάξεων [δηλαδή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και των άρθρων 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 29 Ιουλίου 2013 (με αριθμό κατάθεσης 120/2013) αίτηση για αναίρεση της 5495/31.10.2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Εφετείου, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των τρίτης (3ης), τέταρτου (4ου), πέμπτης ( 5ης), έκτου (6ου), έβδομου (7ου), ένατης ( 9ης), δέκατου (10ου), ενδέκατης (11ης), δωδέκατου (12ου), δέκατου τρίτου (13ου) και δέκατου τέταρτου (14ου), αναιρεσίβλητων.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τρίτης (3ης), τέταρτου (4ου), ένατης (9ης), ενδέκατης (11ης), δωδέκατου (12ου) και δέκατου τέταρτου (14ου) αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, καθώς και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δέκατου (10ου) αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Αναιρεί τη με αριθμό 5495/31.10.2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Εφετείου, κατά το μέρος της που δέχθηκε ως βάσιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της από 7.12.2008 (με αριθμό κατάθεσης 3162/2008) αγωγής των πρώτου (1ου), δεύτερης (2ης) και όγδοης (8ης) εναγόντων - εφεσίβλητων - αναιρεσίβλητων.

Κρατεί και δικάζει την επικουρική βάση της από 7.12.2008 (με αριθμό κατάθεσης 3162/2008) αγωγής των πρώτου, δεύτερης και όγδοης των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την επικουρική βάση της ως άνω αγωγής.

Καταδικάζει τους πρώτο (1ο), δεύτερη (2η) και όγδοη (8η) αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Απορρίπτει την, υποβληθείσα με τις κατατεθείσες στις 14.12.2021 προτάσεις του, αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ