Legislator Case Law & Legislation
331/2019 AI generated

331/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 331/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 331 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2019

Legislator headnote

AI generated

331/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 331 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2019

Keywords

AI generated
interest rate subsidy instalment payment agreement loans and subsidies interest rate reassignment of claim deduction of interest on debt
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 331 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Σ., κατοίκου ... και 2) Ε. Ε. του Χ.υ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου Αλμπανίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7633/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1058/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσεως, γι' αυτό και η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να το ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου Κώδικα, τόσο από τη μία όσο και από την άλλη πλευρά και, παρόλο ότι ο εκκαλών, με την έφεση, παραπονιέται γιατί η αγωγή του εφεσίβλητου έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.

Στην περίπτωση αυτή, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη, και μάλιστα χωρίς ειδικό γι' αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 § 1 του Κώδικα αυτού (ΑΠ 1004/2017, 356/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες - εφεσίβλητοι - ανακόπτοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, χωρίς να υπάρχει λόγος εφέσεως, έκρινε αυτεπαγγέλτως μη νόμιμο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους κατά της 2195/2014 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως ως κατ' ουσίαν βάσιμος, παρά το ότι η αναιρεσίβλητη είχε προβάλει σχετικά τρεις λόγους εφέσεως, και συγκεκριμένα ότι ο λόγος αυτός ήταν αόριστος, διαφορετικά αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση δεν είχε καταστήσει άκυρη τη σύμβαση στο σύνολό της.

Από την επισκόπηση (αρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) της 7633/2015 πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι ο τέταρτος λόγος της ένδικης ανακοπής κατά της 2195/2014 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, λόγω του ότι κρίθηκε ότι η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη ανεπιτρέπτως ενσωμάτωσε την εισφορά του ν. 128/1975 στο επιτόκιο του στεγαστικού δανείου που είχαν λάβει οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες και παρανόμως προέβη και σε ανατοκισμό του σχετικού ποσού, και κατόπιν αυτού ακύρωσε στο σύνολό της την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη, παραπονούμενη για την κατ' ουσίαν αποδοχή της ανακοπής των αναιρεσειόντων. Το Εφετείο, έχοντας την εξουσία λόγω του, κατ' αρθρ. 522 ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως να ερευνήσει αυτεπάγγελτα τη νομική βασιμότητα του λόγου αυτού, διότι την πρωτόδικη απόφαση είχε εκκαλέσει η αναιρεσίβλητη - καθής η ανακοπή, παραπονούμενη για την κατ' ουσίαν αποδοχή του, έκρινε ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής δεν ήταν νόμιμος.

Κατόπιν τούτου δέχθηκε την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, διότι το πρωτόδικο δικαστήριο με το να δεχθεί το λόγο αυτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο έσφαλε, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως μη νόμιμο και κατόπιν αυτού προχώρησε στην έρευνα και των λοιπών λόγων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε, σύμφωνα και με όσα παρατέθηκαν ανωτέρω, στην πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΛ, διότι, εφόσον η εκκαλούσα παραπονιόταν για αοριστία αλλά και για την κατ' ουσίαν αποδοχή του λόγου αυτού της ανακοπής, το δικαστήριο μπορούσε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την ύπαρξη λόγου εφέσεως τη νομική βασιμότητα του λόγου αυτού και να τον απορρίψει ως μη νόμιμο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 3 ν. 128/1975, "Επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού ανερχόμενη εις ποσοστό ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως ...". Εξάλλου, άκυρη είναι η δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (άρθρο 174 ΑΚ), όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.

Εν προκειμένω, από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου. Με την ως άνω διατύπωση ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή της, ούτε όμως και απαγορεύει τη μετακύλισή της.

Ο χαρακτήρας άλλωστε της εισφοράς του ν. 128/1975, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή (η σημασία) προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της Εθνικής Οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι το πιστωτικό ίδρυμα.

Άλλωστε, σε καθεστώς ελεύθερου προσδιορισμού των επιτοκίων, η θέσπιση αυτού του είδους της απαγόρευσης μετακύλισης δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των δανείων (εν προκειμένω στεγαστικών), θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη δανειακή σύμβαση.

Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η εν λόγω διάταξη, θα εξαρτιόταν από το αν θα αναφερόταν στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και συνεπώς η εν λόγω εισφορά ή όχι. Αλλά και αν η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, είχε ως συνέπεια την αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου, πέραν του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου, κατά το ποσοστό της εισφοράς, και τότε όμως η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από το ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο επιτοκίου.

Συμπερασματικά από τα παραπάνω προκύπτει, ότι από το ν. 128/1975 ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου, στα πλαίσια της έννομης σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά επομένως αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ Κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση (ΑΠ 430/2005, 994/2018).

Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/75 για τον καθορισμό του επιτοκίου στεγαστικών δανείων, κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 7 εδ. β' των Γ.Ο.Σ. στεγαστικών δανείων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στους δανειοδοτούμενους αναιρεσείοντες, είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων στα στεγαστικά δάνεια.

Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβαρύνσεως στο δανειολήπτη αποτέλεσε υπό την ισχύ του ν. 128/1975 συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, στην παγίωση της οποίας συντέλεσαν: α) Το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά, ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια - πιστώσεις).

Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ν. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά, ότι για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό.

β) Το ότι το ύψος του συντελεστή καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους, και το άρθρο 19 παρ. 4β' του ν. 3152/2003, κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς τις Ι.

Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Εύξεινου Πόντου και από την Τράπεζα Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα θεσπίζονταν οι παραπάνω εξαιρέσεις. και γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του ν. 128/1975, ουδέποτε θεώρησε, ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων - χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993.

Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβαρύνσεως με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο Β2 αυτής επεκτείνει την υποχρέωση ενημερώσεως του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή "ειδικών εισφορών" και η εισφορά του ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά.

Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Εφόσον όμως, εν προκειμένω, στο σχετικό Γ.Ο.Σ. γίνεται ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975 προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημερώσεως έχουν ικανοποιηθεί, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος για την απαγόρευση της σχετικής ρήτρας.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια, και κατ' αποδοχή σχετικού λόγου εφέσεως εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δεν παραβίασε τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 1 παρ. 3 του ν.128/1975 σε συνδυασμό με αυτόν του άρθρου 174 ΑΚ και οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το σχετικό μέρος του, και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλουν επικουρικά την αιτίαση, ότι σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη διέλαβε αντιφατικές, άλλως ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, καθότι ενώ δέχθηκε τον ισχυρισμό τους ότι δεν συμφωνήθηκε γενικά ανατοκισμός στην ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, ωστόσο οδηγήθηκε στην κρίση ότι ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975, για τον οποίο απαιτείται συμφωνία των μερών, είναι νόμιμος.

Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως δέχθηκε ότι δεν συμφωνήθηκε γενικώς ανατοκισμός, αλλά αντιθέτως τα ακόλουθα: "... Στην προαναφερόμενη σύμβαση δανείου ρητά αναγράφεται (όρος 7β') ότι ο οφειλέτης βαρύνεται με την εισφορά του ν. 128/1975 0,60%, όπως εκάστοτε ισχύει, όρος που κατ' αρχήν δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστικός, ενώ εν προκειμένω τηρήθηκε η απαιτούμενη αρχή της διαφάνειας.

Πέραν δε τούτου, σύμφωνα επίσης με τα ανωτέρω, νομίμως το ποσό της εισφοράς ανατοκίζεται ως αποτελούν τμήμα του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου". Συνακόλουθα τούτων η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν, ο μεν καθού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.

Οι λόγοι αυτοί μπορούν να αφορούν είτε στην τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται για την έκδοσή της, κατ' άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, είτε στην ουσιαστική ακυρότητα αυτής, με την έννοια ότι ο οφειλέτης αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές ενστάσεις για την γένεση της απαιτήσεως του καθού.

Γι' αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα για κάθε δικόγραφο στοιχεία (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ), κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, τα έγγραφα δε αυτά πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 623 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Εξάλλου, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται την ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους πρόβαλαν ότι το ποσόν που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δεν το οφείλουν, γιατί το ποσό αυτό προέκυψε με ανατοκισμό καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως πιστώσεως, χωρίς να είναι επιτρεπτός ο ανατοκισμός από τη φύση της συμβάσεώς τους με την καθής, και κατά συνέπεια το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατό να προσδιορισθεί το ακριβές ποσό, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση της καθής ανεκκαθάριστη στο σύνολό της.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το λόγο αυτό κυρίως μεν ως αόριστο, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμο, δεχόμενο τα ακόλουθα: "... Αυτός (ενν. ο λόγος) αορίστως κατά κύριο λόγο προβάλλεται, καθώς δεν προσδιορίζεται συγχρόνως το ύψος του κονδυλίου, κατά το οποίο υπερβαίνει το νόμιμο, όπως αυτό εξάγεται από τις θεωρούμενες ως παράνομες επί μέρους χρεώσεις.

Πλέον τούτων και κατ' ουσίαν ερευνώμενος ο λόγος αυτός, απορριπτόμενος ως αβάσιμος κρίνεται, καθώς, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, και ειδικότερα από την ένδικη σύμβαση, η καθής η ανακοπή, ως είχε δικαίωμα με βάση ρητό όρο αυτής (όρος 8α') τους τόκους υπερημερίας χρέωνε στο δανειακό λογαριασμό από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής, στη συνέχεια δε με βάση επίσης τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα (όρος 8β') μετά την καταγγελία της σύμβασης, που κατέστησε το χρεωστικό υπόλοιπο του δανειακού λογαριασμού ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, χρέωνε επ' αυτού τόκους υπερημερίας, ανατοκιζόμενους πλέον ανά εξάμηνο.

Από την όλη κίνηση του τηρηθέντος για την ένδικη σύμβαση λογαριασμού αποδεικνύεται ότι η καθής καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης δεν χρέωνε τόκους από ανατοκισμό καθυστερούμενων τόκων και υπερημερίας, παρά μόνο ανατόκιζε τους κεφαλοποιηθέντες τόκους ανά εξάμηνο μόνο μετά την καταγγελία εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, εφόσον, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για το ορισμένο του λόγου αυτού όφειλαν οι αναιρεσείοντες να είχαν επικαλεσθεί το κονδύλιο που χρεώθηκε στο συνολικά οφειλόμενο ποσό λόγω παράνομου ανατοκισμού, ενόψει του ότι σε περίπτωση αποδοχής του η διαταγή πληρωμής θα εξακολουθούσε να είναι έγκυρη για το υπόλοιπο ποσό.

Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 (μόνο) ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον κυρίως προβαλλόμενο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού τυχόν αποδοχή του θα οδηγούσε σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής, και ειδικότερα ότι η τυχόν συμφωνία περί ανατοκισμού στην ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου ήταν μη νόμιμη, το μεν ως αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 111, 112 ΕισΝΑΚ, το δε ως καταχρηστική κατά το ν. 2251/1994.

Οι αιτιάσεις αυτές από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτες, εφόσον το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων ως αόριστο, δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει ως προς τη νομική του βασιμότητα. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου μέμφονται την επάλληλη σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι κατά τη διάρκεια της ένδικης συμβάσεως δεν έλαβε χώρα ανατοκισμός, και κατόπιν αυτού απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής τους σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμο.

Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, εφόσον στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τα προσκομιζόμενα έγγραφα, και ιδίως την κίνηση του τηρηθέντος για την ένδικη σύμβαση λογαριασμού.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (Ολ.

ΑΠ 7/2002, 8/2001, ΑΠ 151/2016). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πέμπτο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να επιδιώξει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, μολονότι οι ίδιοι ήσαν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2005 έως και το έτος 2011, παρά τη γενικότερη δυσμενή οικονομική συγκυρία και τα εξ αυτής προβλήματα που αντιμετώπισαν και παρά την κατάρτιση του από 30-5-2013 ιδιωτικού μεταξύ τους συμφωνητικού για τη ρύθμιση της οφειλής και αναστολή επί εξάμηνο των διωκτικών σε βάρος τους μέτρων, που έλαβε χώρα μετά την καταγγελία της δανειακής συμβάσεως εκ μέρους της καθής και τη σιωπηρή απόρριψη του αιτήματός τους για παράταση ισχύος της ανωτέρω ρυθμίσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενέργεια της καθής όμως και κάτω από τις περιστάσεις που προεκτέθηκαν, να υποβάλει την από 31-1-2014 αίτηση προς έκδοση της ανακοπτομένης (ενν. διαταγής πληρωμής) δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, διότι οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται συγχρόνως ούτε τόσο μακροχρόνια αδράνεια της καθής να ασκήσει το δικαίωμά της, που τους δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, ούτε τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων, κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά των διαδίκων, ενόψει των οποίων και της αδράνειας της καθής, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων, όταν μάλιστα από τα εκτιθέμενα στην ανακοπή προκύπτει ότι η καθής υπέβαλε την αίτηση προς έκδοση της ανακοπτομένης μετά την παρέλευση της εξάμηνης ισχύος της προαναφερόμενης ρύθμισης, τη δε επικαλούμενη σιωπηρή παράταση αυτής δεν αποδεικνύουν σε κάθε περίπτωση με κανένα έγγραφο ή εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο.

Εξάλλου, μόνο το ενδεχόμενο η άσκηση του δικαιώματος της καθής στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στους ανακόπτοντες, την οποία μάλιστα δεν προσδιορίζουν αυτοί επακριβέστερα, περιγράφοντας μόνο την οικονομική τους δυσπραγία, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως π.χ.

όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη συμφέροντος, όμως, δεν θεωρείται ότι υπάρχει, επειδή η καθής, η οποία έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφάσισε να εισπράξει την απαίτησή της σε βάρος των ανακοπτόντων, πολύ δε περισσότερο που αφού είχε κλείσει προηγουμένως το λογαριασμό, προέβη στην πιο πάνω ρύθμιση, μόνο δε μετά και τη λήξη της διάρκειας ισχύος της υπέβαλε την από 31-1-2014 αίτηση.

Η απόρριψη άλλωστε του αιτήματος των ανακοπτόντων περί παράτασης της διάρκειας της συμφωνηθείσας ρύθμισης δεν μπορεί να καταστήσει τη συμπεριφορά της καταχρηστική, καθώς καμία διάταξη νόμου δεν ορίζει ότι οι πιστωτές οφείλουν ή υποχρεούνται να αποδεχθούν το προτεινόμενο από τους οφειλέτες σχέδιο, χωρίς να έχουν δικαίωμα αντιπρότασης ή άρνησης αυτού, ακόμη και αν η δυσμενής οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε ο οφειλέτης οφείλεται στην παγκόσμια οικονομική κρίση, όπως και στην ελληνική, εξαιτίας της οποίας ο κλάδος με τον οποίο ασχολείται ο πρώτος ανακόπτων στην ερευνώμενη περίπτωση, διατηρώντας ατομική επιχείρηση οικοδομικών εργασιών, παρουσίασε μεγάλη καμπή, αφού σε καθεστώς ελεύθερης οικονομίας οι κρίσεις αυτές πρέπει να θεωρούνται ενδεχόμενες.

Συνεπώς, η άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος από την καθής ικανοποίησης της απαίτησής της με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας η ίδια μόνον μπορεί να αποφασίζει ...". Με τις κρίσεις αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν αδράνησε να ασκήσει τα δικαιώματά της, ούτε με τη συμπεριφορά της δημιούργησε στους αναιρεσείοντες την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα τα ασκήσει και αφού τήρησε την εξάμηνη ισχύ της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας να μη προβεί σε καταδιωκτικά μέτρα σε βάρος τους ζήτησε την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, ενέργεια που είναι απόλυτα συνυφασμένη με τον τρόπο που η ίδια εκτιμά να διαχειρισθεί την περιουσία της, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμα.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν στο αναιρετήριο, ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ως άνω ζήτημα, ούτε αναφέρει ποιες από τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω είναι αντιφατικές μεταξύ τους.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2017 αίτηση των α) Ν. Π. και β) Ε. Ε., για αναίρεση της 1058/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ