Legislator Case Law & Legislation
331/2018 AI generated

331/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 331/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 331 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2018

Legislator headnote

AI generated
331/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 331 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2018 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 331 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. συζ. Ε. Σ. (D. S.) του Ι. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Στέργιο Σακαλή, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... (πρώην "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δημητρίου - Κουβανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 690/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6176/2009 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1650/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 4085/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/6/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 12.6.2016 αίτηση προσβάλλεται η 4085/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλομένη απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 690/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας με αντικείμενο αξιώσεις από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αίτηση στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να περαιτέρω ως προς το παραδεκτό της (564 παρ.3 και 577 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, με το άρθρο 1 άρθρου τρίτου του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495 έως 590) και θεσπίστηκαν νέες διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 564 παρ.2 , σύμφωνα με την οποία, εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης είναι δύο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Η μείωση με τη διάταξη αυτή της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης από τριετή σε διετή έγινε, διότι από την νομοπαρασκευαστική επιτροπή του νέου ΚΠολΔ κρίθηκε ότι η τριετής προθεσμία, την οποία προέβλεπε η ίδια διάταξη πριν από την ανωτέρω τροποποίησή της, ήταν υπερβολικά μεγάλη και έπρεπε να περιοριστεί για την ταχύτερη περάτωση των δικών. Για τον ίδιο δε λόγο, αντίστοιχη τροποποίηση έγινε και στο άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ για την καταχρηστική προθεσμία της έφεσης. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του άρθρου ενάτου του ίδιου ως άνω νόμου και υπό τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίστηκε στην παράγραφο 2 ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα και τις αγωγές που κατατίθενται από 1.1.2016 και στην παράγραφο 4 ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από 1.1.2016. Έτσι, ανακύπτει μείζονος σημασίας ζήτημα, που αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση αλλά μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων, αν, για τις αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί πριν από την 1.1.2016 και δεν έχουν επιδοθεί, όπως η προσβαλλόμενη εδώ απόφαση (που δημοσιεύθηκε την 1.7.2014, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28.7.2016), εξακολουθεί και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ισχύει η τριετής προθεσμία που προβλεπόταν από τη διάταξη άρθρου 564 παρ.2 ΚΠολΔ πριν από την προαναφερόμενη αντικατάστασή της. Το Δικαστήριο τούτο με προηγούμενες αποφάσεις του (519 και 520/2017) δέχθηκε ότι η ανωτέρω προθεσμία είναι τριετής, ενώ με άλλες (1176/2017 και 1640/2017) έκρινε ότι είναι διετής, για τον λόγο δε αυτόν, με τη νεώτερη 1855/2017 απόφασή του παρέπεμψε το ανωτέρω ζήτημα στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ , η οποία έχει θεσπιστεί για λόγους οικονομίας χρόνου και δαπανών και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοστεί και στην αναιρετική δίκη (σχετ. ΑΠ 312/2014), προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση που αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επίδικου δικαιώματος, η επίλυση δε στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην ασφαλέστερη διάγνωσή του και στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης. Ενόψει τούτων, πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, να αναβληθεί η έκδοση απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ανωτέρω ζήτημα, που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την προαναφερόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση απόφασης επί της κρινόμενης από 12.6.2016 αίτησης της N. Σ. κατά της 4085/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που αναφέρεται στο σκεπτικό και έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ