Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
331/2016 AI generated

331/2016 · 331/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 331/2016
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 331 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 331/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, ΕÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 331/2016

Απόφαση 331 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 331/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Ερίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15346/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 26-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 25-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 60/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά: σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ, 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικό περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το όρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 1229/1992 καταργήθηκε ρητώς η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", η οποία όριζε ότι "αι διατάξεις των άρθρων 614-616, 1164 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔ, εφαρμόζονται και επί των υπαγομένων εις τον παρόντα νόμον ρυθμίσεων". Από την ανωτέρω ρητή κατάργηση της παρ.1 του άρθρου 7 του Ν. 813/1978, σαφώς προκύπτει η βούληση του νομοθέτη για τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ, επί των εμπορικών μισθώσεων, με τον πρόδηλο σκοπό, επί εκποιήσεως του μισθίου ακινήτου, ο νέος κτήτορας να υπεισέρχεται, βάσει του νόμου, στην έννομη σχέση της μισθώσεως απεριόριστα και να υπάρχει δυνατότητα απεριόριστης εκχώρησης ή προκαταβολής μισθωμάτων, ώστε να μην έχει περισσότερα δικαιώματα από εκείνα που είχε ο αρχικός κύριος και εκμισθωτής αφενός και αφετέρου να μην καθίσταται χειρότερη η νομική θέση του μισθωτή με την, καθοιονδήποτε τρόπο, μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου (βλ. σχετ. και Πρακτικά Βουλής 1231, 3 Φεβρ. 1982). Συνακόλουθα δε είναι αυτονόητος ο αποκλεισμός της εφαρμογής των καταργουμένων αυτών διατάξεων, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 29 του Ν. 813/1978 και ήδη του Π.Δ/τος 34/1995 "κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" που ορίζει ότι οι μισθώσεις του παρόντος διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ’ αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Η έννοια αυτή του άρθρου 3 του Ν. 1229/1982, ότι δηλαδή η με αυτό κατάργηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 813/1978, δεν έγινε για λόγους νομοτεχνικούς, ενόψει της υπάρχουσας στο νόμο αυτό γενικής παραπομπής στον Αστικό Κώδικα (άρθρο 29), αλλά με τη βούληση μη εφαρμογής στις εμπορικές μισθώσεις των άρθρων 614 και 616 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔ, προκύπτει σαφώς και από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ίδιου νόμου (1229/1982), η οποία ορίζει ότι "δικαστικοί αποφάσεις... εκδοθείσαι επί αγωγών στηριζόμενων επί της καταργούμενης διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 813/1978, μη εκτελεσθείσαι μέχρι της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, δεν εκτελούνται, πλην των περί εξόδων διατάξεων αυτών". Δηλονότι, κατά το άνω άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 1229/1982 δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 614, 616 ΑΚ - στις οποίες το άρθρο 7 παρ. 1 του νόμου αυτού παρέπεμπε ως εφαρμοστέες - ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχουν εκτελεστές αποφάσεις που στηρίζονται στην εφαρμογή τους. Περαιτέρω, στην περίπτωση της εκμίσθωσης ακινήτου, που καταρτίσθηκε μετά την κατάσχεση του, από τον οφειλέτη, εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 997 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 22 του Ν. 2298/1995, το οποίο ορίζει ότι "Μετά την κατάσχεση του ακινήτου, η εκμίσθωση του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του, βάσει άλλης έννομης σχέσης, μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη σχέση λύεται μετά εξάμηνο και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση...". Από τη διάταξη αυτή δεν προβλέπεται υπεισέλευση στη μισθωτική σχέση εκείνου που αναδείχθηκε υπερθεματιστής και συνακόλουθα δεν εφαρμόζεται, κατά λογική συνέπεια, το άρθρο 616 ΑΚ, που προϋποθέτει υπεισέλευση του νέου ιδιοκτήτη στη μισθωτική σχέση, παρέχεται όμως από αυτή τη διάταξη στον υπερθεματιστή το μείζον διαπλαστικό δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση μέσα στην τρίμηνη προθεσμία από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως. Εφόσον δε αυτός δεν άσκησε το δικαίωμα τούτο, δεσμεύεται από τη μισθωτική σχέση και υπάρχει η δυνατότητα απεριόριστης προκαταβολής ή εκχώρησης μισθωμάτων. Η ρύθμιση αυτή, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει σχετικώς, καταλαμβάνει και τις ειδικά προστατευόμενες μισθώσεις του Π.Δ./τος 34/1995. Επομένως, επί μισθώσεως διεπόμενης από το νόμο 813/1978 και ήδη το Π.Δ./γμα 34/19 95 (εμπορικής μισθώσεως), δεν εφαρμόζεται το άρθρο 616 ΑΚ, που ορίζει ότι "οι προκαταβολές μισθωμάτων, που έγιναν στον εκμισθωτή που εκποίησε ή οι εκχωρήσεις μισθωμάτων που έγιναν από αυτόν, καθώς και οι κατασχέσεις μισθωμάτων, που έγιναν από δανειστές του, είναι ανίσχυρες απέναντι στο νέο κτήτορα, για μισθώματα πέρα από τρεις μήνες, που αρχίζουν από τότε που αυτός γνωστοποίησε στο μισθωτή την εκποίηση" και συνεπώς είναι ισχυρές έναντι του υπερθεματιστή οι προκαταβολές μισθωμάτων που έγιναν στον εκμισθωτή και αφορούν μισθώματα πέρα από τρεις μήνες, από την εκ μέρους του υπερθεματιστή γνωστοποίηση της κατακύρωσης στον μισθωτή (ΟΛ ΑΠ 6/2004, ΑΠ 1484/2014).

Εξ άλλου η έννοια της διαθέσεως περιλαμβάνει την προκαταβολή μη δεδουλευμένων μισθωμάτων στον εκμισθωτή, την εκχώρηση αυτών από τον εκμισθωτή, καθώς και την κατάσχεση τους (συντηρητική ή αναγκαστική) από δανειστές του εκμισθωτή. Η προκαταβολή καλύπτει την προεξόφληση μη δεδουλευμένων μισθωμάτων στον εκμισθωτή, η οποία γίνεται με καταβολή ή κάθε άλλο νόμιμο υποκατάστατο αυτής (δόση αντί καταβολής, συμψηφισμό απαιτήσεων του μισθωτή, άφεση χρέους) πριν από την εκποίηση του μισθίου ή και μετά από αυτή αν ο μισθωτής δεν έχει λάβει γνώση της εκποιήσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../5-1-2012 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Θεσ/κης Ιωάννας Μπιλίση -Χρουσαλά, που μεγαγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Θεσ/κης, η αναιρεσείουσα κατέστη κυρία ενός αυτοτελούς και ανεξάρτητου οικοπέδου κειμένου εντός της βιομηχανικής περιοχής Θεσ/κης (... Θεσ/κης) στο με αριθμό ... στη Γ’ φάση της βιομηχανικής περιοχής εμβαδού 4011,23 μ2, με το επ’ αυτού διώροφο μεταλλικό λαμαρινοσκεπές βυρσοδεψείο συνολικής επιφανείας 2440 μ2, που ανήκε στην ιδιοκτησία της οφειλέτριάς της, εταιρείας με την επωνυμία "... και το διακριτικό τίτλο "...". Το ακίνητο αυτό είχε εκμισθωθεί στον αναιρεσίβλητο από την ανωτέρω εταιρία "..." δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../14-6-2011 και .../23-6-2011 συμβολαιογραφικών εγγράφων για χρονικό διάστημα 182 μηνών, αντί μηνιαίου μισθώματος 1200 ευρώ. Πριν από την κατά κύρωση του ως άνω ακινήτου στην αναιρεσείουσα δυνάμει της από 20-7-2011 δηλώσεως κατασχέσεως μισθωμάτων του μισθίου εις χείρας του αναιρεσιβλήτου ως τρίτου, η εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Χ. - Ν. Χ. ΟΕ" προέβη σε κατάσχεση αυτών συνολικού ποσού 51.434 ευρώ από απαίτηση της κατά της εκμισθώτριας εταιρείας. Η αναιρεσείουσα, εφόσον είχε καταστεί κυρία του ακινήτου και είχε κοινοποιήσει την 7-12-2012 προς τον αναιρεσιβλητο την περίληψη της ως άνω κατακυρωτικής εκθέσεως, ζήτησε από αυτόν με εξώδικη δήλωση της, τα μισθώματα των μηνών Απριλίου 2013 έως και Δεκεμβρίου 2013. Λόγω μη καταβολής τους εκ μέρους του, εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας η υπ’ αριθμ. .../2014 διαταγή αποδόσεως μισθίου και καταβολής μισθωμάτων συνολικού ποσού 13.675,2 ευρώ του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης. Κατ’ αυτής ο καθ’ ου - αναιρεσίβλητος άσκησε ανακοπή, επικαλούμενος εξόφληση της εν λόγω απαιτήσεως και προτείνοντας την ένσταση του συμψηφισμού προς τα καταβληθέντα στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία μισθώματα. Επί της ανακοπής επιδόθηκε η υπ’ αριθμ. 15346/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου^ εκδόθηκε η υπ αριθμ. 60/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης (προσβαλλόμενη), με την οποία, το δικαστήριο αυτό, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την ανακοπή, ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και συμψήφισε στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι με τη διάταξη του αρ. 3 του Ν. 1229/1992 καταργήθηκε ρητώς η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 813/1978, ότι επί μισθώσεως διεπόμενης από τον τελευταίο νόμο και ήδη το ΠΔ 34/1995 δεν εφαρμόζεται το άρθρο 616 ΑΚ και ότι επομένως είναι ισχυρές έναντι του υπερθεματιστή οι προκαταβολές μισθωμάτων που έγιναν στον εκμισθωτή και αφορούν μισθώματα πέρα από τρεις μήνες από την εκ μέρους του υπερθεματιστή γνωστοποίηση της κατακύρωσης στο μισθωτή. Περαιτέρω το εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι "ο ανακόπτων - αναιρεσίβλητος, μετά και το από 16-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εκμισθώτριας, του μισθωτή και της παραπάνω ΕΠΕ, προκατέβαλε τα μισθώματα του διαστήματος από 1-1-2012 έως 30-7-2016 συνολικού ποσού 51.434 ευρώ στην παραπάνω κατασχούσα και έναντι της απαίτησής της σε βάρος της εκμισθώτριας. Στη συνέχεια η ήδη καθ’ ης η ανακοπή, έχουσα απαίτηση κατά της εκμισθώτριας, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του μισθίου και κατέστη κυρία του δυνάμει της με αριθμό .../5-10-2012 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Μπιλίση - Χρουσαλά που μεταγράφηκε νόμιμα. Μετά από αυτό ζήτησε από τον ήδη ανακόπτοντα, με σχετική εξώδικη δήλωσή της, τα μισθώματα των μηνών Απριλίου 2013 έως και Δεκεμβρίου 2013 και στη συνέχεια πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης με αριθμό .../2014 Διαταγής αποδόσεως μισθίου και καταβολής μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Όμως ο ήδη ανακόπτων είχε προκαταβάλει έγκυρα, όπως προαναφέρθηκε τα ένδικα αυτά μισθώματα στην εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Χ. - Ν. Χ. ΟΕ" και επομένως η ήδη καθ’ ης η ανακοπή δεν είχε κατά του ήδη ανακόπτοντος την απαίτηση στην οποία στήριξε την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής, η οποία πρέπει να ακυρωθεί κατά ουσιαστική παραδοχή του προαναφερθέντος σχετικού (πρώτου) λόγου της ανακοπής".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τη μη εφαρμογή επί των εμπορικών μισθώσεων, όπως η προκείμενη, των διατάξεων των άρθρων 614 και 616 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔ, ορθώς ερμήνευσε, εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 44 π.δ. 34/1995, 3 και 13 παρ. 2 του Ν. 1229/1982 σε συνδυασμό με τα άρθρα 614, 616 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην αρχή, η δε χορήγηση προκαταβολών είναι έγκυρη αδιαφόρως αν αυτή συμφωνήθηκε στη σύμβαση μακροχρονίου μισθώσεως. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τις παραδοχές του αναφορικά με το πραγματικό περιστατικό της προκαταβολής των μισθωμάτων στην κατασχούσα, εις χείρας του ανακόπτοντος ως τρίτου, εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Χ. - Ν. Χ. ΟΕ", το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα της συμφωνίας και της εγκυρότητος της προκαταβολής των μισθωμάτων, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου περί συμφωνίας και καταβολής (προκαταβολής) (ΑΚ 361, 416), τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το ανωτέρω ζήτημα. Επίσης, από τις ως άνω παραδοχές της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υποκρύπτεται ενδεχόμενη συμπαιγνία μεταξύ της εκμισθώτριας, του εκμισθωτή και της κατασχούσας εταιρείας σε βάρος της αναιρεσείουσας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτή. Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 19, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν επιδικάζονται, διότι αυτός, με τις κατατεθείσες, από 4-11-2015 προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου, δεν υπέβαλε αίτημα περί καταδίκης της αναιρεσείουσας στη δικαστική του δαπάνη, ενώ κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 62/2015 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 60/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ