331/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated331/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή κατά μείζονα λόγο από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 331 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 331/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α.-Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Κουτσούκου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία, "ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ",που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2002 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3597/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 28-2-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 28-9-2009 αιτήσεως του Ανδρέα-Ιωάννη Μπαλασκώνη για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3597/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Περαιτέρω κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή κατά μείζονα λόγο από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 342 ΑΚ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, ώστε αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικώς κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή στους αντιπροσώπους του.
Έτσι, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η προαναφερόμενη συνέπειά της και όταν αυτός έχει δικαιολογημένη αμφιβολία για την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους. Τα περιστατικά, όμως, από τα οποία προκύπτει η εύλογη αυτή αμφιβολία του οφειλέτη, πρέπει, να εκτίθενται στην απόφαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθά εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 655 του Α.Κ., επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.
Μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του, όπως επιδόματα κάθε είδους κ.λπ., αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού.
Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α` του Α.Κ.
Για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, ασχέτως του άρθρου 655 του Α.Κ., τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής η 31η Δεκεμβρίου και η 30ή Απριλίου για τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα αντιστοίχως, η τελευταία δε ημέρα του ημερολογιακού έτους, το αργότερο ή σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ο χρόνος λύσης, για την χορήγηση της άδειας και το επίδομα αδείας, η οποία και θεωρείται ως δήλη ημέρα, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να καθίσταται υπερήμερος ο εργοδότης και να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ολ.
ΑΠ 39/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 27.12. 2002 αγωγή του ιστορούσε, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την 1.9.1970 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πτυχιούχος μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος και απασχολήθηκε με την μελέτη, επίβλεψη και συντήρηση κτιριακών έργων, την 23.12.1996 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του Τμήματος Συντήρησης του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών και την 24.12.1996 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του τμήματος Τύπωσης Κερμάτων του Ι.Ε.Τ.Α., όπου παρέμεινε μέχρι την αποχώρησή του την 7.9.1999.
Ότι η εναγομένη χορήγησε στους εργαζόμενους στο τμήμα του Ι.Ε.Τ.Α επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, διότι η συνθήκες εργασίας στο ως άνω τμήμα είναι ιδιαίτερα ανθυγιεινές, λόγω της χρήσης οργανικών διαλυτών, χρωμάτων, γαλβανοπλαστικής, χημικής επεξεργασίας των απονέρων των χαλκογραφικών μηχανών, καύσης τραπεζογραμματίων, αναθυμιάσεων, κόνεως και πολύ υψηλής στάθμης θορύβου στους χώρους παραγωγής, καθώς και πρόσθετη ετήσια άδεια επτά εργασίμων ημερών.
Ότι ο ίδιος ως προϊστάμενος του ως άνω τμήματος είχε την επίβλεψη και τον έλεγχο καθημερινώς επιτοπίως και κατά το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου του των εργασιών συντήρησης και επισκευών τις οποίες εκτελούσαν τα συνεργεία. Ότι η εναγομένη δημιουργώντας σε βάρος του άνιση μεταχείριση αρνούνταν την χορήγηση και σε αυτόν του ως άνω επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού και του το χορήγησε πολύ μεταγενέστερα από 1.1.1995 σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού, ενώ αρνήθηκε μέχρι την αποχώρησή του να του χορηγήσει την πρόσθετη άδεια των 7 εργασίμων ημερών.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.391,08 ευρώ, που αντιστοιχεί στις διαφορές των μηνιαίων μισθών του, των επιδομάτων εορτών και άδειας από το έτος 1997 έως την αποχώρησή του υπολογιζόμενου ως ποσοστού επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας 5% (15%-10%) επί του εκάστοτε μισθού του καθώς και στις τακτικές αποδοχές 7 εργασίμων ημερών λόγω της μη χορηγηθείσης πρόσθετης άδειας για τα έτη 1997, 1998 και 1999, νομιμοτόκως από την ημερομηνία κατά την οποία κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα.
Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 59|2004 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον (τότε) ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, επί της οποίας εκδόθηκε από το Εφετείο η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα εξής: "Το Ίδρυμα Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών (Ι.Ε.Τ.Α) είναι μία μεγάλη βιομηχανική μονάδα, η οποία λόγω της φύσεως των κατεργασιών των πρώτων υλών και των εφαρμοζομένων τεχνικών και παραγωγικών διαδικασιών χαρακτηρίζεται ως χημική εγκατάσταση, με την έννοια του άρθρου 1 του Π.Δ. 274/1997.
Η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) χορηγεί από 1.1.1984 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού καθώς και πρόσθετη ετήσια άδεια επτά εργασίμων ημερών, πέραν της ετήσιας άδειας, σε όλους τους υπαλλήλους του Ι.Ε.Τ.Α που απασχολούνται, κατά κύριο λόγο, στο υπόγειο, ισόγειο και στον Α' όροφο του κτιρίου του Ι.Ε.Τ.Α, δηλαδή στους ορόφους όπου εκτελούνται οι κυρίως παραγωγικές εργασίες (εκτύπωση τραπεζογραμματίων, λαχείων, τίτλων Δημοσίου και Αξιών, τύπωση κερμάτων, συσκευασία κλπ.), οι εργασίες προπαρασκευών και αποπεράτωσης, οι εργασίες καύσης τραπεζογραμματίων, συντήρησης κλπ....Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος του ΕΜΠ, προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη στις 1.9.1970, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε απασχολήθηκε με τη μελέτη, επίβλεψη και συντήρηση κτιριακών έργων.
Στις 22.11.1988 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του Τμήματος Συντήρησης του Ι.Ε.Τ.Α. και στις 24.12.1996 τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων Ι.Ε.Τ.Α., όπου παρέμεινε μέχρι την αποχώρησή του στις 7.9.1999. Με την 35/12.1.1995 πράξη Διοικητή εγκρίθηκε - μεταξύ άλλων - η χορήγηση από 1.1.1995 επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 10 % επί του βασικού τους μισθού, σε όλους τους εργαζομένους του Ι.Ε.Τ.Α, οι οποίοι δεν ελάμβαναν μέχρι τότε ανθυγιεινό επίδομα.
Έτσι από 1.1.1995 χορηγήθηκε και στον εκκαλούντα το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 10%. ....Ο εκκαλών επανειλημμένα είχε διαμαρτυρηθεί προφορικώς και εγγράφως προς τη Διεύθυνση Ι.Ε.Τ.Α. για τη μη χορήγηση των παραπάνω παροχών. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών έχει αξιώσεις κατά της εφεσίβλητης για διαφορές ακαθαρίστων αποδοχών και ειδικότερα:
α) Ακαθάριστες αποδοχές των μισθών από την ευρεία έννοια (μηνιαίος μισθός, Δώρα Εορτών, Επίδομα Ισολογισμού, Επίδομα αδείας), υπολογιζόμενες σε ποσοστό 5% (15%-10%) επί του εκάστοτε βασικού μισθού του. β) Τις ακαθάριστες τακτικές αποδοχές επτά (7) εργασίμων ημερών, λόγω της μη χορηγηθείσας πρόσθετης άδειας απουσίας, για καθένα από τα έτη 1997, 1998 και 1999, αφού, όπως, προαναφέρθηκε, ο εκκαλών ζητούσε, κάθε έτος, τη χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας (σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού του) και την πρόσθετη άδεια αυτούσια και η εργοδότις του αρνείτο.
Οι βασικοί μισθοί του εκκαλούντος, με βάση τις ΣΣΕ ΟΤΟΕ - Τραπεζών των ετών 1997-1998 και 1999-2000 ήταν οι ακόλουθοι: Από 1.1.1997 μέχρι 30.6.1997 δρχ. 301.600, από 1 .7.1997 μέχρι 31.12.1997 δρχ. 312.600, από 1.1.1998 μέχρι 30.6.1998 δρχ. 318.300, από 1.7.1998 μέχρι 31.10.1998 δρχ. 323.900, από 1.1 1.1998 μέχρι 31.12.1998 δρχ. 328.200 και από 1.1.1999 μέχρι 31.8.1999 δρχ. 339.400. Οι ακαθάριστες τακτικές μηνιαίες αποδοχές του εκκαλούντα ανέρχονταν:
Το Μάρτιο 1997 σε δρχ. 1.080.982, το Μάρτιο 1998 σε δρχ. 1.172.375 και το Μάρτιο 1999 σε δρχ. 1.254.797. Με βάση τις παραδοχές αυτές αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή και, μετά από σχετικούς μαθηματικούς υπολογισμούς, υποχρέωσε την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, για διαφορές μηνιαίων μισθών, επιδομάτων ισολογισμού, εορτών και άδειας και αποδοχές πρόσθετης άδειας για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.8.1999 το συνολικό ποσό των 8.391,08 ευρώ. "με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία της εναγομένης, περί την ύπαρξη ή την έκταση της οφειλής".
Με αυτές τις παραδοχές του, όμως, το εφετείο, καθόσον αφορά ειδικότερα την κρίση του, ότι το ως άνω χρηματικό ποσό, που αποτελεί οφειλή από μη καταβληθέντες (μερικώς) μισθούς, πρέπει να καταβληθεί "με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την επίδοση της αγωγής" και όχι από τότε, που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, χωρίς να αιτιολογεί, όμως, για ποιο λόγο εφαρμόζει, ως προς την τοκοδοσία, τις διατάξεις των άρθρων 342 και 346 Α.Κ., ήτοι χωρίς να παραθέτει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εύλογη αμφιβολία, που, κατά την απόφαση, είχε η αναιρεσίβλητη, περί την καταβολή των εν λόγω οφειλών στον αναιρεσείοντα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αφού, με τις ελλιπείς αυτές παραδοχές, δεν καθίσταται εφικτό να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθά ή μη εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις.
Κατ' ακολουθίαν αυτών και κατά παραδοχή του μοναδικού, από τον αριθμό δε 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγου αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το προσβαλλόμενο περί τοκοδοσίας κεφάλαιο και κατά δικονομική αναγκαιότητα και εκείνου περί δικαστικών εξόδων, διαδικαστική ενέργεια αναγκαία σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως για ορισμένα κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Επί των αμιγώς διαδικαστικών πράξεων που ενεργούνται στον χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου. Στις διαδικαστικές αυτές πράξεις προσήκει η ρύθμιση του άρθρου 116 ΚΠολΔ, το οποίο επιβάλλει στους διαδίκους, στους νόμιμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους καθήκοντα, όπως αυτό της τηρήσεως των κανόνων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών και της αποφυγής ενεργειών που φανερά οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης. Η τυχόν, όμως, παράβαση της διατάξεως αυτής επάγεται ως κύρωση την, σύμφωνα με το άρθρο 205 ιδίου Κώδικος, επιβολή στον παραβάτη διάδικο ή τον δικηγόρο ποινών τάξεως, δεν παρέχει όμως τη δυνατότητα απαλλαγής του αντιδίκου του από την καταβολή των δικαστικών εξόδων, αφού η καταψήφιση σ' αυτά του διαδίκου που νικήθηκε είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω, με τις κατατεθείσες προτάσεις της, η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται, ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος να προσδιορίσει για συζήτηση την αίτηση αναιρέσεως επτά περίπου έτη μετά την άσκησή της και ενώ εν τω μεταξύ έχει ήδη η προσβαλλομένη απόφαση, ύστερα από δική της αίτηση, αναιρεθεί ως προς άλλο κεφάλαιο της αγωγής και εκκρεμεί ως προς αυτό ενώπιον του Εφετείου για εκ νέου συζήτηση της εφέσεως κατά το αναιρεθέν μέρος της, είναι καταχρηστική και αντιδικονομική και ζητάει να μην καταδικασθεί, αν γίνει δεκτή η αίτηση, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος. Το αίτημα αυτό της αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ