Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
331/2014 AI generated

331/2014 · 331/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 331/2014
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 331 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα ΠετροÏ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 331/2014

Απόφαση 331 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Μ. Π. του Α. συζ. Α. Τ., 2 Χ. Τ. του Α., ανήλικης όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους ασκούντες την γονική μέριμνα αυτής γονείς της, Μ. Π. του Α. και Α. Τ. του Π., κατοίκων ..., οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τόνια Βουρλιώτη και κατέθεσαν προτάσεις, και 3. Της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας Κρήτης με την επωνυμία ΑΝΕΚ LINES AE, που εδρεύει στα …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.κατάθ. 479/30-5-2007 αγωγή των 1ης και 2ης ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 20-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 29-7-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 173/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, ως προς τον πρώτο λόγο της και την απόρριψη της ως προς τους λοιπούς.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94,96 παρ. 3 και 104 ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλήν των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση του διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η τρίτη αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "ANEK LINES AE" παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Μαρίας Σωτηροπούλου, χωρίς να αποδεικνύεται χορήγηση σ'αυτήν ρητής πληρεξουσιότητας με συμβολαιογραφική πράξη, αλλά με απλή εξουσιοδότηση επικυρωμένη εξουσιοδοτεί αυτήν να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, η οποία όμως δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ. Άρα αυτή δεν παραστάθηκε νομίμως και θεωρείται ως μη παριστάμενη. Αποδεικνύεται όμως ότι προεπιδόθηκε σ' αυτήν η αίτηση αναιρέσεως και κλητεύθηκε να παραστεί στην αρχική δικάσιμο της 8-3-2013, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την παρούσα δικάσιμο της 8-3-2013, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την παρούσα δικάσιμο (15-11-2013) βλ. τις .../27-9-2011 και .../22-6-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Χανίων … και …). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης, αναίρεσης παρά την απουσία της τρίτης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4,8 και 9 του Ν.ΓΠΝ/1911, 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1 του Ν.489/1976, 914, 926 και 927 Α.Κ., 106, 219, 511,513,516 και 522 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως από τα παθόντα τρίτο σε αυτοκινητικό ατύχημα κατά του υπαιτίου οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά του ασφαλιστή αυτού και άλλου προσώπου που συντέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του τελευταίου αυτού προσώπου, ήτοι έχει τη δυνατότητα να στραφεί κατ' αυτού με παρεμπίπτουσα επικουρική αγωγή και να ζητήσει, για την περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή του κυρίως ενάγοντος, να του καταβάλει ανάλογο μέρος από την αποζημίωση που θα επιδικασθεί και ήθελε καταβάλει αυτός σε εκείνον. Η δικαστική πρωτόδικη απόφαση που περιέχει διατάξεις τόσο επί της βασικής αγωγής, όσο και επί της αγωγής εξ αναγωγής είναι εκκλητή, με τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, αυτοτελώς για το καθένα από τα παραπάνω κεφάλαια της. Αυτό σημαίνει ότι ο εναγόμενος της βασικής αγωγής ασφαλιστής μπορεί με έφεση να πλήξει την εκκαλουμένη τόσο για τη βασική αγωγή, όσο και για την αγωγή εξ αναγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 16 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 11-3-2009 έφεσή της κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, κατά της οποίας είχε ασκήσει παρεμπίπτουσα αγωγή για καταβολή της αποζημίωσης που αναλογεί στο βαθμό συνυπαιτιότητας των προστηθέντων απ' αυτήν υπαλλήλων της στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα, με την αιτιολογία ότι δεν επιτρέπεται έφεση κατά ομοδίκων εναγομένου και ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο για τους απλούς ομοδίκους στη δίκη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δικαίωμα αναγωγής. Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας (αρ. κατ. 282/2009), που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με το δεύτερο λόγο της εφέσεως παραπονείται για την απόρριψη κατ' ουσίαν της από 27-2-2008 παρεμπίπτουσας αγωγής της (αριθ. 150/28-2-2008) κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης και ζήτησε την ουσιαστική παραδοχή της με αίτημα που διατυπώνει ρητώς στο διατακτικό της. Επομένως, το κεφάλαιο αυτό της παρεμπίπτουσας αγωγής μεταβιβάστηκε στο Εφετείο . Άρα η πληττομένη απόφαση παρά το νόμο απέρριψε κατά τούτο την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως ως βάσιμος. Σημειώνεται ότι το δεδικασμένο που απορρέει από τη τελεσίδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της κυρίας αγωγής, αναφορικά με το θέμα της υπαιτιότητας ή μη την δι' αυτής εναγομένων ομοδίκων, δεν ισχύει επί της παρεμπίπτουσας αγωγής μεταξύ των τελευταίων κατά εν άσκηση του δικαιώματος ανταγωγής αλλά αποτελεί και εκτιμάται η εν λόγω απόφαση ως δικαστικό τεκμήριο κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ.

3. Κατά τα άρθρα 298 και 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, η αποζημίωση δεν περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Κατά το άρθρο 929 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλεια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Γι' αυτό όταν προκύπτει και κάποια ωφέλεια από την εν λόγω αιτία, που τελεί σε αιτιώδη προς αυτήν σύνδεσμο πραγματική ζημία είναι ότι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Από τη γενική αυτή αρχή του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους εισάγει εξαίρεση η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ, κατά την οποία η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, υπό την έννοια ότι αυτός δικαιούται να απαιτήσει αθροιστικά και τις δύο παροχές, δηλαδή την αποζημίωση και την οφειλόμενη από τρίτο παροχή (ωφέλεια), ακόμη και όταν αυτές έχουν ως αιτία το αυτό επιζήμιο γεγονός: Η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου που παρέχει το μισθό σε πρόσωπο που δεν μπορεί να προσφέρει εργασία λόγω ανικανότητας του από ατύχημα. Έτσι κατά τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 του ν. 2683/1999 και την ίδια διάταξη του νέου ν.3528/2007,το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει το μισθό του δημοσίου υπαλλήλου κατά το διάστημα της ανικανότητας για εργασία συνεπεία αδικοπραξίας τρίτου. Η κάλυψη αφορά όχι μόνο τις αποδοχές, αλλά και τα νοσήλεια σε περίπτωση νοσηλείας σε πολιτικό ή στρατιωτικό νοσοκομείο. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως. Στην προηγούμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298,914,929 και 930παρ. 3 ΑΚ συνάγεται ότι, περίπτωση αδικοπραξίας, η οποία είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του παθόντος, η αξίωση του τελευταίου για αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία του, όπως είναι η δαπάνη νοσηλίων του, όσο και το διαφυγόν κέρδος του, όπως ο μισθός του, λόγω ανικανότητας του για εργασία, εξαιτίας του τραυματισμού του, δεν μπορεί να αποκρουσθεί από τον υπαίτιο, για το λόγο ότι άλλος, υπόχρεος από το νόμο, κατέβαλε στον παθόντα ή για λογαριασμό του τα νοσήλια και τις αποδοχές του. Διότι η βούληση του νομοθέτη είναι ότι δεν πρέπει να προβεί σε όφελος του υπαιτίου της ζημίας, το γεγονός ότι κάποιος άλλος είναι υπόχρεος από το νόμο ή από άλλη αιτία να καταβάλει τις αποδοχές του παθόντος και τα νοσήλια του. Η υποχρέωση του τρίτου να καταβάλει στον παθόντα τις ανωτέρω παροχές, δηλαδή τα νοσήλια και τις αποδοχές της εργασίας του, μπορεί vα στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο παρέχει στους υπαλλήλους του, όταν απουσιάζουν ανυπαίτια από την υπηρεσία τους, ως εργοδότης τους, το μισθό τους και ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης τις δαπάνες νοσηλείας τους (άρθρα 41-43, 54, 57 τόσο του προηγούμενου Υπαλληλικού Κώδικα του νόμου 2683/1999 όσο και του Υπαλληλικού Κώδικα του νόμου 3528/2007 που ισχύει σήμερα). Η παραπάνω δυνατότητα του παθόντος για αθροιστική απόληψη τόσο της αποζημίωσης από τον υπαίτιο όσο και της παροχής του τρίτου, δεν υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει με το άρθρο 18 του νόμου 1654/1986 για τους ασφαλισμένους του Ι.Κ.Α. Επομένως, σε περίπτωση αδικοπραξίας σε βάρος υπαλλήλου του Ελληνικού Δημοσίου, ο παθών δικαιούται αθροιστικά τόσο τις δαπάνες νοσηλείας του και τις αποδοχές του από το Δημόσιο κατά το χρονικό της αποχής του από την υπηρεσία του, λόγω της ανικανότητας του για εργασία εξαιτίας των σωματικών του κακώσεων, όσο και την αποζημίωση από τον υπαίτιο για τις παραπάνω παροχές .Σύμφωνα μ' αυτά η ανωτέρω από 30.5.2007 αγωγή, κατά το μέρος που η πρώτη ενάγουσα εφεσίβλητη, υπάλληλος του Ελληνικού Δημοσίου, ζητά μ' αυτήν αποζημίωση αφενός μεν για τους μισθούς που της κατέβαλε το Δημόσιο κατά το χρόνο αποχής από την υπηρεσία της, λόγω της ανικανότητας της για εργασία εξαιτίας των σωματικών του κακώσεων που υπέστη κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα από υπαιτιότητα, της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας και αφετέρου για τα νοσήλια που κατέβαλε το Δημόσιο γι' αυτήν στο νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύτηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή αυτή κατά τα παραπάνω κεφάλαια της, σωστά τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό οι με στ. γ', δ1 & θ' λόγοι της δεύτερης έφεσης, με τους οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Στη συνέχεια δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Τα έξοδα της νοσηλείας της στα ως άνω νοσοκομεία, ανήλθαν στα εξής ποσά α) στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων"ΟΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" για το χρονικό διάστημα των 20 ημερών που παρέμεινε αυτή νοσηλευομένη εκεί, δηλαδή από 2-9-2005 μέχρι και 21-9-2005, στο ποσό των 1.413,41 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται νοσήλια και υλικά οστεσύνθεσης (βλ. την με ημερομηνία 20-2-2006 σχετική βεβαίωση του εν λόγω νοσοκομείου), β) στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών (401 ΓΣΝΑ/ΓΡΑΠΕΤ), για το χρονικό διάστημα των 47 ημερών που παρέμεινε νοσηλευομένη εκεί, δηλαδή από 21-9-2005 μέχρι της 7-11-2005, στο ποσό των 5.400,54 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται νοσήλια, εισφορά νοσοκομείου, υλικά και φάρμακα (βλ. την με ημερομηνία 10-11-2005 σχετική βεβαίωση του νοσοκομείου αυτού), για το χρονικό διάστημα των 5 ημερών που παρέμεινε νοσηλευομένη εκεί, δηλαδή από τις 12-2-2006 μέχρι τις 17-2-2006, στο ποσό των 314,02 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται νοσήλια και εισφορά νοσοκομείου (βλ. την με ημερομηνία 9-8-2006 σχετική βεβαίωση του νοσοκομείου αυτού), για το χρονικό διάστημα των 42 ημερών, που παρέμεινε νοσηλευομένη εκεί, δηλαδή από τις 16-6-2006 μέχρι τις 28-7-2006, στο ποσό των 2529,21 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται νοσήλια και εισφορά νοσοκομείου (βλ. την με ημερομηνία 9-8-2006, σχετική βεβαίωση του νοσοκομείου αυτού), ήτοι ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 9.657,18 ευρώ. Το συνολικό αυτό ποσό αποτελεί ζημία της α' εναγούσης, η οποία δικαιούται να το αξιώσει από τις α' και γ' εναγόμενες (εις ολόκληρον από εκάστη) βάσει του άρθρου 930 εδ. γ' ΑΚ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο είναι ασφαλισμένη ως δημόσιος υπάλληλος (υπηρετούσε ως καθηγήτρια φιλολογίας στο 4ο Γυμνάσιο Βέροιας κατά τον χρόνο του ατυχήματος όπου βρισκόταν αποσπασμένη, κατέχουσα οργανική θέση στο 2ο Γυμνάσιο Διδυμοτείχου), το κατέβαλε στα ως άνω νοσοκομεία, ως υπόχρεο βάσει της σχέσης που το συνέδεε με την α' ενάγουσα". Ακολούθως δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, η α' ενάγουσα εργαζόταν ως καθηγήτρια Φιλόλογος στο 4ο Γυμνάσιο Βέροιας όπου είχε αποσπασθεί και συνεχίζει να είναι αποσπασμένη, ούσα μόνιμη υπάλληλος του Δημοσίου και κατέχουσα οργανική θέση στο 2ο Γυμνάσιο Διδυμοτείχου (βλ. την με αρ. πρωτ. 94/8-3-2007 Βεβαίωση του 4ου Γυμνασίου Βέροιας). Συνεπεία του τραυματισμού της κατέστη ανίκανη για εργασία από την ημέρα του ατυχήματος και εντεύθεν, ενδεχομένως και εφ' όρου ζωής, σίγουρα πάντως μέχρι την 31-12-2007. Έτσι, κατά το χρονικό αυτό διάστημα απώλεσε τις παρακάτω αποδοχές της, τις οποίες μετά σφοδρής πιθανότητας θα αποκόμιζε αν συνέχιζε να εργάζεται ομοίως και κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα, αν δεν συνέβαινε το επίδικο ατύχημα και σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων: α) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-12-2005, συνολικού ποσού 8.244 ευρώ, β) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006, συνολικού ποσού 25.530,47 ευρώ, γ) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο διάστημα από 1-1-2007 έως 30-4-2007, συνολικού ποσού 6.804,79 ευρώ και δ) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-12-2007, συνολικού ποσού 18.348,76 ευρώ, και συνολικά απώλεσε το ποσό των 58.928,02 ευρώ (βλ. σχετικά τις με ημερομηνίες 16-2-2007, 15-2-2007, 16-2-2007 και 21-1-2008 βεβαιώσεις αποδοχών που εξέδωσε το 20 Γυμνάσιο Διδυμοτείχου), το οποίο κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την εργασία της, αν δεν μεσολαβούσε το επιζήμιο γεγονός εξ αιτίας του οποίου περιήλθε σε ανικανότητα για εργασία. Είναι δε ανεξάρτητο το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε τις αντίστοιχες στο άνω χρονικό διάστημα τακτικές αποδοχές της με βάση τη δημοσιοϋπαλληλική σχέση που συνδέει αυτό και την α' ενάγουσα, δεδομένου ότι τούτο έχει αυτοτελή υποχρέωση κατά τα άρθρα 91 παρ. 1 και 94 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα (π.δ. 611/1997) να καταβάλει τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου κατά το διάστημα της ανυπαίτιας ανικανότητάς του προς εργασία και δεν έπραξε αυτό προς απόσβεση των υποχρεώσεων των εναγομένων". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στο αποδεικτικό πόρισμα, που συγκροτεί την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αφού διαλαμβάνει σαφώς ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας σε βάρος υπαλλήλου του Ελληνικού Δημοσίου, η παθούσα δικαιούται αθροιστικά τόσο τις δαπάνες νοσηλείας της, όσο και τις αποδοχές της κατά το διάστημα της αποχής της από την εργασία λόγω της ανικανότητας για εργασία, συνέπεια των σωματικών της κακώσεων, οι οποίες και της επιδικάστηκαν. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298,300, 330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το αρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίσιμη νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ) ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. ( Ολ. ΑΠ 36/1988). Επίσης, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογής της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση- στάθμιση- αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005). Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολογήσει της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Τα επίδικο τροχαίο ατύχημα έγινε στις 2 Σεπτεμβρίου 2005, πάνω στο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων του ΕΓ/ΟΓ πλοίου "...". Η ενάγουσα Μ. Π., συνοδευόμενη από τα τέκνα της και τον σύζυγό της είχε επιβιβαστεί στο άνω την 1η Σεπτεμβρίου από τον Πειραιά με προορισμό τα Χανιά. Είχε σταθμεύσει το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό της στον 7ο διάδρομο φόρτωσης του πλοίου. Περί ώρα 06:00'της 2.9.2005, που το άνω πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της Σούδας, η άνω οδηγός, συνοδευόμενη από την ανήλικη κόρη της Χ. Τ. κατευθύνθηκε προς το χώρο του γκαράζ προκειμένου να παραλάβει το αυτοκίνητό της. Εκεί διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητό της ήταν εγκλωβισμένο μεταξύ της λαμαρίνας του πλοίου από δεξιά και άλλων σταθμευμένων οχημάτων, προκειμένου δε να καταστεί ευχερής η παραλαβή του ανέμενε στο χώρο εισόδου στο γκαράζ και σε επαφή με την πρωραία στεγανή φρακτή του πλοίου, ενώ η ανήλικη θυγατέρα της παρέμεινε δίπλα της και στην εσοχή μεταξύ της εισόδου προς το χώρο στάθμευσης και του κυρίως χώρου του πλοίου. Η εναγόμενη Φ. Κ., την ίδια ώρα είχε εισέλθει εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που βρισκόταν σταθμευμένο στον 5ο διάδρομο του ίδιου γκαράζ και σε επαφή με το εσωτερικό κλιμακοστάσιο και με το εμπρόσθιο τμήμα αυτού προσανατολισμένο προς την πλώρη, προκειμένου να αποβιβαστεί. Το άνω αυτοκίνητο διέθετε αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα στην γ' εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν και ο σύζυγος της ενάγουσας Α. Τ. μαζί με τον γιο τους και μαζί με άλλους οδηγούς οχημάτων και επιβάτες ανέμειναν αμέσως μετά τον χώρο της εισόδου του ως άνω γκαράζ, σε επαφή με την πρωραία στεγανή φρακτή και σε μεγάλη απόσταση (περίπου 25 μέτρων ) από τον χώρο στάθμευσης του οχήματος της πρώτης εναγόμενης Φ. Κ., περιμένοντας να "απεγκλωβιστεί" το σταθμευμένο στο ως άνω γκαράζ αυτοκίνητο τους από άλλα οχήματα που ήταν σταθμευμένα πλησίον αυτού και εμπόδιζαν την κίνησή του. Συγκεκριμένα, οι ενάγουσες στάθηκαν ακριβώς δεξιά της εσοχής που δημιουργείται μεταξύ της εισόδου προς το γκαράζ και του κυρίως χώρου του, μπροστά από την πρωραία στεγανή φρακτή του γκαράζ, και η μεν ενάγουσα Μ. Π. ακουμπούσε με την πλάτη της σε αυτήν, η δε ανήλικη Χ. Τ. είχε την πλάτη της στο κενό της εσοχής. Τότε, η εναγόμενη Φ. Κ. και ενώ τα επιφορτισμένα με την εκφόρτωση οχημάτων άλλων διαδρόμων στάθμευσης, έθεσε απότομα σε κίνηση το ως άνω αυτοκίνητό της, που βρισκόταν σε απόσταση περίπου 25 μέτρων από το σημείο που βρίσκονταν οι ενάγουσες, και δη έθεσε τον μοχλό του αυτόματου κιβωτίου ταχυτήτων στην θέση D (Drive) και πάτησε το πεντάλ του γκαζιού απότομα και με ισχυρή πίεση, με αποτέλεσμα το όχημά της να καταστεί ανεξέλεγκτο, να αναπτύξει μεγάλη επιτάχυνση και, αφού τούτο διέγραψε ευθεία πορεία περίπου 25 μέτρων, προσέκρουσε με σφοδρότητα στην πρωραία στεγανή φρακτή του άνω γκαράζ, μπροστά από την οποία βρίσκονταν οι δύο ενάγουσες, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό της α' και τον ελαφρύτερο της β' αυτών. Συγκεκριμένα, η μεν α' ενάγουσα τραυματίστηκε βαρύτατα, αφού εγκλωβίστηκε μεταξύ του οχήματός της α' εναγομένης και της πρωραίας στεγανής φρακτής του άνω γκαράζ του πλοίου και υπέστη ακρωτηριασμό μηρού δεξιά και ευρεία θλάση των μαλακών μορίων της περιοχής, καθώς και κάταγμα ηβοϊσχιακών κλάδων αριστερά, ρωγμώδες κάταγμα 01 σπονδύλου και θλάση ώμου αριστερά, η δε β' ενάγουσα εκτινάχθηκε λόγω της πρόσκρουσης σε απόσταση 3 μέτρων εντός της εσοχής και τραυματίσθηκε ελαφρά, καθώς υπέστη κάκωση κνημών άμφω και οίδημα οπίσθιας επιφάνειας αριστερής κνήμης. Η απότομη εκκίνηση και η γενικότερη κίνηση του οχήματος της εναγομένης οφείλεται στο ότι αυτή εκ παραδρομής πάτησε το πεντάλ του γκαζιού αντί για το φρένο, όπως επιθυμούσε. Τούτο συνάγεται από την από 2.9.2005 προανακριτική ανωμοτί κατάθεσή της, όπου αναφέρει ότι "χωρίς να το καταλάβω το αυτοκίνητο έφυγε παρόλο που πατούσα συνεχώς το φρένο", σε συνδυασμό με την από 2.9.2005 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Χ. Κ., που αναφέρει ότι η α' εναγομένη, όταν την ρώτησε τι της συνέβη, απάντησε με τη φράση "δεν μπορώ και εγώ να καταλάβω τι μου συνέβη, εγώ πατούσα φρένο και είμαι σίγουρη γι' αυτό", γεγονός που υποδηλώνει ότι πράγματι η α' εναγομένη επιθυμούσε να πατήσει το φρένο και όχι το γκάζι, είναι όμως προφανές ότι πάτησε το γκάζι, καθώς δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη ή άλλο πρόβλημα στο ζημιογόνο αυτοκίνητο (βλ. την από 20-9-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ορισθέντων κατόπιν της με αρ. πρωτ. 22121/30 & 31/2-9-2005 παραγγελίας Α'Λ/Τ Σούδας, ως πραγματογνώμων, Διπλ. Ηλ/γων Μηχ/κων, Ε. Κ. και Σ. Μ.). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστική υπαιτία του επιδίκου ατυχήματος είναι η α'εναγομένη Φ. Κ., η οποία επέδειξε αμέλεια και δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις. Συγκεκριμένα, από έλλειψη προσοχής προέβη σε εσφαλμένο χειρισμό του διαθέτοντος αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων οχήματος της, και δη πάτησε το πεντάλ του γκαζιού αντί για το φρένο (όπως η ίδια παραδέχθηκε ότι είχε την εντύπωση ότι πάτησε, άρα συνάγεται ότι το φρένο επιθυμούσε να πατήσει), με αποτέλεσμα το σταθμευμένο όχημά της να ξεκινήσει απότομα, να διαγράψει πορεία 25 περίπου μέτρων χωρίς η οδηγός του να το επιθυμεί και να προσκρούσει με σφοδρότητα στην πρωραία στεγανή φρακτή του άνω γκαράζ και στα σώματα των εναγουσών. Εξάλλου, με βάση τα ως άνω δεδομένα, δεν αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε πταίσμα των εναγουσών. Ειδικότερα, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι αμφότερες οι εναγόμενες βρίσκονταν σε σημείο του πλοίου (όπως προαναφέρθηκε, στεκόταν ακριβώς δεξιά της εσοχής που δημιουργείται μεταξύ της εισόδου προς το γκαράζ και του κυρίως χώρου του, μπροστά από την πρωραία στεγανή φρακτή του άνω γκαράζ και η μεν α' ενάγουσα ακουμπούσε με την πλάτη της σε αυτήν, η δε β' ενάγουσα είχε την πλάτη της στο κενό της εσοχής ) που απαγορευόταν η παραμονή για επιβάτες του πλοίου πλην των οδηγών των σταθμευμένων αυτοκινήτων στο εν λόγω γκαράζ, η κίνηση του οχήματος της α' εναγομένης, που ξεκίνησε απότομα (επειδή η α' εναγομένη πάτησε γκάζι αντί για φρένο ) και διέγραψε πορεία 25 περίπου μέτρων σε ευθεία με μεγάλη ταχύτητα, ήταν τέτοια που να αποκλείει την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενδεχόμενης παράβασης της απαγορεύσεως από τις ενάγουσες και της επέλευσης του ατυχήματος. Και τούτο, διότι στο σημείο που στέκονταν οι ενάγουσες, και με βάση την θέση των σταθμευμένων και κινούμενων οχημάτων στο γκαράζ, και ιδιαίτερα του οχήματος της α' εναγομένης, και την απόσταση των εναγουσών από το τελευταίο, δεν εμπόδιζαν τον οποιοδήποτε ελιγμό που θα ήθελε να επιχειρήσει η α' εναγομένη ή οποιοδήποτε άλλο όχημα που βρισκόταν στο γκαράζ, ούτε βέβαια μπορούσαν να προβλέψουν ( με βάση την λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας ) ότι ήταν δυνατόν να τους συμβεί τέτοιο ατύχημα υπό τις συνθήκες που συνέβη αυτό, ήτοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν την παραπάνω - έξω από κάθε λογική - πορεία του οχήματος της α' εναγομένης, που είχε ως αιτία έναν όχι απλώς εσφαλμένο αλλά εντελώς απρόβλεπτο χειρισμό της τελευταίας (πάτησε γκάζι αντί για φρένο), και μάλιστα σε έναν τέτοιο χώρο όπως ήταν το γκαράζ του πλοίου, όπου οι ταχύτητες που αναπτύσσονται είναι πάντα μικρές. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν οδηγός του ως άνω οχήματος, γεγονός που, κατά το Γενικό Κανονισμό Λιμένα, καθιστά επιτρεπτή την είσοδο και παραμονή της στο χώρο στάθμευσης των οχημάτων. Αντίθετα, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε πταίσμα των προστηθέντων της δ' εναγομένης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία Α.Ν.Ε.Κ LINES, ήτοι του πλοιάρχου του πλοίου "..." Γ. Δ., του υπάρχου Χ. Δ. και των ναυτών Α. Σ. και Ε. Λ. και, άρα, ευθύνη της τελευταία αναφορικά με το επίδικο ατύχημα. Ειδικότερα, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι παραπάνω δύο ναύτες, που είχαν ορισθεί από τον πλοίαρχο υπεύθυνοι εκφόρτωσης των οχημάτων έπρεπε να βρίσκονται στον συγκεκριμένο χώρο του γκαράζ που συνέβη το ατύχημα, να ρυθμίζουν την κυκλοφορία και να δίνουν σχετικές οδηγίες στους οδηγούς (και εν προκειμένω στην α' εναγομένη ) για την κίνηση και την εκφόρτωση των οχημάτων από το πλοίο, ότι ο ύπαρχος δεν επόπτευσε και δεν κατεύθυνε ως όφειλε προς τούτο τους παραπάνω ναύτες στην εκτέλεση των εργασιών τους στο γκαράζ του πλοίου ή ότι λανθασμένα επόπτευσε και κατεύθυνε τους παραπάνω ναύτες ή ότι, κατά παράβαση των διατάξεων περί ασφαλούς εκφόρτωσης των οχημάτων από το πλοίο, δεν απαγόρευσε σε αυτούς να απουσιάζουν και οι δύο από τον χώρο του συμβάντος, ότι ο πλοίαρχος, κατά παράβαση των εν λόγω διατάξεων, δεν όρισε συγκεκριμένα ότι οι ως άνω υπεύθυνοι της εκφόρτωσης στο άνω γκαράζ του πλοίου ναύτες όφειλαν με ιδιαίτερη επιμέλεια να καθοδηγούν τους οδηγούς των οχημάτων που βρίσκονταν ιδιαίτερα στην 4η, 5η, 6η και 7η σειρά φόρτωσής του και δεν όρισε ότι αμφότεροι ή τουλάχιστον ο ένας εξ αυτών θα έπρεπε να βρίσκεται πάντοτε στον χώρο αυτό του άνω γκαράζ που καταλαμβάνουν οι ως άνω σειρές φόρτωσή του, αλλά έδωσε σε αυτούς λανθασμένες οδηγίες περί εκφόρτωσης των οχημάτων στο άνω γκαράζ του πλοίου, και ότι όλοι οι παραπάνω (πλοίαρχος, ύπαρχος και οι δυο ναύτες) δεν απαγόρευσαν την ταυτόχρονη αποβίβαση επιβατών και οχημάτων μέσω του καταπέλτη και δεν απαγόρευσαν την παραμονή στους χώρους των οχημάτων των επιβατών (πλην των οδηγών των οχημάτων ) κατά την έξοδο των οχημάτων, 'όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούσες - ενάγουσες με την υπό στ. Γ' έφεσή τους, η εντελώς απρόβλεπτη - σύμφωνα με τα παραπάνω - ενέργεια της εναγομένης Φ. Κ. και η κατά τα άνω αναλυόμενη κίνηση του οχήματος της αποκλείουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ενδεχομένων ως άνω παραβάσεων και παραλείψεων των προστηθέντων της Α.Ν.Ε.Κ και του επιδίκου ατυχήματος. Και τούτο, αφενός μεν διότι το ατύχημα δεν προήλθε από κάποιο άστοχο χειρισμό της α' εναγομένης οφειλόμενο στην έλλειψη των κατάλληλων υποδείξεων και οδηγιών για την κίνηση του οχήματος της από τους υπεύθυνους για την εκφόρτωση των οχημάτων ναύτες, αλλά στον παραπάνω εντελώς απρόβλεπτο χειρισμό της α' εναγομένης (πάτησε γκάζι αντί για φρένο) και στην έξω από κάθε λογική πορεία του οχήματος της α' εναγομένης, που είχε ως αιτία τον ως άνω χειρισμό, αφετέρου δε διότι, σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά, στην επέλευση του ατυχήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνετέλεσε το γεγονός ότι οι ενάγουσες βρίσκονταν στην ως άνω περιγραφόμενη θέση του πλοίου (έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου και στην περίπτωση αυτή, όπως προεκτέθηκε). Η επίκληση της από 5.2.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Κ., σύμφωνα με την οποία η οδηγός Φ. Κ. "έπρεπε να ακολουθήσει μια σύνθετη κίνηση με ενδεχομένους κινδύνους και επομένως θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί με την παρουσία και υπό την καθοδήγηση του πληρώματος του πλοίου" δεν καταφάσκει την ευθύνη της προστήσασας εταιρίας, καθόσον το ζημιογόνο αποτέλεσμα δεν οφείλεται στην έλλειψη κατάλληλης ή πλημμελούς καθοδήγησης των μελών του πληρώματος, αφού υπό τις συνθήκες που προεκτέθηκαν ήταν αδύνατη η αποτροπή του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος ". Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτια της ένδικης σύγκρουσης τη Φ. Κ., ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Η αναιρεσιβαλομένη έχει νόμιμη βάση. Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτή πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Σωστά δε εξήγαγε από την παραπάνω οδηγητική συμπεριφορά της οδηγού Φ. Κ. το συμπέρασμα ότι είναι αποκλειστική υπαίτια του επιδίκου ατυχήματος, καθώς ορθά κατέληξε στην κρίση ότι δεν υφίσταται καμία υπαιτιότητα στο ατύχημα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, και των προστηθέντων υπαλλήλων της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρίας.

Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και πρέπει ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου να απορριφθεί ως αβάσιμος. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ " η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του ". Ως " αναπηρία " θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως " μέλλον " νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος ) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί (Α.Π. 1958/2009, 1432/2009,1174/2009, 1287/2009, 1058/2008, 177/2008). Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύναται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ765/2007, 670/2006). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την πληττομένη απόφαση δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά:

"Τέλος, η κατά τα άνω μόνιμη αναπηρία της α' εναγούσης, που προήλθε από το ατύχημα, είναι προφανές ότι επιδρά στο οικονομικό και κοινωνικό μέλλον της, καθώς, λόγω της αναπηρίας της αυτής, έχει ανατραπεί πλήρως η επαγγελματική της σταδιοδρομία, αφού δεν μπορεί διά βίου να ασκήσει το επάγγελμά της (καθηγήτρια φιλολογίας μέσης εκπαιδεύσεως), με αντίκτυπο και στην κοινωνική θέση και στις κοινωνικές σχέσεις της και στην ανάπτυξη της προσωπικότητας της, καθώς το επάγγελμα της αυτό της προσέφερε προσωπική και επαγγελματική αναγνώριση, χαρά και καταξίωση, ενώ βέβαια, πέραν της σωματικής παραμορφώσεως και της δυσμορφίας, η οποία καθιστά σε μεγάλο βαθμό προβληματικές τις σχέσεις και αλληλεπιδράσεις της με τους συνανθρώπους της, έχουν ήδη περιορισθεί και θα είναι μονίμως περιορισμένες οι κοινωνικές δραστηριότητές της, λόγω της καταστάσεως της σωματικής υγείας της (απώλεια αδυναμία βάδισης κατά ποσοστό 70%, έντονοι καθημερινοί πόνοι για τους οποίους υποχρεούται να λαμβάνει καθημερινά ισχυρά παυσίπονα, αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης και μετακίνησης χωρίς την βοήθεια και συνδρομή τρίτου προσώπου κλπ.), αλλά και της ψυχολογικής κατάπτωσης (καταθλιπτική συνδρομή μετά αυτοκινητικού ιδεασμού) που της έχει προκαλέσει ο ακρωτηριασμός, που συνεπάγονται μεγάλη δυσκολία στο να δραστηριοποιηθεί στο μέλλον σε κοινωνικό επίπεδο. Τούτες δε οι συνέπειες κρίνονται ιδιάζουσες και πέρα από τις συνηθισμένες συνέπειες ενός τραυματισμού, που αντιμετωπίζονται με την αποζημίωση και την χρηματική ικανοποίηση των άρθρων 929 και 932 ΑΚ αντίστοιχα. Εν όψει αυτών, η α' ενάγουσα δικαιούται επιπρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ύψους 100.000 ευρώ". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, διέλαβε δε στο αποδεικτικό της πόρισμα επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό το αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως αυτής, αφού εκθέτει σαφώς ότι η μόνιμη αναπηρία της ενάγουσας έχει αντίκτυπο και στη κοινωνική της θέση και της κοινωνικές της σχέσης με τους συνανθρώπους της. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της από 27-2-2008 παρεμπίπτουσας αγωγής (αριθ. κατ. 150/28-2-2008) της αναιρεσείουσας κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία " ΑΝΕΚ LINES Α.Ε". Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τρίτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε και προτάσεις, η δε αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν επίσης προτάσεις (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 173/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει α) την τρίτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ και β) την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ