Legislator Case Law & Legislation
331/2012 AI generated

331/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 331/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 331 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 331/2012

Legislator headnote

AI generated

331/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 331 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 331/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 331 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 331/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Π. του Π., υπαλλήλου του ΥΠΕΞ, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Βουκουρέστι (Ρουμανία) και τώρα στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη Μανίλα (Φιλιππίνες), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2393/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-1-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, καθώς και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 131 παρ. 1 του Ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυσε μέχρι 24-3-1998 (άρθρο 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998), ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός με όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις. Κατά την παρ. 10 του ίδιου παραπάνω άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, βαθμό, οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου, όπου υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Εξωτερικών και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα με την παρ. 11 του ίδιου άρθρου, το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά, για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας καθορίζεται με την ίδια Πράξη, σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Κατά δε το άρθρο 132 του Ν. 419/1976, οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για την στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ. 083-58/11-3-1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 Ν. 1288/1982, κυρώθηκε δε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών, καθώς και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού, που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενοι σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων. Με την παράγραφο Γ' της προαναφερθείσας κοινής υπουργικής απόφασης ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παρ. Ε' και ΣΤ' της αυτής ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1984. Το εν λόγω επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας και Εξωτερικών χορηγήθηκε από 1-7-1993 επίδομα στέγασης, που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γενικών Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου Βοηθητικού Προσωπικού, που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του Ν. 419/1976. Με την 2001800/185/0022/17-3-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών τροποποιήθηκε η προαναφερθείσα παράγραφος Γ' της ως άνω Φ.083-58/1988 Κοινής Υπουργικής Απόφασης και ορίστηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8%, 12% και 16% αντιστοίχως από 1-1-2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2201 Κοινή Υπουργική Απόφαση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση, καθορίζεται δε εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών και για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω Ν. 2594/1998, στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται, με προεδρικά διατάγματα, θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους, καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις προαναφερόμενες Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις ποσοστά για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του Ν. 2594/1998 Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους, υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Επομένως, οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Όμως η προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900 /1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση, που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για αντιμετώπιση των δαπανών στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό για όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού.

Συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976, που δεν παρέχει δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου αυτού, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, που δεν αποσπάσθηκαν σε αρχή του εξωτερικού, αλλά προσελήφθησαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 419/1976.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 23-12-2003 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, αυτός ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε τον Φεβρουάριο του 1992 ως κλητήρας από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και υπηρετεί έκτοτε στη θέση αυτή στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας, δυνάμει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδας στο Βουκουρέστι, ενεργούντος ως εκπρόσωπος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ότι είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων και ότι το εναγόμενο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 21-1-2003, ενώ του κατέβαλλε το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, αρνήθηκε να του καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος αυτού για δαπάνη στέγασης και για οικογενειακά βάρη, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων και των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως όρισαν ότι οι προσαυξήσεις αυτές καταβάλλονται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 83.960 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσό τους σε ευρώ για την προσαύξηση του Ε.Υ.Α. με το ποσοστό του επιδόματος οικογενειακών βαρών και το ποσό των 36.940 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσό τους σε ευρώ για την προσαύξηση του Ε.Υ.Α. με το ποσοστό του επιδόματος στέγασης και συνολικά το ποσό των 120.000 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο αυτών σε ευρώ. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη μόνο ως προς το αιτούμενο κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη (δύο ανήλικα τέκνα), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως για την αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για την αιτία αυτή, με την προαναφερθείσα Κοινή Υπουργική Απόφαση. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του Ε.Υ.Α. για οικογενειακά βάρη και μάλιστα κατά ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση για κάθε τέκνο, δεδομένου ότι η παραπάνω νεώτερη 083/ΑΣ 11254/22-1-2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία αύξησε τα ποσοστά, που είχε χορηγήσει η ως άνω παλαιότερη ΚΥΑ, από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, σε 8%, 12% και 16%, αντίστοιχα, καταλαμβάνει και τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως και ο αναιρεσίβλητος, διατηρούν το εργασιακό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, ειδικά δε για όσους από αυτούς ελάμβαναν το Ε.Υ.Α. (όπως και ο αναιρεσίβλητος), το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με υπουργική απόφαση (ΑΠ 319/2011), δεν παραβίασε (το Εφετείο) τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, το Εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του Ε.Υ.Α. για δαπάνη στέγασης παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, ενώ ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο από τον αριθμό 19 λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις, η μη νόμιμη.

Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της, κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ. α', και επομένως κατισχύει αυτής (Ολ.ΑΠ 29/2006). Εξάλλου, κατά την 201084/1172/0022/10-5-1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 387 β/27-5-1996) η καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής γίνεται κάθε δίμηνο και στην αρχή αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-2000 έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, που αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει, την επιδοθείσα στις 17-12-2003 ένδικη αγωγή, για τις αξιώσεις του αναιρεσίβλητου που είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 20-1-2003. Έτσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν είχε υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή η αξίωση του αναιρεσίβλητου για προσαύξηση του Ε.Υ.Α. λόγω ανήλικων τέκνων (ως προς την αξίωση αυτού για προσαύξηση του Ε.Υ.Α. για δαπάνη στέγασης, η αγωγή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι νόμιμη), για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του Ν. 2362/1995, γιατί υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση σ' αυτόν της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη (δύο ανήλικα τέκνα) και όχι από το χρόνο της γενέσεώς της. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς να είναι ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός από αυτά, εφόσον από την γενική αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και δη το υπ' αριθμ. πρωτ. Φ. 055/ΑΜ51124/ΑΣ10568/15-10-2004 έγγραφο της ΣΤ4 Διεύθυνσης Οικονομικής Διοίκησης του Υπουργείου Εξωτερικών, το από 11-1-2002 πιστοποιητικό του Δήμου Καλαμάτας και την από 27/30-4-1999 πράξη ενόρκου καταθέσεως μαρτύρων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος (τέταρτος) αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καθώς και ο πέμπτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν κατά βάση την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου (κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του) και του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί (μερικώς) η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση σ' αυτόν της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για την αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, καθώς και κατά το κεφάλαιό της που αφορά την παραγραφή της αγωγικής αξιώσεως του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση σ' αυτόν της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα κεφάλαια αυτά, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη της προκείμενης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από αυτούς και ενόψει του ότι αναιρεσείον είναι το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 22 Ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 459/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα κεφάλαια αυτά, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ