Legislator Case Law & Legislation
331/2010 AI generated

331/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 331/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 331 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2010

Legislator headnote

AI generated

331/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 331 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 331 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 331/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Μαργαρίτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INTEPAMEPIKAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Καρακόιδα, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ2-4856/11-4-2006 απόφασης του υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χαραλαμπέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 758/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4987/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουνίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27.11.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 10-6-2008 αιτήσεως και την αναίρεση της υπ' αριθ. 4987/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η παραστάσα πληρεξούσια της πρώτης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/200, Ολ. ΑΠ 4/2006). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία τους. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 425/2007, ΑΠ 1507/2005, ΑΠ 306/2005, ΑΠ 957/2003), που κατέστη (τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν μετά το π.δ. 433/1993, και το ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) και πριν την κατάργησή του με τον Ν. 3263/2004 και 3371/2005, προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνιστάται για τον σκοπό αυτό.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου (1969/1991), προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από τον θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι η τράπεζα. Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων. Τέλος, κατά την παρ. 4 του αρθ. 20 του ίδιου Νόμου 1969/1991, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 3 του αρθρ. 3 του Π.Δ. 433/1993 και την παρ. 5 του άρθρου 113 του Ν. 2533/1997, η Α.Ε. Διαχείρισης του αμοιβαίου κεφαλαίου μπορούσε να διαθέτει τα μερίδιά του (αμοιβαίου κεφαλαίου) και μέσω αντιπροσώπου της, που μπορούσε να είναι και ασφαλιστική εταιρεία. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, Ανώνυμες Εταιρείες Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων, συσταθείσες ως θυγατρικές Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών, με την ίδια μάλιστα βασική επωνυμία (πλην της προσθήκης του διακριτικού γνωρίσματος Α.Ε.Δ.Α.Κ.), μπορούσαν να χρησιμοποιούν ως αντιπρόσωπό τους ανά την ελληνική επικράτεια τη μητρική τους ασφαλιστική εταιρεία, η οποία χρησιμοποιούσε τα μετοχικά της κεφάλαια για τη σύσταση ομώνυμου αμοιβαίου κεφαλαίου, η αντιπρόσωπος δε αυτή για την εκπλήρωση του έργου της αντιπροσώπευσης κατά την διάθεση των μεριδίων του ίδιου αμοιβαίου κεφαλαίου μπορούσε να χρησιμοποιεί στο πλαίσιο ιδιαίτερης συμβατικής σχέσης, επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, το σύνολο ανά την επικράτεια του εμπορικού δικτύου της, περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών συμβούλων και πρακτόρων, παράλληλα και εκτός του νομοθετικού πλαισίου των διατάξεων του άρθρου 36 παρ. 24 του Ν. 2496/1997, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του νόμου 2170/1993, και του νόμου 1569/1985, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 8 παρ. 1 και 2 του π.δ. 298/1986 "περί των ασφαλιστικών συμβούλων και συντονιστών και παραγωγών ασφαλίσεων", οι οποίες στο σύνολό τους δεν απέκλειαν τη λειτουργία της παράλληλης αυτής σχέσης ασφαλιστικού συμβούλου συνδεομένου με σύμβαση έργου με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και παραγωγικής συνεργασίας στην εκμετάλλευση του ενδιαφέροντος των επενδυτών για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων (ΑΠ 1224/2008, 1425/2007, 1507/2005).

Περιεχόμενο της ανατεθείσας στον αντιπρόσωπο του αντιπροσώπου υπηρεσίας στο πλαίσιο της πιο πάνω σχέσης επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, δεν μπορούσε να είναι η σύναψη συμβάσεων μεταβίβασης μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου στους επενδυτές, καθόσον τέτοια δυνατότητα δεν παρεχόταν από το νόμο (άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 1969/91), ούτε στον ίδιο τον αντιπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης, το δε αντικείμενο της μεταξύ τους συναπτόμενης σύμβασης περιοριζόταν στη διαμεσολάβηση του αντιπροσώπου στη διάθεση των μεριδίων, δηλαδή στην ενημέρωση του επενδυτή, την παροχή σ' αυτόν επενδυτικών συμβουλών και την διαβίβαση της εντολής του στην εταιρεία διαχείρισης προς εκτέλεσή της και κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης από αυτήν, αφού κατά το άρθρο 21 Ν. 1969/91, η αποδοχή αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο αποφασιζόταν από την ΑΕ διαχειρίσεως, σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου. Πάντως, σε περίπτωση που ο ασφαλιστικός σύμβουλος με την ιδιότητα εκείνη του αντιπροσώπου της θυγατρικής της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων ζημιώσει υπαίτια και παράνομα τον επενδυτή παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις του κατά τη λήψη και διαβίβαση της εντολής του για αγορά μεριδίου αμοιβαίου κεφαλαίου, παράγεται αδικοπρακτική ευθύνη του, η οποία βαρύνει κατ' άρθρο 922 ΑΚ και τους δύο αντιπροσωπευομένους, ακόμη και αν η ζημιογόνος ενέργεια του πρώτου συνίσταται στην από αυτόν παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος αγοράς μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου που κατέβαλε σ' αυτόν ο επενδυτής, αντί στον θεματοφύλακα του άρθρου 30 παρ. 1 Ν. 1969/91, αφού στην περίπτωση αυτήν ο αντιπρόσωπος καταχράται την υπηρεσία του υπερβαίνοντας τα καθήκοντά του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ρητή απαγόρευση εκ του νόμου της είσπραξης τιμήματος διαθέσεως μεριδίων για λογαριασμό της εταιρείας διαχείρισης, η κατάχρηση δε αυτή δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς τη συμβατική ανάθεση σ' αυτόν της ευθύνης διάθεσης των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4987/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η τρίτη εναγομένη Ε1 που στην παρούσα δίκη δεν είναι διάδικος, δυνάμει του από 7-3-1990 συμφωνητικού συνεργασίας παραγωγού ασφαλίσεων, ανέλαβε το έργο της διαμεσολάβησης μεταξύ αυτής και τρίτων για τη σύναψη ασφαλίσεων αυτών με την πρώτη εναγόμενη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ δυνάμει του από 9.5.1991 συμφωνητικού παραγωγικής συνεργασίας, ανέλαβε το έργο της διαμεσολάβησης μεταξύ αυτής και τρίτων για την πώληση σ' αυτούς μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία διαχειρίζεται η δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων. Στο τέλος Φεβρουαρίου 1996, η τρίτη εναγόμενη έπεισε την ενάγουσα να καταστεί μεριδούχος των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν η δεύτερη εναγόμενη, αφού προηγουμένως την διαβεβαίωσε ότι η, κατά τον τρόπο αυτό, επένδυση των χρημάτων της θα ήταν ιδιαίτερα επικερδής. Για το σκοπό αυτό, την 4-3-1996, η ενάγουσα κατέβαλε στην τρίτη εναγόμενη, σε μετρητά, το χρηματικό ποσό των 6.000.000 δραχμών. Ακολούθως, την 6-3-1996, κατόπιν υπόδειξης της τρίτης εναγόμενης, η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση απευθυνόμενη στην δεύτερη εναγομένη για την αγορά μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ στο όνομά της, καθώς και στο όνομα του συζύγου της ..., η τρίτη δε εναγομένη την διαβεβαίωσε ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό είχε ήδη καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό του εν λόγω αμοιβαίου κεφαλαίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη δεν προέβη για λογαριασμό της ενάγουσας σε αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ποσό των 6.000.000 δραχμών, το οποίο αρνείται να της αποδώσει, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτή (η ενάγουσα) ισόποση περιουσιακή ζημιά. Για την υπεξαίρεση δε, μεταξύ άλλων, και των χρημάτων της ενάγουσας, η τρίτη εναγόμενη κηρύχθηκε ένοχη δυνάμει της υπ' αριθ. 1517/2001 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και της επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ αφενός μεν της τρίτης εναγομένης, αφετέρου δε των πρώτης και δεύτερης εναγομένων υπήρχε σχέση πρόστησης, ότι κατά την τέλεση εκ μέρους της τρίτης εναγομένης της ένδικης δικαιοπραξίας τελούσε αυτή υπό τις εντολές και οδηγίες τους και ότι η ζημία της ενάγουσας προκλήθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που της είχαν αναθέσει. Ειδικότερα, όπως ρητά αναφέρεται στα προαναφερόμενα από 7-3-2000 και 9-5-2001 συμφωνητικά, η σχέση που συνέδεε την τρίτη εναγομένη με τις πρώτη και δεύτερη εναγόμενες δεν αποτελούσε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, αυτές είχαν ως αντικείμενο τη δραστηριότητα της τελευταίας που κατευθυνόταν στο να προκαλέσει το ενδιαφέρον των τρίτων να ασφαλιστούν στην πρώτη εναγομένη (δυνάμει του πρώτου συμφωνητικού) και να αγοράσουν μερίδια από τα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειρίζεται η δεύτερη εναγομένη (δυνάμει του δεύτερου συμφωνητικού). Την επίτευξη των στόχων αυτών η τρίτη εναγομένη επεδίωκε χωρίς να τελεί σε εξάρτηση από τις λοιπές εναγόμενες και χωρίς αυτές να δικαιούνται να της δίνουν εντολές ή οδηγίες. Όπως δε χαρακτηριστικά αναφέρεται στα κεφάλαια A3 και Α2, αντίστοιχα, των προαναφερομένων συμφωνητικών, η τρίτη εναγομένη ήταν ανεξάρτητη να ρυθμίζει ότι έχει σχέση με το έργο της γενικά και ιδιαίτερα με τον τόπο, χρόνο και τόπο που παρεχόταν, κατά την κρίση της. Είναι, επομένως, προφανές ότι συμβάσεις με αυτό το περιεχόμενο, όπου το ενδιαφέρον των μερών επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στο αποτέλεσμα της δραστηριότητας του αντισυμβαλλομένου (που εδώ ήταν η έναντι αμοιβής εκ ποσοστού επί προμήθειας που ελάμβανε η τρίτη εναγομένη, προσέλκυση ασφαλιζομένων και μεριδούχων, αντίστοιχα), η οποία δραστηριότητα αναπτυσσόταν με απόλυτη πρωτοβουλία της παραγωγού, χωρίς αυτή να υπόκειται στον έλεγχο, τις οδηγίες, τη διεύθυνση ή την εποπτεία των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων και γενικά χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία μορφή εξάρτησης, αποτελούν συμβάσεις μίσθωσης έργου. Όπως δε γίνεται παγίως δεκτό, στη μίσθωση έργου δεν υπάρχει σχέση πρόστησης, εκτός εάν ο εργοδότης επεφύλαξε υπέρ αυτού το δικαίωμα διεύθυνσης του έργου, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση".

Το Εφετείο με τα προαναφερθέντα δέχθηκε: 1) τη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της πιο πάνω Ε1 σχέση αλυσιδωτής επάλληλης αντιπροσώπευσης στην ανεύρεση επενδυτών προς τον σκοπό της διάθεσης σ' αυτούς από τις αναιρεσίβλητες μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με τη συνδρομή χαρακτηριστικών γεγονότων για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας της πρόστησης, δηλαδή της ύπαρξης ρητής απαγόρευσης εκ του νόμου στο πρόσωπο της αντιπροσώπου Ε1, κατά την εκπλήρωση των ανατεθέντων σ' αυτήν καθηκόντων, στο να εισπράξει το τίμημα αγοράς των μεριδίων και την υποχρέωση της ίδιας αντιπροσώπου στο να τηρεί την ίδια απαγόρευση στην λειτουργία της ίδιας σχέσης αντιπροσωπείας, και ότι αυτή η σχέση δημιουργήθηκε και στηρίχθηκε στην προϋπάρχουσα μεταξύ των εναγομένων σχέση ασφαλειομεσιτείας και παράλληλα και ανεξάρτητα προς αυτήν, 2) την ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια της ως άνω αντιπροσώπου, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ της παράνομης ιδιοποίησης με προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά των χρηματικών ποσών που παρέδωσε σ' αυτήν η αναιρεσείουσα, για την περαιτέρω παράδοσή τους στη συνέχεια στην αναιρεσίβλητη θεματοφύλακα έναντι της τιμής διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, την αγορά των οποίων παράγγειλε αμέσως προ της καταβολής των χρημάτων επίσης μέσω της πιο πάνω αντιπροσώπου των αναιρεσιβλήτων, 3) ότι η πιο πάνω ενέργεια της αντιπροσώπου στο σύνολό της νοουμένη, δηλαδή ενημέρωση, και υπόδειξη ως προς την αναιρεσείουσα για την υποβολή της αίτησης, έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί και βρίσκεται σε συνάφεια προς αυτήν και τα καθήκοντά της (διαμεσολάβηση για την ανεύρεση επενδυτών προς διάθεση σ' αυτούς των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων καθώς και ενημέρωσή τους, συμπλήρωση των απαραιτήτων αιτήσεων, και παραλαβή και διαβίβασή τους στην αναιρεσείουσα) πλέον των καθηκόντων του ασφαλειομεσίτη. Αναφορικά δε, ειδικά προς την είσπραξη των χρημάτων εκ μέρους της αντιπροσώπου (τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε), δέχθηκε περαιτέρω η προσβαλλομένη εκ των πραγμάτων, σε συνδυασμό με τις λοιπές παραδοχές της, ότι τελέσθηκε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας της αυτής, επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων της από την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυε τότε. Με αυτά, όμως, τα περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη, η σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων εταιρειών (μητρικής και θυγατρικής) και της αντιπροσώπου τους Ε1, που αδικοπράγησε σε βάρος της αναιρεσείουσας, έχει τα χαρακτηριστικά της πρόστησης με το πιο πάνω εσωτερικό περιεχόμενό της, αλλά και η σχέση αυτή σε συνδυασμό με τη θέση, τις ευκαιρίες και τα μέσα που παραχωρήθηκαν εξ αφορμής της στην αδικοπραγήσασα αντιπρόσωπο, υπήρξαν το αναγκαίο μέσο για την παράνομη αυτήν είσπραξη και την επακολουθήσασα ιδιοποίηση, η οποία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την προηγηθείσα και λειτουργήσασα στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβατική σχέση της αντιπροσωπείας που βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την έννοια της σχέσης αυτής ως πρόστησης. Με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, με τις οποίες απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία επίσης είχε απορριφθεί η αγωγή της, με την βασική αιτιολογία ότι στη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της Ε1 έγγραφη σύμβαση η σχέση που τις συνέδεε κατά τη διάθεση των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων χαρακτηριζόταν ως σύμβαση ανεξαρτήτως υπηρεσιών, το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 του ΑΚ, ως προς την έννοια της πρόστησης, προσδίδοντας σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, αλλά και εκ πλαγίου γιατί η ίδια απόφαση στο αποδεικτικό της πόρισμα δεν έχει την αναγκαία νομική βάση, αφού τα εκτιθέμενα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε δηλαδή για την απόρριψη της έφεσης και της αγωγής της αναιρεσείουσας για έλλειψη των στοιχείων της πρόστησης. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου κατά τα αντίστοιχα μέρη του με τα οποία αποδίδονται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και όχι επί πλέον και του αριθμού 8 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, κρίνονται βάσιμα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες ως ηττώμενες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 4987/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ