Legislator Case Law & Legislation
330/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's refusal of death benefit due to lack of employment proof.

Case Number 330/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the widow's appeal against the First Instance Court's decision to reject her claim for death benefits. The court found the lower court correctly interpreted the Civil Code, ruling that the deceased husband's employment history prior to his death satisfied the legal requirements for the claim. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591 et seq., 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appellate court must uphold a first instance decision denying a death benefit claim if the lower court correctly applied substantive law regarding the deceased's employment status prior to death, rejecting arguments that require proof of specific employer or current salary.

Keywords

AI generated
death benefit claim insurance company liability employment status proof appellate review standard Civil Code interpretation legal costs award unfounded appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 297 para. a', 928 para. b', 1389 and 1390 of the Civil Code
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 330 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 330/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. (M.) χας Ζ. (Z.) Ν. (N.), του Κ. (K.), κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από ... αγωγή άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1353/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6054/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 29-10-2021 (αρ. κατ. 8418/1047/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6054/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 6054/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Η ήδη αναιρεσείουσα M. χήρα Z. N. και τα τέκνα της A. N., A. N. και E. N., άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ένδικη, από ... και με αρ. κατ. 34287/2002/2016 αγωγή τους, κατά του (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Α. Τ. και της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, επικαλούμενοι ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη, με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκίνητο, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό του Z. N., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ζήτησαν, άπαντες μεν, να επιδικασθεί υπέρ αυτών χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιπλέον δε, η πρώτη ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν, ως αποζημίωση λόγω στερήσεως της διατροφής που δικαιούτο από το θανόντα σύζυγό της, κατά το χρονικό διάστημα από ...

και για 25 έτη, το ποσό των 120.000 ευρώ εφάπαξ, άλλως το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως. Το ως άνω δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1353/2017 απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το περί αποζημιώσεως, λόγω στερήσεως διατροφής, αίτημα της πρώτης ενάγουσας και, κατά τα λοιπά, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε υπέρ των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντίθετες εφέσεις, μετά από συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6054/2019 απόφαση, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 1353/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δίκασε επί της ουσίας την από ...

και με αρ. κατ. 34287/2002/2016 αγωγή και, αφού απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα περί αποζημιώσεως λόγω στερήσεως διατροφής, δέχτηκε, κατά τα λοιπά, εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε υπέρ των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ποσά μικρότερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ήδη η M.

χήρα Z.. N. με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμο το αίτημά της για αποζημίωση λόγω στερήσεως διατροφής.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' του Α.Κ., κατ` εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανατώσεως προσώπου, υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του το δικαίωμα αυτό.

Η αξίωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν, αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει. Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλλει ο θανατωθείς, στο δικαιούχο της διατροφής.

Από την ίδια ως άνω διάταξη (άρθρο 928 εδ. β` Α.Κ.) συνάγεται, ότι η αξίωση αποζημιώσεως του επιζώντος συζύγου στοχεύει γενικώς στην αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υφίσταται εξαιτίας του ότι, με το θάνατο του άλλου συζύγου, επέρχεται απόσβεση της αξιώσεως για συμβολή στις ανάγκες της οικογενείας που ο σύζυγος είχε από το νόμο.

Για να ευρεθεί, όμως, το περιεχόμενο της αποζημιώσεως, επιβάλλεται να γίνει προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στη διατροφή του συζύγου (άρθρο 1389 και 1390 του Α.Κ.), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβιώσεως, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου.

Κρίσιμος, για τον υπολογισμό της, με το ανωτέρω περιεχόμενο, αποζημιώσεως, είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος, κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και της πιθανής εξελίξεως των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 796/2020, ΑΠ 1637/2018, ΑΠ 124/2017).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημιώσεώς της, λόγω στερήσεως της διατροφής που δικαιούτο από τον τραυματισθέντα θανάσιμα σύζυγό της, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου και δεύτερος λόγος) και εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες (πρώτο σκέλος πρώτου λόγου), τις διατάξεις των άρθρων 297 εδ.

α', 928 εδ. β', 1389 και 1390 του Α.Κ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''...αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος αλλά και τον αμέσως προηγούμενο χρόνο δεν εργαζόταν.

Οι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής, σύζυγος (ήδη αναιρεσείουσα) και τέκνα του, εξέθεταν ότι ο θανών εργαζόταν ως οικοδόμος, γεγονός που δεν επιβεβαιώθηκε από τις αποδείξεις. Ούτε, άλλωστε, αναφέρθηκε ή αποδείχθηκε πειστικά για το Δικαστήριο συγκεκριμένος εργοδότης που απασχολούσε τον παθόντα, εργασία και ημερομίσθιο που ο θανών ελάμβανε κατά τον ίδιο χρόνο ή επρόκειτο να λάβει στο άμεσο μέλλον.

Κατά τα προηγούμενα έτη και πάντως μέχρι το Φεβρουάριο 2012, που είναι η τελευταία θεώρηση του βιβλιαρίου υγείας του, ο θανών εργαζόταν περιστασιακά και σε διάφορους εργοδότες. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται πειστικά από τις καταθέσεις του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρος και της εξέτασης της κόρης του θανόντος ..., οι καταθέσεις των οποίων είναι αόριστες και ασαφείς ως προς το αν ο παθών εργαζόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ή και πριν από αυτόν.

Ο εξετασθείς μάρτυρας των εναγόντων, Ι. Τ., γνωστός του ενάγοντος υιού του θανόντος, A., όπως κατέθεσε ο ίδιος, δεν γνώριζε τον θανόντα ούτε τις ακριβείς επαγγελματικές του ασχολίες, ανέφερε ότι ο παθών ασχολείτο με σιδηροκατασκευές, ενώ στην αγωγή αναφέρεται ότι ήταν οικοδόμος. Η κόρη του, που εξετάσθηκε πρωτοδίκως, ανέφερε ότι ο πατέρας της δεν είχε μόνιμη εργασία, ότι έκανε διάφορες δουλειές, σιδηροκατασκευές, μεταλλικές κατασκευές, αλλά εργαζόταν και σε χωράφια, γεγονός που επιβεβαιώνει την περιστασιακή του απασχόληση, χωρίς να αναφέρει όμως αν αφορά τον χρόνο του ατυχήματος ή το παρελθόν, ενώ δεν γνώριζε το ύψος των αμοιβών του, το οποίο διαφοροποιείτο, όπως κατέθεσε, ανάλογα με την περίπτωση.

Εξάλλου, και στην έκθεση αυτοψίας των οργάνων της Τροχαίας Πατρών, όπου καταγράφονται τα στοιχεία του θανόντος, με βάση πληροφορίες που ελήφθησαν από συγγενείς, αναφέρεται ο τελευταίος ως άνεργος, η δε ενάγουσα σύζυγος δεν λαμβάνει, σύμφωνα με την αγωγή της, σύνταξη, λόγω του θανάτου του συζύγου της, από κάποιον ασφαλιστικό οργανισμό.

Κατά συνέπεια, το αίτημα της συζύγου του θανόντος ..., για αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής που ο τελευταίος της κατέβαλλε κατά το χρόνο του θανάτου του, ως αξίωση από το νόμο στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσης, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο...". Δηλαδή, το Εφετείο έκρινε ότι ο θανών σύζυγος της αναιρεσείουσας, μέχρι και το Φεβρουάριο του 2012, εργαζόταν περιστασιακά, σε διάφορους εργοδότες, έκτοτε όμως και μέχρι και το χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, στις ..., (που είναι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της λόγω διατροφής αποζημιώσεως του επιζώντος συζύγου), δηλαδή επί μία και πλέον διετία, δεν εργαζόταν και, για το λόγο αυτό, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το σχετικό κονδύλιο της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297 εδ. α', 928 εδ. β', 1389 και 1390 του Α.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το δικαστήριο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί απορρίψεως του σχετικού αγωγικού αιτήματος της αναιρεσείουσας, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αξίωσης αποζημιώσεως μετά τη θανάτωση του συζύγου, όπως αυτό προεκτέθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη.

Από τις ίδιες ως άνω παραδοχές, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει με επάρκεια και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Οι περιεχόμενες στους ως άνω λόγους αναιρέσεως περαιτέρω αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, για τη θεμελίωση της ως άνω αξιώσεως της αναιρεσείουσας για αποζημίωση λόγω στερήσεως της διατροφής της, δεν αρκέστηκε στην, κατά το χρόνο του θανάτου του, πραγματική δυνατότητα του συζύγου της να αποκτήσει εισοδήματα από την εργασία του, αλλά απαίτησε περισσότερα από αυτά στα οποία αρκούνται οι ως άνω διατάξεις, ειδικότερα δε ότι απαίτησε να αποδειχθεί:

α) ο συγκεκριμένος εργοδότης, στον οποίο απασχολείτο ο σύζυγός της, η συνεχής πραγματική του εργασία και συγκεκριμένο ημερομίσθιο που απεκόμιζε και 2) η κατοχή θεωρημένου βιβλιαρίου υγείας, είναι απορριπτέοι, ενόψει του ότι Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, περί απορρίψεως του ως άνω αγωγικού αιτήματος της αναιρεσείουσας, στο γεγονός ότι ο θανών δεν εργαζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του, αλλά και για μία και πλέον διετία πριν από αυτόν, ως ενισχυτικό δε επιχείρημα της ανωτέρω παραδοχής του, που άντλησε από το αποδεικτικό υλικό, αναφέρθηκε στα ως άνω στοιχεία (μη απόδειξη του προσώπου του εργοδότη και μη κατοχή θεωρημένου βιβλιαρίου υγείας).

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2021 (αρ. κατ. 8418/1047/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6054/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ