Appeal dismissed against absent defendants; remanded regarding third defendant's claim acceptance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal discussion inadmissible regarding the first two defendants due to their absence and lack of summons. The court found the appeal arguments against them were vague and not contained in the original intervention document. Consequently, the appeal was allowed only concerning the third defendant, remanding the case for further trial while awarding costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 C.PolD; Art. 176, 183, 191 para. 2, 495 para. 3 C.PolD: The Supreme Court must examine sua sponte the legality of summons for absent defendants; if the appeal arguments against absent parties are vague or not contained in the original intervention, the appeal discussion against them is inadmissible, while the appeal may be allowed regarding present parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 330 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 330/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Μ. Γ., το γένος Θ. και Κ. Ρ., κατοίκου ... Κορινθίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Μακαρώνα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. (S.) Λ. Τ. (L. Z.) του Κ., 2) Γ.-Μ. (J. M.) Τ. (Z.) του Χ., κατοίκων ... Ελβετίας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 3) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ... Κορινθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Αργυρού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.02.2012 αγωγή του ήδη Γ’ αναιρεσιβλήτου, την από 11.02.2013 αγωγή, την από 08.03.2013 ανακοίνωση δίκης των Α’ και Β’ ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 10.03.2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 399/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16.11.2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Κατ’ άρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τη σειρά του πινακίου κατά την ανωτέρω δικάσιμο (μετ’ αναβολή από 08.01.2020) απουσίασαν οι αναιρεσίβλητοι πρώτος και δεύτερη, για τους οποίους η (μη καταθέσασα προτάσεις) αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, (ούτε άλλωστε προκύπτει), ότι αυτοί κλητεύθηκαν για να παραστούν. Η δε μη κλήτευσή τους ανάγεται και στην πιο πάνω αρχική δικάσιμο, αιτία για την οποία (με ταυτόχρονη επίκληση τότε και της ασθένειας του και νυν πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας) αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο. Γι’ αυτό, ως προς τους απολειπόμενους αυτούς αναιρεσίβλητους πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η οποία πλέον, θα ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, μόνο κατά το μέρος που αφορούν την αναιρεσείουσα και τον τρίτο αναιρεσίβλητο.
[ΙΙ] Η (κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας) διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής:
Ο τρίτος αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου διεκδικητική αγωγή για το ιδανικό 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιό του επί του επιδίκου ακινήτου κατά των πρώτου και δεύτερης αναιρεσίβλητων.
Οι τελευταίοι είχαν ανακοινώσει τη δίκη στην αναιρεσείουσα - εναγόμενη (εναντίον της οποίας είχαν ασκήσει επίσης αγωγή ακύρωσης της συμβολαιογραφικά συναφθείσας ανάμεσα σε αυτούς και την αναιρεσείουσα αγοραπωλησία του επιδίκου και αποζημίωσής τους), η οποία στη συνέχεια άσκησε πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου συνεκδίκασε (ερήμην της εναγόμενης) τα πιο πάνω δικόγραφα με την 34/2015 οριστική του απόφαση και δέχτηκε τις δύο αγωγές.
Το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλομένη, κατ’ έφεση της αναιρεσείουσας και με εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, δέχτηκε (και) στην ουσία την έφεση, συνεκδίκασε τα δικόγραφα των αγωγών και της πρόσθετης παρέμβασης, απέρριψε δε αυτή και δέχτηκε τις αγωγές (των αναιρεσίβλητων).
Η αναιρεσείουσα άσκησε κατ’ αυτών την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 399/2016 απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Όμως, η έρευνα της υπόθεσης θα περιοριστεί σε σχέση με την αγωγή του τρίτου αναιρεσίβλητου και την πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ως προς τους απολειπόμενους 1ο και 2η αναιρεσίβλητους πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
[ΙΙΙ] Από το συνδυασμό των άρθρων 76 παρ.1, 80, 82 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο υπάρχει όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης (ΟλΑΠ 28/07). Η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου, του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή (ΑΠ 701/09). Περαιτέρω, τα (αναιρετικά) παράπονα που μπορεί αυτός (προσθέτως παρεμβαίνων) να προβάλει αφορούν (μόνο) στην απόρριψη της παρέμβασής του (βλ. ΟλΑΠ 7/91).
[IV] Από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, που προβλέπει ότι εκείνος, που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα (κινητό ή ακίνητο), γίνεται κύριος, προκύπτει ότι δύο είναι οι προϋποθέσεις για τη κτήση της κυριότητας του πράγματος με τα προσόντα της έκτασης χρησικτησίας: Ήτοι: (α) το χρονικό διάστημα της εικοσαετίας και (β) η άσκηση της νομής (φυσικής εξουσίας με διάνοια κυρίου), κατά τη διαδρομή και συμπλήρωση του χρονικού αυτού διαστήματος (των είκοσι ετών)
[V] Ο από τον αρ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά τον αρ.19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης ενδέχεται να προβάλλουν τις προειπωθείσες πλημμέλειες, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττουν, (υπό το πρόσχημα των πλημμελειών αυτών), την περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
[VI] Η προσβαλλόμενη, 399/2016, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου επιτρεπτώς επισκοπείται ως εξής:
«| Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα του ενάγοντα της από 02.02.2012 αγωγής Π. Α. και του μάρτυρα των εναγόντων της από 11.02.2013 αγωγής Ι. Γ., που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, και της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα της προσθέτως παρεμβαίνουσας εκκαλούσας Γ. Γ. του Μ., που νομότυπα εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, καθώς και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 01.04.1953 απεβίωσε στο ... Κορινθίας ο Γ. Γ. του Γ., ο οποίος κατέλιπε την από 08.03.1953 ιδιόγραφη διαθήκη του, που νομίμως δημοσιεύτηκε με το υπ'αριθμ. …/22.4.1953 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με τη διαθήκη του αυτή ο ανωτέρω άφησε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στη σύζυγο του Κ. Γ., το γένος Μ. Δ., χωρίς όμως το δικαίωμα πωλήσεως αυτής και με την υποχρέωση να τη διανείμει κατά την κρίση της στα παιδιά τους. Στην ακίνητη περιουσία του Γ. Γ. συμπεριλαμβάνετο και ένας αγρός, τεσσάρων περίπου στρεμμάτων, μετά των επ'αυτού ελαιοδέντρων, στη θέση "..." στην ... της δημοτικής κοινότητας ...-... του δήμου ... - .... Έτσι, το έτος 1954 τα τέκνα του Γ. Γ., συναινούσης και της μητρός τους, διένειμαν μεταξύ τους προφορικά και άτυπα την κληρονομιαία περιουσία του πατρός τους και ο ανωτέρω αγρός περιήλθε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στους Δ. Γ. του Γ. και Μ. Γ. του Γ..
Το έτος 1991 απεβίωσε ο Μ. Γ. του Γ., ο οποίος κληρονομήθηκε κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου αγρού από τη σύζυγο του Μ., το γένος Θ. Ρ., και τα τέκνα του. Ο επίδικος αγρός των τεσσάρων περίπου στρεμμάτων περιήλθε στην κυριότητα του Γ. Γ. ως κληρονομιά της κατά το έτος 1936 εξ αδιαθέτου αποβιωσάσης μητρός του Β. συζ. Γ. Γ.. Η αρχική συνολική έκταση του αγρού στη θέση "..." που είχε στην κυριότητά της η Β. συζ. Γ. Γ. ανερχόταν σε οκτώ στρέμματα. Μετά το θάνατο της, το έτος 1936, τα δύο τέκνα της, ο Γ. Γ. (πατέρας του Δ. Γ.) και ο Κ. Γ., διένειμαν μεταξύ τους προφορικά και άτυπα τον αγρό, ώστε καθένας τους να νέμεται και να κατέχει διαιρετό κομμάτι τεσσάρων στρεμμάτων περίπου και ο μεν Γ. Γ. έλαβε το προς βορά τμήμα του ως άνω μεγαλύτερου αγρού, ο δε αδελφός του Κ. Γ. έλαβε το υπόλοιπο προς νότο τμήμα του μεγαλύτερου αγρού.
Το έτος 2011 η Μ. χα Μ. Γ., το γένος Θ. Ρ., δυνάμει του υπ'αριθμ. .../25.2.2011 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λουτακίου Παναγιώτη Θεόδ. Γεωργόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα τον επίδικο αγρό των τεσσάρων περίπου στρεμμάτων στους Σ. (S.) Λ. Τ. (L. Z.) του Κ. και Γ.- Μ. (J. M.) Τ. (Z.) του Χ., σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα.
Στο εν λόγω συμβόλαιο ο επίδικος αγρός εμφανίζεται συνολικής έκτασης 4.090,67 τ.μ. σύμφωνα με το από Ιανουαρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Σ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο εν λόγω συμβόλαιο, και ορίζεται βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Κ., νότια εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία Α.
Γ., ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Σ. και δυτικά με ιδιοκτησία Α. Γ.. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το από Σεπτεμβρίου του 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Κ., κατ' εντολή του Δ. Γ., ο επίδικος αγρός έχει συνολικό εμβαδό 3.958,60 τ.μ. και εμφαίνεται να συνορεύει βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς με ιδιοκτησία Ι.
Κ., ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς με ιδιοκτησία Σ. Σ., νότια επί τεθλασμένης πλευράς με ιδιοκτησία Α. Γ. και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς με ιδιοκτησία Α. Γ.. Από την πώληση του επίδικου αγρού η Μ. χα Μ. Γ. εισέπραξε το ποσό των 280.000 ευρώ. Στο εν λόγω συμβόλαιο η πωλήτρια Μ. χα Μ. Γ. δήλωσε ότι ο επίδικος αγρός ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της και ότι περιήλθε σε αυτήν εν μέρει από προφορική και άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα της Θ.
Ρ. πριν το έτος 1980 και ότι εν τέλει έγινε αυτή κυρία του αγρού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και εν μέρει δυνάμει του υπ'αριθμ. .../2008 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αντωνίου Ρομπόκου, νομίμως μεταγεγραμμένου, με το οποίο συμβόλαιο μεταβίβασε λόγω ανταλλαγής στον Α. Γ. του Κ.
από τον αγρό της των 4.090,67 τ.μ. τμήμα αυτού διαιρετά στο νότιο μέρος του όλου, εκτάσεως 180 τ.μ., και έλαβε στην αποκλειστική της κυριότητα, λόγω ανταλλαγής, από τον Α. Γ. από έναν αγρό του έκτασης 8.288,22 τ.μ. τμήμα διαιρετώς στο δυτικό μέρος του όλου, εκτάσεως του τμήματος αυτού 180 τ.μ.
Ακόμη, αναφορικά με τον επίδικο αγρό προκύπτει ότι η Μ. χα Μ. Γ. έχει προβεί στις κάτωθι ενέργειες:
1) κατ' εντολή της το μήνα Ιούλιο του έτους 2006 ο τοπογράφος Ε. Γ. προέβη σε σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, που απεικόνιζε τον αγρό αποκλειστικά δικό της,
2) την 21.01.2008 υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Κορίνθου την υπ'αριθμ. …/2008 δήλωση χρησικτησίας του αγρού και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο χρησικτησίας ποσού 5.511,10 ευρώ,
3) την 25.01.2008 προέβη στη σύνταξη του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου ανταλλαγής τμημάτων αγροτικών ακινήτων του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αντωνίου Ρομπόκου, με βάση το από Ιανουαρίου του έτους 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Π., το οποίο συντάχθηκε για λογαριασμό του Α. Γ.,
4) την 13.01.2011 με το υπ'αριθμ..../2011 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Παναγιώτη Γεωργόπουλου συνέστησε σε βάρος του όλου αγρού δουλεία διόδου, πλάτους 3,5 μέτρων, υπέρ του Α. Μ. του Γ. καθ' όλο το μήκος της της δυτικής του πλευράς, συνολικού εμβαδού 446,68 τ.μ., ως η λωρίδα αυτή απεικονίζεται στο με ημερομηνία Φεβρουαρίου του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Σ..
Όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, από την επισκόπηση των συνολικά προσκομιζομένων συμβολαιογραφικών εγγράφων και τοπογραφικών συγγραμμάτων προκύπτει ότι ουδέποτε ο επίδικος αγρός ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του Θ. Ρ., πατέρα της Μ. χας Μ. Γ.. Όπως προαναφέρθηκε, η αρχική συνολική έκταση του αγρού στη θέση "..." που είχε στην κυριότητά της η Β. συζ. Γ. Γ. ανερχόταν σε οκτώ περίπου στρέμματα, μετά δε το θάνατο της, το έτος 1936, τα δύο τέκνα της, ο Γ. Γ. και ο Κ. Γ., διένειμαν άτυπα τον όλο αγρό. Το διαιρετό τμήμα των τεσσάρων περίπου στρεμμάτων του όλου αγρού που έλαβε ο Κ. Γ. με το υπ'αριθμ..../20.3.1961 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Περικλή Νικολακόπουλου το συνέστησε ως προίκα υπέρ της κόρης του Μ. Γ. και του συζύγου της Π. Δ. του Ι.. Στο εν λόγω συμβόλαιο η περιγραφή του αγρού ως προς τα όριά του περιγράφεται ως εξής :
« […] Ένα ελαιοτεμάχιόν του εκτάσεως έξι (6) στρεμμάτων μετά των εν αυτή είκοσι ελαιοδένδρων [...] κείμενο εις θέση "..." της περιφέρειας ... του Δήμου ... ..., οριζόμενον γύρωθεν ανατολικώς με Π. Π., βορείως με Χ. Κ., νοτίως με Χ. Β. και δυτικώς με Κ. Γ., περιελθόντως αυτώ εκ κληρονομιάς της κατά το 1936 αποβιωσάσης μητρός του Β. χας Γ. Γ. [...]».
Σημειώνεται ότι το τοπωνύμιο "..." αντιστοιχεί στο τοπονύμιο "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του δήμου ... - ... - ... (βλ. το υπ'αριθμ.πρωτ. .../2016 έγγραφο του ως άνω δήμου). Στη συνέχεια, ο προικολήπτης Π. Δ. πώλησε τον αγρό στον Π. Ζ. του Α. δυνάμει του υπ'αριθμ. .../29.8.1966 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Π. Ν., νομίμως μεταγραφέντος. Στο αγοραπωλητήριο αυτό συμβόλαιο υπάρχει η κάτωθι περιγραφή: « […] έναν αγρόν του /ελαιοτεμάχιον/ εκτάσεως, κατά μεν τον τίτλο κτήσεως εξ (6) στρεμμάτων, κατά γενομένην όμως προσφάτως καταμέτρησιν ευρέθη και είναι εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων (4.200) τετραγωνικών μέτρων, μετά των εν αυτώ ένδεκα (11) ελαιοδένδρων, καρποφόρων και μη, κείμενο εις θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ... ..., οριζόμενον υπό τα σημερινά αυτού όρια, ανατολικώς με Β. Μ., δυτικώς με Ι. Ρ., βορείως με Μ. Γ. και νοτίως με Χ. Β., όστις αγρός περιήλθε εις τον πωλητή εκ προικός της συζύγου του Μ. το γένος Κ. Γ. Γ. δυνάμει [...]».
Εν συνεχεία, την 08.06.1990, ο αγοραστής Π. Ζ. με τη σειρά του πώλησε τον αγρό στον Κ. Λ. Π. και τη σύζυγο του Ι. το γένος Γ. Σ. με το υπ'αριθμ. .../1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Παναγιώτη Γεωργόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Στο συμβόλαιο αυτό ως προς τα όρια και την έκταση του αγρού αναφέρεραι ότι « […]βρίζεται στη θέση "..." της κτηματικής επριφέρειας ..., ο οποίος έχει έκταση τέσσαρες χιλιάδες εκατόν εξήντα τρία (4.163) μέτρα τετραγωνικά, φαίνεται στο από Οκτωβρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτωνα Μηχανικού Τ.
Κ., το οποίο προσαρτάται στο συμβόλαιο αυτό και ορίζεται Βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Γ., Νότια με ιδιοκτησία Χ. Β., Ανατολικά εν μέρει με δρόμο πλάτους τριών (3) μέτρων και πέρα από αυτόν με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Δ. και εν μέρει με αγροτική οδό και πέραν από αυτήν με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων Ι. Μ. και ήδη Γ.
Κ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Ρ.. Ο αγρός αυτός είχε αρχική έκταση μέτρα τετραγωνικά τέσσαρες χιλιάδες διακόσια εξήντα (4.260), από την οποία έκταση ο Πωλητής αυτός, Π. Ζ., λωρίδα εδάφους πλάτους ενός και μισού (1,5) μέτρου και σε επαφή με την ιδιοκτησία Ι. Δ. και εμβαδού μέτρων τετραγωνικών ενενήντα επτά (97) άφησε σε κοινή χρήση και έτσι εναπέμεινε η άνω έκταση των μέτρων τετραγωνικών τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εξήντα τριών (4.163), ο δε Ι.
Δ. άφησε και αυτός σε κοινή χρήση από τον αγρό του άλλη λωρίδα εδάφους πλάσης ενός και μισού (1,5) μέτρων και έτσι δημιουργήθηκε η αγροτική οδός πλάτους τριών (3) μέτρων […]».
Στο συμβόλαιο αυτό, στο οποίο για πρώτη φορά προσκομίζεται τοπογραφικό διάγραμμα, αναφέρεται ότι το προς βορρά σύνορο του πωλούμενου αγρού συνορεύει με ιδιοκτησία Μ. Γ., η ίδια δε αναφορά υπάρχει και στο αμέσως προηγούμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ενώ στο αρχικό προικοσύμφωνο το σύνορο (αν και αναφέρεται εσφαλμένα ως δυτικό σύνορο) αναφέρεται ως ιδιοκτησία της Κ. Γ., μητέρας του Μ. Γ.. Πουθενά δεν αναφέρεται ως σύνορο η ιδιοκτησία Θ. Ρ.. Εάν ήταν αληθή τα αναγραφόμενα στο υπ'αριθμ..../2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο οι Σ. (S.) Λ. Τ. (L. Z.) του Κ. και Γ.- Μ. (J. M.) Τ. (Z.) του Χ. έγιναν συγκύριοι του επίδικου αγρού, ότι δηλ. η δικαιοπάροχος τους Μ. χα Μ. Γ. απέκτησε τον αγρό από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα της πριν το έτος 1980, τούτο θα έπρεπε να αποτυπώνεται στο σε ανύποπτο χρόνο συνταχθέν τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού Τ. Κ., που το συνέταξε το μήνα Οκτώβριο του έτους 1989.
Ισχυρίζεται η Μ. χα Μ. Γ. ότι στα υπ'αριθμ. .../29.8.1966 και .../1990 συμβόλαια ως συνορίτης φαίνεται μόνον ο σύζυγος της Μ. Γ. ακριβώς διότι παραδόθηκε το ακίνητο στη νομή και κατοχή του από τον πατέρα της και ανέλαβε τούτο για λογαριασμό της ως προικολήπτης - σύζυγος. Όμως, και αληθού του ισχυρισμού τούτου δεν δικαιολογείται πως στο απώτερο υπ'αριθμ..../20.3.1961 προικοσυμβόλαιο αναφέρεται ως συνορίτης η Β. Γ., κι όχι ο Θ. Ρ., αφού ακόμη δεν είχε δοθεί ως προίκα στη θυγατέρα του. Ο έτερος δε ισχυρισμός της Μ. χας Μ. Γ. ότι το ακίνητο που ο Κ. Γ. το έτος 1961 έκανε προίκα στη θυγατέρα του στην πραγματικότητα ήταν της συζύγου του Ε., το γένος Ζ., δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Περαιτέρω, η ευρισκόμενη στην ανατολική πλευρά του επιδίκου ακινήτου λωρίδα εδάφους εκτάσεως 446,68 τ.μ., η οποία αναφέρεται στο υπ'αριθμ. .../25.2.2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως δουλεία διόδου, η οποία ενάμισυ περίπου μήνα πριν είχε συσταθεί με την υπ'αριθμ..../2011 συμβολαιογραφική πράξη, δεν αποτελούσε τμήμα του επιδίκου ακινήτου.
Το ίδιο αυτό τμήμα σε παλαιότερο τοπογραφικό διάγραμμα, προσαρτημένο στο με αριθμό .../2008 συμβόλαιο ανταλλαγής τμημάτων αγροτικών ακινήτων του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αντωνίου Ρομπόκου, μεταξύ της Μ. χας Μ. Γ. και του Α. Γ., αναφέρεται ως «αγροτικός δρόμος ασφαλτοστρωμένος». Ειδικότερα, το εδαφικό αυτό τμήμα συνεισφέρθηκε στην κοινή χρήση από τον προς ανατολάς όμορο κύριος ακινήτου Σ.
Σ.. Ό τελευταίος το έτος 1988 αγόρασε τον όμορο προς ανατολής του επιδίκου ακίνητο, εκτάσεως 2.779 τ.μ., δυνάμει του υπ'αριθμ..../1988 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λουτακίου Παναγιώτη Γεωργόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου, καθώς και τον εφαπτόμενο προς ανατολάς αγρό, εκτάσεως 2.779 τ.μ., δυνάμει του υπ'αριθμ..../1988 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Παναγιώτη Γεωργόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου.
Ακολούθως, αφού έλαβε την με αριθμό …/1988 άδεια οικοδομής από την Νομαρχία Κορίνθου, όπως αυτή αναθεωρήθηκε με την με αριθμό …/1993 άδεια, και προκειμένου να αναγείρει οικοδομή στα ανωτέρω δύο ακίνητα, τα οποία εντός του έτους 1993 ενοποίησε, παραχώρησε άτυπα την ένδικη εδαφική λωρίδα προς κοινή χρήση. Έτσι, ενώ στο υπ'αριθμ. .../2008 συμβόλαιο ανταλλαγής τμημάτων αγροτικών ακινήτων η ένδικη εδαφική λωρίδα χαρακτηρίζεται ως «αγροτικός δρόμος ασφαλτοστρωμένος», στο υπ' αριθμ..../25.2.2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο έχει συνυπολογιστεί και συμπεριληφθεί στη συνολικά πωλούμενη έκταση.
Οι αγοραστές Σ. (S.) Λ. Τ. (L. Z.) του Κ. και Γ.-Μ. (J. M.) Τ. (Z.) του Χ., διαμέσου αρχιτέκτονα μηχανικού, απευθύνθηκαν στη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών του δήμου Λουτρακίου – Αγ. Θεοδώρων σχετικά με την ένδικη εδαφική λωρίδα και ο δήμος με το με αριθμ.πρωτ. .../2011 έγγραφο του απάντησε ότι « […] ο δρόμος που περιγράφεται στο τοπογραφικό διάγραμμα […] χαρακτηρίζεται ως αγροτική οδός η οποία έχει δημιουργηθεί σε χρόνο άγνωστο σε εμάς μετά το έτος 1981 (βλέπε απόσπασμα αεροφωτογραφίας έτους 1981 όπου δεν εμφανίζεται η εν λόγω οδός)». Πέραν των ανωτέρω, τα περί της ένδικης εδαφικής λωρίδας επιβεβαιώνει με την κατάθεση στην προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. .../2014 ένορκη βεβαίωση ο Σ. Σ., ο οποίος ήδη από το έτος 1979 ξεκινά να αγοράζει ακίνητα στην εν λόγω περιοχή και, συνεπώς, έχει ιδία γνώση και αντίληψη των ευρισκομένων εκεί ιδιοκτησιών.
Η Μ. χα Μ. Γ. προσκομίζει την από Ιούλιο του 2011 Πραγματογνωμοσύνη - Φωτοερμηνεία του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου Δ. Κ., που συντάχθηκε κατ’ εντολή της. Η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν αποτελούσε και δεν αποτελεί ούτε σήμερα κοινόχρηστο δρόμο, συμπέρασμα που έρχεται σε αντίθεση τόσο με την ανωτέρω βεβαίωση του δήμου ... - ...
όσο και με το υπ'αριθμ. .../2008 συμβόλαιο ανταλλαγής τμημάτων αγροτικών ακινήτων. Αντιθέτως, μάλιστα, από την επισκόπηση των αεροφωτογραφιών των ετών 1972, 1980, 1987, 1992, 1996 και 2003, που περιλαμβάνονται στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, επιβεβαιώνονται τα αναφερόμενα από το Σ. Σ. στην υπ'αριθμ..../2014 ένορκη βεβαίωση, ότι δηλ.
παλαιόθεν οι περίοικοι προκειμένου να κατευθυνθούν είτε προς τη λίμνη Ηραίου είτε προς την Περαχώρα χρησιμοποιούσαν ένα μονοπάτι διαμέσου της ιδιοκτησίας του. Κι έτσι αναγκάστηκε ο ίδιος για να μπορέσει να περιφράξει την ιδιοκτησία του να αφήσει μία δίοδο στη δυτική πλευρά του όλου αγροτεμαχίου του προς κοινή χρήση των κατοίκων της περιοχής.
Η Μ. χα Μ. Γ. προσκομίζει και την από Σεπτέμβριο του 2016 Τεχνική Έκθεση - Φωτοερμηνεία του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου Γ. Κ., που επίσης συντάχθηκε κατ’ εντολή της. Ο μελετητής ασχολήθηκε με την εφαρμογή των τοπογραφικών διαγραμμάτων που συνοδεύουν τα συμβόλαια αγοράς του Σ. Σ. σε αντιπαράθεση με τη σημερινή ολική ιδιοκτησία του που είναι περιμαντρωμένη και με το ερώτημα εάν η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας του.
Ο συντάκτης της ανωτέρω έκθεσης, αφού προβαίνει σε έναν μαθηματικό υπολογισμό της συνολικής έκτασης της ιδιοκτησίας (Σ.) Σ., αποφαίνεται και ότι «Η μελετώμενη εδαφική λωρίδα - δίοδος έχει εμβαδό 446,68 τ.μ. οπότε είναι αδύνατον να περιλαμβάνεται ολόκληρη στην ιδιοκτησία που αγόρασε ο Σ. Σ. […]» και «Σύμφωνα με την εφαρμογή των τοπογραφικών των αγορών του κ. (Σ.)Σ., αυτά είναι στο όριο της σημερινής περιμαντρωμένης ιδιοκτησίας του ή και εσωτερικότερα.
Στα μόνα σημεία που τα τοπογραφικά αγοράς διαφέρουν ουσιαστικά με την υφιστάμενη κατάσταση είναι στη δυτική είσοδο του κ. (Σ.)Σ., την οποία έχει περιμαντρώσει πιο μέσα (προφανώς προς διευκόλυνση της εισόδου και εξόδου των οχημάτων όπως συνηθίζεται) και [...]». Δηλαδή, αφενός δεν αποκλείεται να περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία (Σ.)Σ.
έστω και τμήμα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, αφετέρου διαπιστώνεται ότι πράγματι η μάντρα στο δυτικό τμήμα της ιδιοκτησίας (Σ.)Σ. έχει κατασκευαστεί πιο μέσα από τα όρια της ιδιοκτησίας - βέβαια ο συντάκτης επιλέγει να το αιτιολογήσει ως ανωτέρω.
Συνεπώς, το πωληθέν προς τους προαναφερόμενους αγοραστές από την πωλήτρια Μ. χα Μ. Γ. ακίνητο δεν έχει έκταση 4.090,67 τ.μ., και δη υπολείπεται των 4.000 τ.μ. και σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Για το ότι πρόκειται για μη οικοδομήσιμο ακίνητο επιβεβαιώνει με την κατάθεσή του στην προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. …/2016 ένορκη βεβαίωση ο Α. Γ., ο οποίος καταθέτει ότι «Σημειωτέον ότι τότε είχα κάνει τη σκέψη να αγοράσω και το επίδικο όμορο αυτό αγροτεμάχιο αν και γνώριζα από το μηχανικό μου ότι αυτό από μόνο του δεν ήταν οικοδομήσιμο, αλλά με την πρόθεση να επεκτείνω το δικό μου προς τον δρόμο, πλην όμως το σχέδιο μου αυτό δεν προχώρησε διότι ο Γ. Γ. μου ζητούσε υπερβολικό τίμημα για ένα ακίνητο μη άρτιο και οικοδομήσιμο».
Σημειωτέον ότι ο αναφερόμενος Γ. Γ. είναι ο υιός της Μ. χας Μ. Γ., ο οποίος φέρεται να κάνει τις διαπραγματεύσεις τόσο για την πώληση του ακινήτου όσο και για την παραχώρηση της δουλείας διόδου. Ακόμη, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ενώ η Μ. χα Μ. Γ. στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασής της καθώς και στο υπ'αριθμ..../2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο κάνει λόγο ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο εν μέρει από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα της πριν το έτος 1980, χωρίς να το συγκεκριμενοποιεί, στη συνέχεια στις έγγραφες προτάσεις της κάνει λόγο για το έτος 1966, οπότε το πήρε από τον πατέρα της ως προίκα, το ίδιο δε αναφέρει και ο μάρτυρας - υιός της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου καθώς και οι θυγατέρες της στην προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ.
…/2016 ένορκη βεβαίωση, για το οποίο βεβαίως γεγονός τα τέκνα δεν έχουν προσωπική αντίληψη αφού γεννήθηκαν αργότερα. Και στις δύο δε περιπτώσεις ουδόλως γίνεται μνεία για το πώς βρέθηκε το επίδικο ακίνητο στην κατοχή και νομή του Θ. Ρ.. Κατόπιν τωv προαναφερομένων, οι πράξεις νομής και κατοχής που πράγματι η Μ.
χα Μ. Γ. ασκούσε επί του επιδίκου, όπως π.χ. καθαριότητα, καλλιέργεια ελαιοδέντρων, λήψη καρπών και λαδιού, δήλωση ελαιοδέντρων στους αρμόδιους φορείς, ενέργειες στο Δασαρχείο για χαρακτηρισμό του ακινήτου ως μη δασικού, έγιναν ως συγκυρίας και συννομέα τούτης επί του επιδίκου, αφού ουδέποτε, αυτή είχε εξωτερικεύσει στον έτερο συγκύριο και συννομέα, Δ.
Γ., την πρόθεσή της να νέμεται και να κατέχει το ακίνητο με διάνοια αποκλειστικής κυρίας. Για το λόγο τούτο είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη η προβληθείσα από την Μ. χα Μ. Γ. ένσταση κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ. Απορριπτέο είναι και το αίτημα της ανωτέρω για διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης καθότι το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση με τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα.
Πράξεις συννομής και συγκατοχής επί του επιδίκου ακινήτου ασκούσε και ο Δ. Γ., ήτοι το επισκεπτόταν, μάζευε τις ελιές, το περιέφραξε (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα Π. Α. στο πρωτόδικο δικαστήριο).
Κατόπιν των προαναφερομένων, προέκυψε ότι η πωλήτρια Μ. χα Μ. Γ. πώλησε στους αγοραστές Σ. (S.) Λ. Τ. (L. Z.) του Κ. και Γ.-Μ. (J. M.) Τ. (Z.) του Χ. την επίδικη έκταση, που όμως κατά το χρόνο της πώλησης δεν ήταν αποκλειστική κυρία αυτής, αλλά παρόλο τούτο και μάλιστα, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο, τους υποσχέθηκε ότι τούτο ήταν απαλλαγμένο από δικαιώματα τρίτων, διεκδίκησης και εν γένει νομικού ελαττώματος.
Συγκεκριμένα, αυτή παρέστησε εν γνώσει στους άνω αγοραστές σαν αληθινό το ψευδές γεγονός ότι έχει στην αποκλειστική της κυριότητα το επίδικο ακίνητο και έπεισε αυτούς να το αγοράσουν αντί του ανωτέρω αναφερόμενου συμφωνημένου πραγματικού τιμήματος, προκαλώντας έτσι στους αγοραστές ισόποση περιουσιακή ζημία.
Έτσι πέτυχε την πώληση του επίδικου ακινήτου στους αγοραστές, οι οποίοι αν γνώριζαν ότι αυτή δεν είναι κυρία του ακινήτου αυτού δεν θα γινόταν η πώληση, αφού κανείς δεν θα δεχόταν να αγοράσει ένα ξένο ακίνητο. Όλα αυτά τα γνώριζε η πωλήτρια, η οποία λόγω της ηλικίας της και της μακράς φυσικής παρουσίας της στην περιοχή είχε σαφή αντίληψη ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου.
Η όλη μεθόδευση αναδείχθηκε μετά την κοινοποίηση προς τους αγοραστές της αγωγής του Δ. Γ., οπότε κατόπιν λεπτομερέστερης έρευνας διαπίστωσαν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου που είχαν αγοράσει και ότι τα όσα αντίθετα τους παρέστησε, κατά τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου (και προηγουμένως, κατά τη δϊάρκεια των διαπραγματεύσεων) η πωλήτρια ήσαν αναληθή.
Ως εκ τούτου, λόγω της αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς, η πωλήτρια Μ. χα Μ. Γ. οφείλει να καταβάλει στους αγοραστές το καταβληθέν σε αυτήν τίμημα των 280.000 ευρώ καθώς και όποιο άλλο ποσό αυτοί δαπάνησαν για την ολοκλήρωση της αγοράς του ακινήτου και την προπαρασκευή του έργου ανοικοδόμησής του, και συγκεκριμένα: (i) ποσό 28.016 ευρώ για φόρο μεταβίβασης του ακινήτου καταβληθέν στη Δ.Ο.Υ.
Κορίνθου (βλ. σελ. 10 του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου), (ii) ποσό 1.992,72 ευρώ για αμοιβή του παραστάντος κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου πληρεξούσιου δικηγόρου του Νικολάου Λόη (βλ. τελευταία σελ. του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου), (iii) ποσό 3.586,68 ευρώ για τέλη και δικαιώματα του υπ'αριθμ..../2011 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (βλ.
τελευταία σελ. του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) - στα εν λόγω τέλη συμπεριλαμβάνονται και τα έξοδα μεταγραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, συνεπώς μη νομίμως διεκδικούνται επιπλέον, (iv) ποσό 5.000 ελβετικών φράγκων ως αμοιβή του ελβετικού αρχιτεκτονικού γραφείου "B. Architekten" που ανέλαβε την αρχιτεκτονική μελέτη της προς ανέγερση οικίας τους (βλ.
το σε αποσπασματική μετάφραση στην ελληνική τιμολόγιο του ως άνω γραφείου), (v) ποσό 2.153,50 ελβετικών φράγκων ως αξία αεροπορικού εισιτηρίου αγορασθέντος για την μετάβαση του Σ. (S.) Λ. Τ. (L. Z.) του Κ. για την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (βλ. ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής), (vi) ποσό 7.000 ευρώ καταβληθέν στον αρχιτέκοντα μηχανικό Κ.
Σ., μέσω του Α. Μ., για ενέργειές του σχετικά με την ανοικοδόμηση του ακινήτου (βλ. το με ημερομηνία 28.02.2011 έγγραφο του ως άνω μηχανικού), (vii) ποσό 4.920 ευρώ για αμοιβή του αρχιτέκτονα Μ. Κ. για παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών για την περίοδο Ιούλιος 2011 - Δεκέμβριος 2011 (βλ. το σε αποσπασματική μετάφραση με ημερομηνία 21.12.2011 έγγραφο του ως άνω αρχιτέκτονα), (viii) ποσό 2.900 ευρώ ως αμοιβή των δικηγόρων, μελών της δικηγορικής εταιρείας "ΒΑΪΝΑΝΙΔΗΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ", για την επανάληψη του νομικού ελέγχου του επίδικου ακινήτου μετά την κοινοποίηση της αγωγής του Δ.
Γ.. Το ποσό των 14.400 ευρώ για καταβληθέν μίσθωμα προς εκμίσθωση ακινήτου στην ίδια περιοχή με το επίδικο κατά το χρονικό διάστημα από 01.04.2012 έως 31.03.2013, προκειμένου οι αγοραστές να παρακολουθούν την ανοικοδόμηση της εξοχικής κατοικίας επί του επιδίκου, κρίνεται απορριπτέο καθόσον αφενός η εκμίσθωση κατοικίας 100 τ.μ.
με πισίνα και μηνιαίο μίσθωμα 1.200 ευρώ είναι δυσανάλογη προς το σκοπό που επρόκειτο να εξυπηρετήσει, αφετέρου έγινε μετά την κοινοποίηση της αγωγής του Δ. Γ., δηλ. σε χρόνο που οι Σ. (S.) Λ. Τ. (L. Z.) του Κ. και Γ.-Μ. (J. M.) Τ. (Z.) του Χ. έλαβαν γνώση για την αμφισβήτηση της κυριότητας του ακινήτου που είχαν αγοράσει, κι ως εκ τούτου όφειλαν να αναμείνουν τη δικαστική έκβαση της υπόθεσης προκειμένου να ανοικοδομήσουν.
Τέλος, το δικαστήριο θα προσδιορίσει εάν οι αγοραστές υπέστησαν ηθική βλάβη και ποιο το ύψος της αφού λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής εκ μέρους της πωλήτριας, την έκταση της βλάβης των αγοραστών, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος που βαρύνει την πωλήτρια, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών καθώς και τη συμπεριφορά και την κατάσταση της πωλήτριας μετά την άδικη πράξη της. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση όλα τα παραπάνω οι Σ. (S.) Λ. Τ. (L. Z.) του Κ. και Γ.-Μ. (J. M.) Τ. (Z.) του Χ. υπέστησαν ηθική βλάβη, το ύψος δε της χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να επιδικασθεί υπέρ ενός εκάστου εξ αυτών ορίζεται στα 1.480 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 20 ευρώ, ως προς το οποίο επιφυλάχθηκε έκαστος αυτών να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη |»
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο (με εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ), δέχθηκε (και στην ουσία) την έφεση της (πρωτόδικα δικασθείσας ερήμην), αναιρεσείουσας κι αφού εξαφάνισε την οριστική 34/15 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά τα άνω εκτιθέμενα, και συνεκδίκασε την διεκδικητική αγωγή ακινήτου του τρίτου αναιρεσίβλητου που στρεφόταν κατά των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, την αγωγή (ακύρωσης αγοραπωλησίας του ακινήτου αυτού και αποζημίωσης) των αναιρεσίβλητων (πρώτου και δεύτερης) που στρεφόταν κατά της αιρεσείουσας, την ανακοίνωση δίκης αυτών επίσης προς την αναιρεσείουσα και την πρόσθετη αυτής παρέμβαση υπέρ των τελευταίων, απέρριψε την παρέμβαση και δέχθηκε τις παραπάνω αγωγές.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρ. 1045 ΑΚ, στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος απέκτησε συγκυριότητα στο επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του το έτος 1954, ασκώντας πράξεις συννομής και συγκατοχής στο πιο πάνω ακίνητο (επισκέψεις, περίφραξη, μάζεμα ελιών), χωρίς να αναφέρει το στοιχείο της επί 20ετία άσκησης των πιο πάνω πράξεων, που είναι αναγκαίο για την απόκτηση της συγκυριότητάς του σε αυτό, με έκτακτη χρησικτησία.
Πρέπει, επομένως, ο σχετικός πρώτος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι αμέσως πιο πάνω πλημμέλειες, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του ίδιου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του μέρους, κατά το οποίο έγινε δεκτός.
[VII] Κατά τη διάταξη του αρ.8β του άνω άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" (ήτοι αυτοτελείς ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς που συγκροτούν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση ή είναι επιχειρήματα), που προτάθηκαν. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης πρέπει να έχει ευσύνοπτο μεν, αλλά συγκεκριμένο περιεχόμενο, που να τον καθιστά ορισμένο και παραδεκτό (576 παρ.3, 118 ΚΠολΔ). Ειδάλλως, πλήττεται από αοριστία και είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα με την έφεσή του και δη:
1) Την ένσταση της ίδιας (πλήρους) κυριότητάς της στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία,
2) την ένσταση παραγραφής του δικαιώματος της τυχόν συγκυριότητας του τρίτου αναιρεσίβλητου,
3) την ένσταση αχρησίας του επιδίκου από τον τρίτο αναιρεσίβλητο για χρόνο άνω της εικοσαετίας και
4) την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης του τρίτου αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα πιο πάνω παράπονα δεν περιέχονται στο δικόγραφο της από 10.03.2013 πρόσθετης παρέμβασης που άσκησε η αναιρεσείουσα υπέρ των εναγομένων (1ου και 2ης των αναιρεσίβλητων) της από 02.02.2012 αγωγής του τρίτου αναιρσίβλητου. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός με το πιο πάνω περιεχόμενο είναι αόριστος και γι'αυτό απαράδεκτος, εφόσον δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το περιεχόμενο των πιο πάνω ισχυρισμών, για να ελεγχθεί, αν όντως αποτελούν "πράγματα" κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, ούτε ποια επίδραση θα ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης. Η δε συμπλήρωση των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να γίνει με παραπομπή, σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο, όπως είναι στην προκείμενη περίπτωση, η παραπομπή σε σελίδες του δικογράφου της έφεσης, της προσθέτως παρεμβαίνουσας - αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 584/2019).
[VIII] Η έρευνα των λόγων αναίρεσης δευτέρου (με φερόμενες πλημμέλειες από τους αρ.1α και 19 σε σχέση με την αδικοπραξία που δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι βαρύνεται η αναιρεσείουσα έναντι των δεύτερης και πρώτου αναιρεσιβλήτων) και τετάρτου (με φερόμενη πλημμέλεια απ'τον αρ.19 σε σχέση με ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα που έγινε δεκτό από το Εφετείο για το επίδικο ακίνητο που η αναιρεσείουσα, κατά τα ως άνω, μεταβίβασε στους 1ο - 2η αναιρεσίβλητους), παρέλκει, αφού η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης καθόσον αφορά στους παραπάνω (1ο - 2η ) αναιρεσίβλητους, έχει κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
[IX] Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η από 02.02.2012 διεκδικητική αγωγή του τρίτου αναιρεσίβλητου Δ. Γ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, που θα συγκροτηθεί από άλλον εφέτη, πλην αυτής που εξέδωσε την αναιρούμενη (εν μέρει) απόφαση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου, στον ηττώμενο τρίτο αναιρεσίβλητο (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, καθόσον αυτή στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων.
Αναιρεί καθόσον αφορά στον τρίτο αναιρεσίβλητο την 399/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το κεφάλαιό της που έγινε δεκτή η από 02.02.2012 διεκδικητική αγωγή του τρίτου αναιρεσίβλητου Δ. Γ..
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, που θα συγκροτηθεί από άλλον εφέτη, πλην αυτής που εξέδωσε την (μερικώς, κατά τα ως άνω) αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα. Και
Επιβάλλει στον τρίτο αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες ευρώ (2.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ