Legislator Case Law & Legislation
330/2020 AI generated

Supreme Court annuls appeal decision and remands case for new substantive hearing due to procedural irregularities.

Case Number 330/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision of 995/2018 and remanded the case for a new substantive hearing. The Court held that a second annulment necessitates a fresh trial to ensure procedural fairness and prevent the unnecessary burden of submitting new arguments before the annulment outcome is known. Consequently, the case was set aside for a new hearing after the legal representative was summoned.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581, 570, 582 of the Code of Civil Procedure; A second annulment requires a new substantive hearing to ensure procedural fairness and prevent the unnecessary burden of submitting new arguments before the annulment outcome is known.

Keywords

AI generated
second annulment new substantive hearing procedural fairness Code of Civil Procedure remand for retrial legal representative summons procedural irregularities

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 570, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 269, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 520, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
OLAP 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 330 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 330/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Τζώτζου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 725/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3709/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-1-2015 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 462/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 995/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση τον (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Κατά τη διάταξη του άρθρου281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, η οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1352/2011 ΑΠ 125/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 24-02-2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος την 12-08-1986, ενταχθείς στον τεχνικό κλάδο αυτής.

Ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 Ν. 3371/2005 δόθηκε η δυνατότητα εθελουσίας αποχώρησης του μονίμου προσωπικού της εναγομένης (αναιρεσείουσας) που θα απελύετο αυτοδικαίως και υποχρεωτικά μέχρι την 31-12-2012 και θα συνταξιοδοτείτο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία από το ΤΑΠ-ΟΤΕ με την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης με σκοπό την θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, η δε απόλυση θα συντελείτο μέχρι την 15-10-2006.

Ότι ο ίδιος θεμελίωνε σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με τον ΓΚΠ-ΟΤΕ δικαίωμα λήψης σύνταξης την 2-11-2012, για το λόγο δε αυτό υπέβαλε την από 12-10-2006 αίτησή του στην εναγόμενη (αναιρεσείουσα) με την οποία εδήλωνε την επιθυμία του για την υπαγωγή του στο ως άνω πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης του μονίμου προσωπικού της, πλην όμως η αίτησή του αυτή δεν έγινε δεκτή από την τελευταία.

Ότι κατόπιν αυτών άσκησε εις βάρος της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) την από 20-12-2006 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο την απόλυσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου, κατά τα προεκτεθέντα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2854/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καταστάσα αμετάκλητη, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και σε εκτέλεση της οποίας ο ενάγων-αναιρεσίβλητος απολύθηκε από την υπηρεσία της εναγομένης την 14-05-2008, συνταξιοδοτούμενος έκτοτε από το ΤΑΠ-ΟΤΕ.

Ότι η εναγόμενη όφειλε να τον έχει απολύσει ήδη από την 15-10-2006, κατ' εφαρμογή των διατάξεων περί εθελουσίας εξόδου κατά τα ανωτέρω, λόγω δε της παράνομης και υπαίτιας αυτής παράλειψης των αρμοδίων οργάνων της απώλεσε τις μηνιαίες συντάξεις που θα ελάμβανε, κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2006 έως 14-05-2008, οι οποίες ανέρχοντο στο συνολικό ποσό των 46.304,10 ευρώ συνολικά.

Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματός του να υποχρεωθεί η εναγόμενη για την ανωτέρω αιτία να του καταβάλει το ποσό των 18.521,64 ευρώ και να αναγνωρίσει ότι του οφείλει, για την ίδια αιτία αυτό των 27.782,46 ευρώ, νομιμοτόκως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επί της αγωγής αυτής εξέδωσε την υπ' αριθμ. 725/2012 απόφασή του με την οποία την έκανε δεκτή, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 3709/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου, με την οποία απερρίφθη η έφεση.

Ακολούθως, επί ασκηθείσας αναιρέσεως εκ μέρους της εναγομένης κατά της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως εξεδόθη η υπ' αριθμ. 462/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 3709/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα η ανωτέρω υπ' αριθμ. 462/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου αναίρεσε την προσβληθείσα παραπάνω εφετειακή απόφαση για το λόγο ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη της και δεν εξέτασε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου (αναιρεσιβλήτου), τον οποίο ισχυρισμό η εναγομένη-εκκαλούσα είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε με τον τέταρτο λόγω της έφεσής της (άρθρ. 559 αριθμό. 8 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών παρέπεμψε την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ακολούθως, επί της υποθέσεως αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 995/2018 ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας (εκκαλούσας) ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τον τέταρτο λόγο της.

Συγκεκριμένα το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο.

"Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη με την παραδεκτά υποβληθείσα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της έφεσης της, ισχυρίστηκε ότι η ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα, καθόσον η διεκδίκηση από τον ενάγοντα των ποσών των συντάξεων που δεν έλαβε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα αντίκειται στις επιταγές της καλής πίστης.

Ειδικότερα ισχυρίζεται α) ότι ο ενάγων εργαζόμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές υπέρτερες έναντι της διεκδικούμενης αποζημίωσης (=ισόποσης με την αναλογούσα μηνιαία σύνταξη), β) ότι μετά την έκδοση της υπέρ αυτού με αριθμό 2854/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, από το δικαίωμα προσβολής της οποίας με ένδικα μέσα παραιτήθηκε τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη, με ενέργειές του, αποδέχθηκε ρητώς ότι ουδεμία άλλη αξίωση έχει από τον ΟΤΕ σχετικά με τα εργασιακά του ζητήματα.

Ειδικότερα ότι ο ενάγων, με την από 14-5-2008 αίτησή του, την οποία κατέθεσε μετά την έκδοση της ως άνω 2854/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 και να απολυθεί, δήλωσε ότι διατελεί σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΤΑΠ-ΟΤΕ αρνηθεί να του καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσης του, θα επανέλθει στον ΟΤΕ, ενώ ο χρόνος της απουσίας του θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών και ότι πέραν αυτού, ουδεμία άλλη αξίωση έχει από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγομένης, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ελέγχεται ως μη νόμιμος, γιατί ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά, όσα ανωτέρω εκτίθενται από την εναγόμενη, η άσκηση της επίδικης αξιώσεως του ενάγοντος δεν χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, τα περιστατικά αυτά που επικαλείται η εναγομένη, ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επαρκούν, για τη νομική θεμελίωση του άρθρου 281 του ΑΚ.

Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η εν λόγω ένσταση κρίνεται απορριπτέα και ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κι αυτό διότι ναι μεν αποδείχθηκε ότι μετά την έκδοση της ανωτέρω με αριθμό 2854/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κατέστη αμετάκλητη, ο ενάγων υπέβαλε προς την εναγομένη την από 14-5-2008 αίτηση απόλυσής του, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: "Διατελώ, επίσης, σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΤΑΠ - ΟΤΕ αρνηθεί να μου καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής μου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005, θα επανέλθω στον ΟΤΕ, ενώ ο χρόνος της απουσίας μου θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών.

Πέραν αυτού, ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο", από το σαφές όμως αυτό περιεχόμενο της εν λόγω αιτήσεώς του προκύπτει ότι η δήλωση του ότι "ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο", αφορά την περίπτωση κατά την οποία μετά την απόλυσή του από την εναγομένη, το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (στο οποίο εντάχθηκε ο Κλάδος Σύνταξης του ΤΑΠ- ΟΤΕ), αρνηθεί να του χορηγήσει σύνταξη, οπότε για λόγο αυτό, δηλαδή της τυχόν μη συνταξιοδότησής του, δηλώνει ότι δεν διατηρεί αξιώσεις κατά της εναγομένης ΟΤΕ ΑΕ και δεν αφορά επομένως, η δήλωσή του αυτή, στην ασκούμενη με την ένδικη αγωγή του αξίωσή του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη και κατά συνέπεια ο ως άνω ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, κρίνεται και κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.

Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω και χωρίς αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την ως άνω, την προβληθείσα από την τελευταία (εναγόμενη) ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, δεν έσφαλε και ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε, και ως εκ τούτου τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον ως άνω τέταρτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα κατ'ουσίαν και ως εκ τούτου απορριπτέα".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη, του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την ως άνω νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση της εναγομένης και αποτελούσα τον μοναδικό λόγο έφεσης κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα, ιδίως εν όψει της μη παραθέσεως όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών, που ετέθησαν υπ' όψιν της με τον προαναφερθέντα λόγο έφεσης και κατέληξε τελικά στην κρίση ότι εν προκειμένω η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος με τις ένδικες αγωγές συνιστά νόμιμη ενάσκηση δικαιώματος, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Συγκεκριμένα από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσης δίκης και ιδίως της από 06-06-2012 έφεσης της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 725/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ'αριθμ. 462/2016 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την διατύπωση του δικανικού συλλογισμού του επί του ανωτέρω ζητήματος και συγκεκριμένα με την ελάσσονα πρόταση αυτού δεν έλαβε υπόψη του, αφού ουδόλως τους παραθέτει και συνεπώς δεν προβαίνει σε αξιολόγηση και απόρριψη αυτών, ισχυρισμούς της εναγομένης σχετικά με την συμπεριφορά του ενάγοντος και ενέργειες αυτού οι οποίες προκάλεσαν την συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων ευρισκόμενες σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια και τις οποίες εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη και αξιολογούσε ενδεχομένως να κατέληγε σε διαφορετική κρίση και αντίθετο συμπέρασμα.

Ειδικότερα, κατά την διακρίβωση των πράξεων, όπως αυτές εκτίθενται στη νομίμως προταθείσα ένσταση υπό τις οποίες ο δικαιούχος εν προκειμένω άσκησε το επίδικο δικαίωμά του, δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, ο οποίος μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2854/2007 αποφάσεως του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατόπιν συμφωνίας με την εναγομένη, με κοινή δήλωσή (παραίτηση αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών) παραιτήθηκε την 14-05-2008 από το δικαίωμα προσβολής της με ένδικα μέσα, προκειμένου να τελεσιδικήσει αυτή και αυθημερόν προέβη στη υποβολή προς την εναγομένη αναιρεσείουσα της από 14-05-2008 αίτησής του με την οποία δηλώνει ότι "Κατόπιν της δημοσίευσης της υπ' αριθμ. 2854/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ....ζητώ να υπαχθώ στις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005...στις οποίες εμπίπτω και να απολυθώ από τον ΟΤΕ, σύμφωνα με τον ως άνω Νόμο.....

Διατελώ επίσης, σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΤΑΠ-ΟΤΕ αρνηθεί να μου καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής μου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3374/2005, θα επανέλθω στον ΟΤΕ ενώ ο χρόνος απουσίας μου θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών. Πέραν αυτού, ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο" άσκησε τελικά την ένδικη αγωγή και γιατί η ενέργειά του αυτή σε συνδυασμό με την συνδρομή των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων που διαμορφώθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση και οι οποίες ρητά περιγράφονται στη προταθείσα νομίμως ένσταση δεν επαρκούν για τη νομική θεμελίωση εν προκειμένω των οριζομένων από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Πλέον τούτων το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ουδόλως διευκρινίζει από πού συνάγει το συμπέρασμα ότι η ανωτέρω δήλωση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου ότι ".....πέραν αυτού ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο" αφορά μόνον την περίπτωση κατά την οποία μετά την απόλυσή του από την εναγομένη αυτή αρνηθεί να του χορηγήσει σύνταξη δηλαδή μόνον στην περίπτωση άρνησης συνταξιοδότησής του και ότι η δήλωσή του αυτή δεν αφορά τυχόν αξιώσεις του για προγενέστερο χρόνο.

Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ως άνω ένσταση της εναγομένης-αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, χωρίς καμία αιτιολογία και όσον αφορά τους ισχυρισμούς της εναγομένης ότι ο ενάγων δεν ήταν δυνατόν κατά το νόμο να λαμβάνει για την ίδια χρονική περίοδο αποδοχές για την παρεχόμενη εργασία του και ταυτόχρονα και σύνταξη, ιδίως ενόψει της διάταξης του άρθρου 63 παρ. 1 του Ν. 2676/1999 κατά την οποία "....οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος φορέων κύριας ασφάλισης που αναλαμβάνουν εργασία υπόκεινται στους εξής περιορισμούς: α) για όσους δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης ή των συντάξεων, κυρίων και επικουρικών...." Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ.

και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσία, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Εφόσον λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, κατά το αναφερόμενο μέρος, η απόφαση του δικαστηρίου, που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, κατά το μέρος αυτό, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας των (αρθ. 183 και 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ.995/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών -Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων και -Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ