330/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated330/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α. Ε.", καταλείπονται αμφιβολίες, ως προς το εάν έλαβε υπόψη το Εφετείο τα ως άνω έγγραφα (καρτέλες ενσήμων). Επομένως, και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος. Kατά την διάταξη του άρθ. 6 § 1 ν. 2112/1920 η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή υπέρ του υπαλλήλου των διατάξεων του νόμου αυτού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 330 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 330/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Παναγιώτη Kατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Ν. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη .
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία, "Π.!Α.Ε.Β.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βραχά Αικατερίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση: 1475/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2617/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 14-2-2014 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και απόρριψη του τέταρτου λόγου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1β, 8 παρ. 2 και 11 παρ.2 του ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" προκύπτει ότι οι κλαδικές σ.σ.ε. και δ.α. περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζόμενους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφέρειας ή και όλης της χώρας.
Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες.
Οι κλαδικές σ.σ.ε. και δ.α. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζόμενους των επιχειρήσεων αυτών ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, ενώ οι ομοιοεπαγγελματικές σ.σ.ε.
και δ.α. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος ανεξάρτητα από το είδος των επιχειρήσεων στις οποίες απασχολούνται. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ειδικά για τις κλαδικές σ.σ.ε. και δ.α., ότι ο κλάδος των επιχειρήσεων που αφορούν μπορεί να είναι ευρύτερος ή στενότερος αρκεί να περιλαμβάνει επιχειρήσεις, που, από την άποψη οικονομικής δραστηριότητας, έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, δηλαδή είναι ομοειδείς ή συναφείς με την έννοια που αναφέρθηκε ανωτέρω.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 1876/1990 , που ορίζει ότι οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) σ.σ.ε. (και οι δ.α. που κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ίδιου νόμου εξομοιώνονται με αυτές) δεσμεύουν τους εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων , του εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, σε συνδυασμό προς το άρθρο 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι με απόφασή του που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος σ.σ.ε., η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος προκύπτει, ότι η σ.σ.ε.
ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει. Αν η σ.σ.ε. κηρύχθηκε υποχρεωτική με απόφαση του υπουργού Εργασίας, η ισχύς της με βάση τη διοικητική κανονιστική αυτή πράξη, επεκτείνεται και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, στους εργαζόμενους και εργοδότες του κλάδου ή επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.
Σε περίπτωση συρροής κλαδικής συλλογικής συμβάσεως με ομοιοεπαγγελματική υπερισχύει κατά νόμο (άρθρο 10 παρ. 2 του παραπάνω νόμου 1876/1990) η πρώτη, διότι εξασφαλίζει ομοιομορφία και τάξη στις επιχειρήσεις Εξ άλλου από τις από 20.5.1999 σ.σ.ε., 40/2000 δ.α., από 14.6.2001 σ.σ.ε., από 19.7.2002 σ.σ.ε., 51/2004 δ.α. και από 18.4.2005 σ.σ.ε., οι οποίες ίσχυσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (15.5.2000 έως 13.5.2005) και κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις υπ` αριθ. 11508 από 15/29.7.1999 (ΦΕΚ Β'1546), 13184/5.12.2000 (ΦΕΚ Β'1563), 13309/18.9.2001 (ΦΕΚ Β'1276), 12390/3.9.2002 (ΦΕΚ Β'1178), 13549/9.12.21004 (ΦΕΚ Β'1894), 12126/30.6.2005 (ΦΕΚ Β'967) αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αντίστοιχα "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας" στο άρθρο δε 1 κάθε μιας από αυτές, ορίζεται ότι "η παρούσα κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας αφορά τους εργαζομένους, οι οποίοι:
Α' Απασχολούνται στις ακόλουθες εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας: α') Εμπορικά καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης, β') Σούπερ Μάρκετ, γ') Καταστήματα ζαχαροπλαστείων και λοιπών συναφών με τα ζαχαροπλαστεία εμπορικών δραστηριοτήτων, δ') Καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης τσιγάρων.
Β' Έχουν τις ακόλουθες ειδικότητες: α') πωλητές, ....ζ') οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων και αυτοκινήτων μεταφοράς προσωπικού επιχειρήσεων ...", συνάγεται ότι αυτές καθορίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας όλων των ασχολουμένων σε εμπορικές επιχειρήσεις, που διατηρούν και εκμεταλλεύονται εμπορικά καταστήματα χονδρικής και λιανικής πωλήσεως, σούπερ μάρκετ, ζαχαροπλαστεία και συναφή προς αυτά καταστήματα, και καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης τσιγάρων, ανεξάρτητα από τον τόπο, όπου αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους, δηλαδή εάν αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους εντός των καταστημάτων ή σε χώρους εκτός αυτών (λογιστήρια, γραφεία, αποθήκες κ.λ.π.).
Επομένως, οι όροι αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, οι οποίοι ασχολούνται με τη μεταφορά εμπορευμάτων των επιχειρήσεων αυτών, με αυτοκίνητα των τελευταίων, ρυθμίζονται από τις προαναφερθείσες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (oλ.ΑΠ 36/1988, oλ.ΑΠ 7/2006, oλ.ΑΠ 2/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 1.9.2001 από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός IX φορτηγού αυτοκινήτου και για τη μεταφορά των εκ μέρους της ανωτέρω εταιρίας εμπορευόμενων προϊόντων (ηλεκτρικών ειδών), αντί ορισμένου μηνιαίου μισθού όπως στη συνέχεια εκτίθεται.
Ο ενάγων απασχολήθηκε από την εν λόγω εταιρία και έπειτα από την εναγόμενη εταιρία, μετά την δια απορροφήσεως της εταιρίας "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ" μετ' αυτής συγχώνευσή της, δεδομένης της εκ του λόγου τούτου νόμιμης καθολικής υπεισελεύσεως της (εναγόμενης) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος μισθωτού και της εκ μέρους της συνεχίσεως της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης εταιρίας χωρίς την μεταβολή της ταυτότητας της σύστοιχης εκμεταλλεύσεως...
έως τις 13.5.2005 ότε η σύμβασή του λύθηκε συνεπεία της καταγγελίας αυτής από την εναγόμενη.... Ο συμβατικός μισθός του ενάγοντος ανέρχονταν από 1-9-2001 έως 31-12-2001 σε 251.877 δρχ., από 1-1-2002 έως 28-2-2002 σε 739,18 ευρώ, από 1-3-2002 έως 31-7-2002 σε 761,36 ευρώ, από 1-8-2002 έως 31-8-2002 σε 796,53 ευρώ, από 1-9-2002 έως 31-12-2002 σε 883,59 ευρώ, από 1-1-2003 έως 31- 12-2003 σε 866,93 ευρώ, από 1-1-2004 έως 28-2-2004 σε 866,93 ευρώ, από 1-3-2004 έως 30-9-2004 σε 910,28 ευρώ, από 1-10-2004 έως 31-12-2004 σε 958,69 ευρώ, από 1-1-2005 έως 28-2-2005 σε 958,69 ευρώ και τέλος από 1-3-2005 έως 13-5-2005 σε 979,78 ευρώ.
Οι όροι αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών της χώρας όσον αφορά τον αναφερόμενο στα αγωγικά αιτήματα χρόνο εργασίας του ενάγοντος, ήτοι από 1.9.01 έως 13.5.05 ρυθμίζονται από τις ακόλουθες ΔΑ και συγκεκριμένως, από την ΔΑ 19/2001, την ΔΑ 14/2002, που κηρύχθηκε υποχρεωτικά εκτελεστή με την ΥΑ 14174/7-4-2003 (ΦΕΚ 469/18-4- 2003), την ΔΑ 15/2003, που κηρύχθηκε υποχρεωτικά εκτελεστή με την ΥΑ 15468/31.7.2003 (ΦΕΚ 1006/7-8-2003), την ΔΑ 20/2004, που κηρύχθηκε υποχρεωτικά εκτελεστή με την ΥΑ 12435/28-7-2004, (ΦΕΚ 1294/24.8.2004) και την ΔΑ 9/2005, που κηρύχθηκε υποχρεωτικά εκτελεστή με την ΥΑ 11869/1-6-2005 (ΦΕΚ 741/1-6- 2005).
Οι κανονιστικού χαρακτήρα διατάξεις των συγκεκριμένων ΔΑ και όχι εκείνες των αντίστοιχων κλαδικών ή επιχειρησιακών ΣΣΕ για τους εργαζομένους στις εμπορικές επιχειρήσεις της Χώρας διέπουν τους όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και όσον αφορά ειδικότερα το ύψος των νόμιμων αποδοχών του, εφ' όσον δεν αποδεικνύεται ιδιαίτερη μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνία περί του ότι ο ενάγων μισθωτός θα αμείβεται με τον μισθό που καθορίζουν οι εν λόγω ΚΣΣΕ" Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού δέχθηκε περαιτέρω πως αποδείχθηκε.
ότι "ο ενάγων κατά τον χρόνο της προσλήψεώς του από την εταιρία "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ" (1.9.2001) είχε προϋπηρεσία ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου 3 ετών σε άλλο εργοδότη, ήταν έγγαμος με ένα ανήλικο τέκνο, όπως γνωστοποίησε νομίμως στην εναγόμενη, οι νόμιμες ελάχιστες μηνιαίες αποδοχές του διαμορφώνονται κατά το προαναφερόμενο επίδικο χρονικό διάστημα: 1) από 1-7-2001 έως 31-12-2001σε 241.532 δρχ [178.602 δρχ.
βασικός μισθός + 10 % επίδομα γάμου + 5 % επίδομα τέκνου + 5 % επίδομα για την μία τριετία) + 13.500 δρχ. ευρώ επίδομα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων], 2) από 1-1-2002 έως 31-12-2002 σε 783,48 ευρώ [741,48 ευρώ (548 ευρώ βασικός μισθός + 10 % επίδομα γάμου + 5 % επίδομα τέκνου + 5 % επίδομα για μία τριετία) + 42 ευρώ επίδομα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων], 3) από 1-1-2003 έως 3 1-12-2003 σε 831,84 ευρώ [787,84 ευρώ (584 ευρώ βασικός μισθός + 10 % επίδομα γάμου + 5 % επίδομα τέκνου + 5 % για μία τριετία) + 44 ευρώ επίδομα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων], 4) από 1-1- 2004 έως 31-8-2004 σε 975 ευρώ (700 ευρώ βασικός μισθός + 10 % επίδομα γάμου + 5 % επίδομα τέκνου + 5 % επίδομα για μία τριετία) + 44 ευρώ επίδομα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων], 5) από 1-9- 2004 έως 31-12-2004 σε 963,04 ευρώ [919,04 ευρώ (718 ευρώ βασικός μισθός + 10 % επίδομα γάμου + 5 % επίδομα τέκνου + 5 % για κάθε τριετία) + 44 ευρώ επίδομα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και 6) από 1- 1-2005 έως 13-5-2005 σε 991,20 ευρώ [947,20 ευρώ ( 740 ευρώ βασικός μισθός + 10 % επίδομα γάμου + 5 % τέκνου + 5 % για κάθε τριετία) + 44 ευρώ επίδομα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων] , έκρινε ότι εδικαιούτο για διαφορές δεδουλευμένων μισθών 515,50 ευρώ, για διαφορές δώρων εορτών 720,46 ευρώ, για διαφορές ιδιόρρυθμης, νόμιμης και παράνομης υπερωρίας 26,75 ευρώ και για διαφορά νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως 308 ευρώ και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση , κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε δεχθεί τα ίδια.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να εφαρμόσει δηλαδή τις ανωτέρω αναφερόμενες σσε "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων της χώρας", που δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αντί των προαναφερομένων σσε "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας", που ήταν εφαρμοστέες, παραβίασε τις διατάξεις αυτές και τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 1876/1990.
Επομένως, ο πρώτος αληθώς μόνο από τον αριθ. 1και όχι και από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ΣΣΕ και ΔΑ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας", χορηγείται στους οδηγούς επίδομα προϋπηρεσίας τόσο στον ίδιο, όσο και σε άλλον εργοδότη.
Η προϋπηρεσία σε άλλον εργοδότη αναγνωρίζεται από της υποβολής των σχετικών πιστοποιητικών εργασίας στον εργοδότη στον οποίο εργάζεται ο μισθωτός οδηγός. Ο τύπος αυτός αποδείξεως της προϋπηρεσίας αποσκοπεί να καθιερώσει ασφαλή τρόπο γνώσεως αυτής από τον εργοδότη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται η τήρησή του εάν η προϋπηρεσία ήταν γνωστή στον εργοδότη ή εάν συνομολογείται από αυτόν, ενώ εξάλλου δεν αποκλείεται η απόδειξη της γνώσεως του εργοδότη με οποιονδήποτε τρόπο.
Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ, διότι ενώ για την απόδειξη της προϋπηρεσίας του με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού, 7 ετών και 4 μηνών που είχε κατά την 1.9.2001 που προσελήφθη από την εταιρεία "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ" και ειδικότερα από 21.12.1992 μέχρι 20.9.1995 στην εταιρία ΤΡΟΦΟΠΗΓΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΕΠΕ και από 1.10.1995 μέχρι 30.4.2000 στην εταιρία Σ.
Τ. Α.Ε., επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις καρτέλες ενσήμων του, δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά και του αναγνώρισε ως προϋπηρεσία χρόνο μόνο τριών (3) ετών. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην οποία γίνεται αναφορά ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων για την απόδειξη και την ανταπόδειξη των περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, των ενόρκων βεβαιώσεων τρίτων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους εκατέρωθεν προσκομιζόμενων, που έχουν ληφθεί νόμιμα κατόπιν εμπρόθεσμης κλητεύσεως του αντιδίκους τους και ειδικότερα των υπ' αρ. 8.594, 8.595 και 8.596/2.5.07 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών (προσκομιζόμενων από τον ενάγοντα), καθώς επίσης των υπ' αρ. 791 και 792/27.4.07 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ν.
Ιωνίας Αττικής (προσκομιζόμενων από την εναγόμενη εταιρεία), όλων ανεξαιρέτως των εκατέρωθεν μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων εγγράφων, χρησίμων σε άμεση και έμμεση απόδειξη και των όσων οι διάδικοι ομολογούν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής και την ειδικότερη ως προς τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό αναφορά, ότι "ο ενάγων κατά το χρόνο της προσλήψεώς του από την εταιρεία "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ" (1.9.2001) είχε προϋπηρεσία ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου 3 ετών σε άλλον εργοδότη και συγκεκριμένως στην εταιρεία Τ.
Α. Ε.", καταλείπονται αμφιβολίες, ως προς το εάν έλαβε υπόψη το Εφετείο τα ως άνω έγγραφα (καρτέλες ενσήμων). Επομένως, και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος. Kατά την διάταξη του άρθ. 6 § 1 ν. 2112/1920 η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή υπέρ του υπαλλήλου των διατάξεων του νόμου αυτού.
Όμοιος κανόνας περιέχεται και στο άρθ. 3 του ισχύοντος κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο π.δ. 572/1988 (που εκδόθηκε προς εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, άρθ. 1 § 1 αυτού), το οποίο εφαρμόζεται σε κάθε συμβατική ή από το νόμο μεταβίβαση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία, ορίζει δε στο άρθ. 2 αυτού ότι "μεταβιβάζων" είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λόγω της μεταβίβασης χάνει την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκατάστασης και "διάδοχος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λόγω της μεταβίβασης αποκτά την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκατάστασης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η μεταβίβαση της επιχείρησης και η εντεύθεν μεταβολή του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεχίζεται δηλ. η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση με το νέο φορέα επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό, συνεπάγεται (ανεξάρτητα από την μορφή και την νομική αιτία της μεταβίβασης) την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις (ακόμη και χωρίς την συναίνεση του εργαζομένου), οι οποίες συνεχίζονται με το νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και το περιεχόμενο που είχαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, χωρίς μεταβολή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Αυτό σημαίνει ότι μεταβιβάζεται αυτοδίκαια η προϋφισταμένη εργασιακή σχέση ως έχει, το σύνολο δηλ. των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό εργοδότη στο νέο και διατηρείται το περιεχόμενο της εργασιακής σχέσης και το αμετάβλητο των όρων εργασίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559, αριθ. 14 του ΚΠολΔ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ενώ κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας δε δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, στην από 4.10.05 αγωγή του ο αναιρεσείων ιστορούσε ότι την 15.5.2000 κατάρτισε με την εταιρία "ΟΝΕ WΑΥ ΑΕΒΕ", που είχε αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την εμπορία ηλεκτρικών οικιακών συσκευών, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σε εκτέλεση της οποίας απασχολήθηκε ως οδηγός ΙΧΦ αυτοκινήτου, επί πενθήμερο και με καθημερινό ωράριο από 06.00 έως 15.00, πραγματοποιώντας δρομολόγια εντός του λεκανοπεδίου Αττικής, για μεταφορά εμπορευμάτων στους πελάτες της εργοδότριας και τα υποκαταστήματά της.
Ότι από 1.9.2001, εργάσθηκε στην ίδιων οικονομικών συμφερόντων εταιρεία "ΡΑΔΙΟ ΑΘΗΝΑ ΑΕΒΕΤΕ", με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εκτός από το ωράριο αφού εργαζόταν καθημερινά από 06.00 έως 18.00. Ότι η δεύτερη αυτή εταιρία γνώριζε τα προς αυτόν χρέη και οφειλές της πρώτης εταιρείας και τα αναγνώρισε ως δικά της.
Ότι τέλος από 1.11.2002 η εταιρία "ΡΑΔΙΟ ΑΘΗΝΑ ΑΕΒΕΤΕ" συγχωνεύθηκε με την αναιρεσίβλητη, η οποία αναγνώρισε και ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις της πρώτης, διατήρησε όλους τους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και τον ίδιο, ο οποίος εξακολούθησε να εργάζεται ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, εργάσθηκε δε υπό τις συνθήκες αυτές μέχρι την 13.5.2005, όταν η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβασή του.
Ότι η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε αποδοχές κατώτερες από τις προβλεπόμενες από τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους και αμοιβές των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις χωρίς προσέτι να υπολογίζει στην εκκαθάριση των μηνιαίων αποδοχών του, όλο τον γνωστόν σ' αυτή χρόνο προϋπηρεσίας του. Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του και στις τρεις εταιρίες απασχολήθηκε και πέραν του νομίμου ωραρίου του και ότι εντός τούτου αυτός προσέφερε προσθέτως και την μη συναφή εργασία του φορτοεκφορτωτή για την οποία δικαιούται πλέον των νομίμων αποδοχών του για την παραπάνω ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου απασχόλησή του, τον ειθισμένο προς τούτο μισθό.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό ο αναιρεσείων ζήτησε με την ένδικη αγωγή του και κατόπιν παραδεκτής κατά ένα μέρος μετατροπής από καταψηφιστική σε αναγνωριστική, το συνολικό ποσό των 93.366,40 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του (συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας) και νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως, για αμοιβή υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης, νόμιμης και παράνομης υπερωριακής του απασχολήσεως, καθώς επίσης για συμπληρωματική αμοιβή λόγω της πρόσθετης μη συναφούς εργασίας του.
Με τον τρίτο λόγο εφέσεως στη συνέχεια, και αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος της που αναφερόταν στο μέχρι της 1.9.2001 χρονικό διάστημα που ο αναιρεσείων είχε εργασθεί στην εταιρία "ΟΝΕ WΑΥ ΑΕΒΕ", προέβαλε ότι η αναιρεσίβλητη ευθυνόταν και για το διάστημα αυτό, κατά τις διατάξεις περί διαδοχής επιχειρήσεων.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό ότι: "Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με την ίδια ειδικότητα (οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου) είχε προσληφθεί στις 15.2.2000 από την εταιρία "ΟΝΕ WΑΥ ΑΕΒΕ" και εργάσθηκε σ' αυτή έως τις 1.9.2001, ότε και άρχισε να εργάζεται στην εταιρία "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ Α.Ε.Β.Ε.Τ.Ε." και ότι συνεπεία της εκ μέρους της τελευταίας εταιρίας αναγνωρίσεως τις έναντι αυτού εκ της συμβάσεως εργασίας του υποχρεώσεις της πρώτης εταιρίας, ο συνολικός χρόνος εργασίας του για τον οποίο αυτός ζητεί τις εναγώγιμες απαιτήσεις του περιλαμβάνει και το χρονικό διάστημα από 15.2.2000 έως 1.9.2001.
Πλην όμως κατά τούτο η ένδικη αγωγή και όσον αφορά τις αντιστοίχως χρονοθετούμενες αιτήσεις της τυγχάνει μη νόμιμη και απορριπτέα καθ' ότι ο ενάγων ουδόλως επικαλείται ότι η παραπάνω αναγνώριση χρέους από την εταιρεία "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ" περιβλήθηκε τον απαιτούμενο και επιβαλλόμενο ως συστατικό στη προκειμένη περίπτωση έγγραφο τύπο (ΑΚ 873 παρ. 1, 158, 159 παρ. 1).
Απαραδέκτως δε με το εφετήριο δικόγραφο ο ενάγων το πρώτον επιχειρεί, να θεμελιώσει την εκ της παραπάνω εργασίας του ευθύνη της ανωτέρω εταιρίας και συνεπακολούθως και της καθολικής διαδόχου της, εναγόμενης εταιρίας, στις διατάξεις για την μεταβίβαση της επιχειρήσεως της εταιρίας "ΟΝΕ WΑΥ ΑΕΒΕ" στην εταιρία "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ" με βάση το π.δ. 178/02 στο οποίο ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη οι διατάξεις της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 και με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική Οδηγία 77/187/ΕΟΚ (ενσωματωθείσα στο εθνικό δίκαιο με το π.δ. 572/1988), ώστε να υφίσταται και στη κρινόμενη υπόθεση νόμιμος λόγος εξακολουθήσεως της (συναφθείσης αρχικώς μετά της εταιρίας "ΟΝΕ WΑΥ ΑΕΒΕ") εργασιακής σχέσεως του ενάγοντος και έναντι της εταιρίας "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ" και τελικά διατηρήσεως των αντίστοιχων δικαιωμάτων του και έναντι της εναγόμενης εταιρίας, εφ' όσον πρόκειται περί ανεπίτρεπτης μεταβολής της βάσεως της αγωγής του (ΚΠολΔ 526, 224, εδ.
α, 269)". Με την κρίση του αυτή το Eφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο ως προς τη μεταβολή της βάσεως της αγωγής με το εφετήριο και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 § 1 ν. 2112/1920 3 του π.δ. 572/1988 με τη μη εφαρμογή τους, αφού σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, στο οποίο δεν γίνεται αναφορά περί διαδοχής επιχειρήσεων μεταξύ των εταιριών "ΟΝΕ WΑΥ ΑΕΒΕ" και "ΡΑΔΙΟ-ΑΘΗΝΑΙ ΑΕΒΕΤΕ", όπως αντίθετα συμβαίνει στη διαδοχή της τελευταίας από την αναιρεσίβλητη, δεν ήταν αυτά εφαρμοστέα.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το έντυπο οδηγιών της εταιρείας με τον τίτλο "ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΘΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΟΔΗΓΟΥ - ΣΥΝΟΔΗΓΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ", που προσκόμισε νομίμως και επικαλέστηκε, από το οποίο αποδεικτικό μέσο κατά την άποψη του αποδεικνυόταν ότι προσέφερε και την πρόσθετη εργασία του εκφορτωτή.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, συνεκτίμησε αυτό με τις λοιπές αποδείξεις και κατέληξε στην παραδοχή ότι ο αναιρεσείων (ενάγων) δεν παρέσχε εντός του νομίμου ωραρίου του ως οδηγού και την πρόσθετη εργασία του φορτοεκφορτωτή.
Κατά συνέπεια ο κατά το αντίστοιχο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, της πληττομένης αποφάσεως σχετικά με το ζήτημα της παροχής πρόσθετης εργασίας από τον αναιρεσείοντα, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο με την παραδοχή του ότι "η εναγομένη κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα είχε στη διάθεση του κάθε οδηγού και έναν συνοδηγό επιφορτισμένο με το συγκεκριμένο έργο (του φορτοεκφορτωτή), ο οποίος σε συνεργασία με το μόνιμο προσωπικό των αποθηκών της εκτελούσε τη συγκεκριμένη εργασία", διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες και κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, δεν προσέφερε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και την πρόσθετη εργασία του φορτοεκφορτωτή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο των διαφορών για δεδουλευμένους μισθούς, για επιδόματα (δώρα) εορτών, για αμοιβή εργασίας καθ' υπέρβαση του ωραρίου (ιδιόρρυθμες, νόμιμες και παράνομες υπερωρίες) για το χρονικό διάστημα από 1.9.2001 έως 13.5.2005 και αποζημίωσης απόλυσης, να παραπεμφθεί, κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (178, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2617/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ