330/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 330 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 330/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου κ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 330 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 330/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, (πρώην "Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία"), ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε.", που συγχωνεύθηκε με την αναιρεσείουσα με απορρόφηση από αυτήν, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Λ. του Λ. και 2) Α. συζύγου Σ. Γ., το γένος Χ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κουκούτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-1998 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5206/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5571/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2004 αίτησή της. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1768/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το εφετείο εξέδωσε την 8258/2006 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτου κατά το πρώτο σκέλος του λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Περαιτέρω η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία (άρθρο 361 Α.Κ.) ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., 52 ν.δ. 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (Α.Π. 35/2011, Α.Π. 27/2010). Ειδικότερα κατά μεν το άρθρο 449 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα, κατά δε το άρθρο 52 παρ.1 και 2 του ν.δ.3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" "ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα υπ' αυτού αντίγραφα των παρ' αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ων υπεύθυνος περί της ακριβείας των" (παρ.1) και "τα τοιαύτα αντίγραφα έχουσι πλήρη ισχύν αντιπεφωνημένου αντιγράφου" (παρ.2). Ως αντίγραφα νοούνται στο άρθρο αυτό και εκείνα που αποδίδουν μέρη συνολικών εγγράφων, όπως τα εμπορικά βιβλία και τα πολυσέλιδα έντυπα, συνιστάμενα σε σελίδες τους ή, προκειμένου για εμπορικά βιβλία τηρούμενα υπό μορφή φύλλων ή πινακίδων (καρτελών), τα αντίγραφα των επί μέρους φύλλων ή πινακίδων (καρτελών). Κατά την έννοια δε του ιδίου άρθρου, το έγγραφο υπάρχει στο δικηγόρο, αν αυτός το κατέχει, προσωρινά έστω, ανεξάρτητα από χρονική διάρκεια, όταν εκδίδει το αντίγραφο. Για το κύρος της επικυρώσεως φωτοτυπίας, με βεβαίωση από δικηγόρο της ακρίβειάς της, βεβαίωση δηλαδή ότι αυτή αποδίδει το πρωτότυπο, δεν είναι, σε περίπτωση προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου, αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση αυτού του γεγονότος στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του δικηγόρου αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξεως. Τέτοια δε έμμεση βεβαίωση προσωρινής κατοχής του εγγράφου από το δικηγόρο μπορεί να ενέχει και ο χαρακτηρισμός του επικυρούμενου φωτοτυπικού αντιγράφου ως αντιπεφωνημένου, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός λογικά προϋποθέτει την ολική ενέργεια παραβολής του φωτοαντιγράφου προς το πρωτότυπο και τη διαπίστωση της συμφωνίας προς αυτό, πράγμα που σημαίνει την έστω και βραχύχρονη κατοχή του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, ο οποίος το παραβάλλει προς το φωτοαντίγραφο που επικυρώνει (Α.Π. 35/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση στην εισαγωγή της από 7-12-1998 ανακοπής τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν μεταξύ άλλων: "Ειδικώτερον από το εν λόγω αντίγραφον του λογαριασμού, το οποίο επεσύναψε στην αίτησή της η αντίδικος ως "πλήρη απόδειξη" της απαιτήσεώς της και της βάσεως του δικογράφου της αιτήσεώς της (γενεσιουργού αιτίας της απαιτήσεως) εμφανίζει την κάτωθι "κίνηση" και αιτιολογία: "Καρτέλα λογαριασμού Ημερομηνία έκδοσης 3.6.98 αριθ. ... Λ. Η. του Λ. ΚΕ 48 ημ/νια 3.6.98, Κ.Κ. 50 Αιτιολογία 67949 Ποσό 115.628.400 Νέο Υπόλοιπο 115.628.400 Τράπεζα Εργασίας Κατ/μα Γλυφάδας (υπογραφές υπαλλήλων της"". Στη συνέχεια με τον τρίτο λόγο αυτής (της ανακοπής τους) ισχυρίσθηκαν: "... Το επικληθέν από την αντίδικον αντίγραφο του λογαριασμού (καρτέλας) και προσηρτημένο στην αίτησή της εφ' ης η διαταγή πληρωμής φέρεται εκδοθέν την 3.6.98 και υπογράφεται από δύο υπαλλήλους της και μόνον. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η διαταγή πληρωμής εστηρίχθη εις αντίγραφο λογαριασμού που ήταν απαράδεκτο προς άμεση απόδειξη ελλείψει νομοτύπου επικυρώσεώς του". Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, σχετικά με το λόγο αυτό της ανακοπής, τα εξής: "... Το προσκομισθέν για την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής από 3-6-1998 αντίγραφο αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της εφεσίβλητης τράπεζας, που αναφέρεται στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό δια του οποίου εξυπηρετήθηκε η ένδικη υπ' αριθμ.20/29-5-1990 σύμβαση παροχής πιστώσεως σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης και του πρώτου από τους εκκαλούντες, δεν έφερε την απαιτούμενη βεβαίωση ακριβείας ως αντίγραφο, αφού ναι μεν επ' αυτού (αντιγράφου) και κάτω από την ένδειξη "ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας μου πρωτοτύπου, το οποίο επικυρώνω" υπάρχει υπογραφή του δικηγόρου Σπύρου Χριστοδούλου, πλην όμως η εν λόγω βεβαίωση δεν μπορεί να ληφθεί υπ' όψιν καθόσον αυτή έχει διαγραφεί με τη χάραξη επ' αυτής δύο χιαστί τεμνομένων γραμμών (Χ) - γεγονός που δεν αμφισβητεί η εφεσίβλητη - με αποτέλεσμα μόνη η ύπαρξη επί του ως άνω προσκομισθέντος φωτοτυπικού αντιγράφου της υπογραφής του παραπάνω δικηγόρου να μην μπορεί να προσδώσει στο αντίγραφο αυτό την απαιτούμενη βεβαίωση ακριβείας λόγω ελλείψεως της προαναφερθείσης απαραίτητης γι' αυτήν προϋπόθεσης, δηλαδή της βεβαίωσης αφενός της ακρίβειας του αντιγράφου και αφετέρου της κατοχής του πρωτοτύπου από το δικηγόρο που το επικυρώνει, υπό τη συνδρομή και μόνο της οποίας ... το εν λόγω αντίγραφο αποκτά αποδεικτική δύναμη ίση μ' αυτή του πρωτοτύπου. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στο αριστερό της παραπάνω διαγραφείσας ένδειξης υπάρχει άλλη ένδειξη η οποία έχει ως εξής: "Ό,τι ακριβές αντιπεφωνημένο απόσπασμα εκ του μηχανογραφικώς τηρουμένου παρά της Τραπέζης Εργασίας Α.Ε αναλυτικού καθολικού Αθήνα 23-7-98", πλην όμως και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η υφισταμένη κάτω από τη διαγραφείσα ένδειξη υπογραφή του δικηγόρου Σπύρου Χριστοδούλου καλύπτει και την άλλη, την προς το αριστερό αυτής υφιστάμενη ένδειξη, εκδοχή την οποία το δικαστήριο αποκρούει, και πάλι δεν υπάρχει νομότυπη βεβαίωση της ακρίβειας του προσκομισθέντος αποσπάσματος ως αντιγράφου, αφού και στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει η απαιτούμενη για την εγκυρότητά της βεβαίωση της κατοχής του πρωτοτύπου (ή) κυρωμένου αντιγράφου αυτού από το δικηγόρο που το εκδίδει. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ούτε έμμεση βεβαίωση προσωρινής κατοχής του εγγράφου αυτού από τον ως άνω δικηγόρο, στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι (η) υπογραφή αυτού καλύπτει και τη μη διαγραφείσα βεβαίωση, μπορεί να συναχθεί από την αναγραφή των λέξεων "αντιπεφωνημένο απόσπασμα", αφού από την όλη διατύπωση της πράξης και ιδίως της μη βεβαίωσης ότι πρόκειται για φωτοτυπικό αντίγραφο του αποσπάσματος του μηχανογραφικώς τηρουμένου από την Τράπεζα Εργασίας αναλυτικού καθολικού, η οποία θα δικαιολογούσε την εν λόγω κατοχή και αφετέρου της μη επίκλησης της συνδρομής της προϋπόθεσης αυτής από την εφεσίβλητη, δεν προκύπτει και το γεγονός της, προσωρινής έστω, κατοχής του πρωτοτύπου του εγγράφου αυτού ή κυρωμένου φωτοαντιγράφου από τον ίδιο. Προς απόκρουση των παραπάνω η εφεσίβλητη ισχυρίζεται περαιτέρω επικουρικώς ότι το εν λόγω απόσπασμα δεν χρήζει επικύρωσης από δικηγόρο ή άλλη δημόσια αρχή καθ' όσον, κατ' αυτήν, τούτο δεν αποτελεί αντίγραφο αλλά πρωτότυπο έγγραφο της πιστώτριας τράπεζας, ενόψει της τηρήσεως των εμπορικών της βιβλίων σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή και της βεβαίωσης της γνησιότητας της εκτύπωσης από δύο υπαλλήλους της. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από το μετ' επικλήσεως ως άνω προσκομιζόμενο απόσπασμα, οι επ' αυτού υπάρχουσες τρεις υπογραφές ισαρίθμων υπαλλήλων αυτής (εφεσίβλητης) και συγκεκριμένα της Ε. Φ., του Ν. Μ. και του Κ. Μ. δεν έχουν τεθεί κάτω από την ως άνω βεβαίωση περί της ακριβείας "του αντιπεφωνημένου αποσπάσματος εκ του μηχανογραφικώς τηρουμένου παρά της τράπεζας αναλυτικού καθολικού" αλλά σε μεγάλη, πάνω από τη βεβαίωση αυτή, απόσταση, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για βεβαίωση από τους αρμοδίους υπαλλήλους της εφεσίβλητης της ακριβείας της εκτύπωσης του προσκομισθέντος αποσπάσματος, αφού η σχετική βεβαίωση δεν καλύπτεται από τις υπογραφές των εν λόγω υπαλλήλων, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, έχουν τεθεί προφανώς σε χρόνο προγενέστερο της έντυπης βεβαίωσης πάνω απ' αυτήν, καλυπτόμενες αντί να καλύπτουν οι ίδιες από την ανυπόγραφη βεβαίωση της ακρίβειας του προσκομισθέντος αποσπάσματος. Κατ' ακολουθίαν αυτών εφόσον το προσκομισθέν ως άνω έγγραφο δεν έχει συνταχθεί κατά νόμιμο αποδεικτικό τρόπο, δεν υφίσταται απόδειξη της απαίτησης της εφεσίβλητης με ιδιωτικό έγγραφο, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της έκδοσης διαταγής πληρωμής ...". Έτσι που έκρινε το εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού άλλη πλημμέλεια απέδιδε η αναιρεσίβλητη στο έγγραφο που προσκομίσθηκε για την απόδειξη της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας (ότι δηλαδή δεν είχε αποδεικτική ισχύ διότι υπογραφόταν από δύο υπαλλήλους της και μόνο, πράγμα που είναι αβάσιμο αφού, υπό τα προεκτεθέντα, το επίμαχο απόσπασμα έχει ισχύ πρωτοτύπου) και άλλη δέχθηκε το εφετείο ως προταθείσα και αποδειχθείσα (ότι δηλαδή δεν είχε αποδεικτική ισχύ διότι η υπάρχουσα κάτω από τη διαγραφείσα ένδειξη "ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας μου πρωτοτύπου, το οποίο επικυρώνω" υπογραφή του δικηγόρου Σπύρου Χριστοδούλου, δεν καλύπτει και την προς το αριστερά αυτής ένδειξη "Ό,τι ακριβές αντιπεφωνημένο απόσπασμα εκ του μηχανογραφικώς τηρουμένου παρά της Τραπέζης Εργασίας Α.Ε αναλυτικού καθολικού Αθήνα 23-7-98" και ότι η τελευταία αυτή ένδειξη δεν αποδεικνύει την κατοχή του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, ενώ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, η χρήση του όρου "αντιπεφωνημένο" προϋποθέτει την έστω και βραχύχρονη κατοχή του πρωτοτύπου από το δικηγόρο ο οποίος το παραβάλλει προς το φωτοαντίγραφο που επικυρώνει). Ενόψει όλων των ανωτέρω ο σχετικός πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά μεν την παρ.2 του άρθρου 626 Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο της αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαιτήσεως για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαιτήσεως περιστατικών αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την έποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεώς της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (Α.Π. 15/2007). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής με την οποία ζητείται το κατάλοιπο ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθ' ου η αίτηση πιστούχου αρκεί να αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας, ότι ο λογαριασμός αυτός έκλεισε με ορισμένο κατάλοιπο υπέρ αυτής το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών της βιβλίων και ότι το απόσπασμα αυτό, στο οποίο εμφαίνεται όλη η κίνηση του λογαριασμού από την υπογραφή της συμβάσεως μέχρι το κλείσιμο του λογαριασμού (και το οποίο αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ.) επισυνάπτεται στην αίτηση, οπότε και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται σ' αυτήν και τα επί μέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο κατά τη συμφωνία των διαδίκων αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τράπεζας (Α.Π. 1432/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 2-7-1998 αιτήσεως της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με βάση την οποία εκδόθηκε η 12989/1998 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί ανακοπής κατά της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτήν η αιτούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε." (η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεώς της από την ήδη αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα η τελευταία να εξομοιούται με καθολική της διάδοχο) εξέθεσε συνοπτικά τα εξής: Ότι με την 20/29-5-1990 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό χορήγησε στον πρώτο καθ' ου [ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο] πίστωση μέχρι το ποσό των 50.000.000 δραχμών, με τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους και συμφωνίες. Ότι με την 20/1/30-4-1991 πρόσθετη πράξη της πιο πάνω συμβάσεως η πίστωση αυξήθηκε μέχρι το ποσό των 60.000.000 δραχμών. Ότι η δεύτερη καθ' ης [ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη] εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτις απεριορίστως και εις ολόκληρον με τον πρωτοφειλέτη την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεώς του από τη χορηγηθείσα πίστωση, παραιτηθείσα ταυτοχρόνως από την ένσταση της διζήσεως και από κάθε άλλη ένστασή της ως εγγυήτριας, συμβληθείσα ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη στην κύρια σύμβαση και την πρόσθετη πράξη. Ότι η ανωτέρω σύμβαση εξυπηρετήθηκε από τον ... λογαριασμό που τηρήθηκε στο κατάστημά της της Πλάκας, τον οποίο αυτή έκλεισε με καταγγελία στις 3-6-1998, οπότε εμφάνιζε σε βάρος του πρώτου καθ' ου χρεωστικό υπόλοιπο 115.628.400 δραχμών, το οποίο γνωστοποίησε στους καθ' ων με την από 22-6-1998 εξώδικη δήλωση, γνωστοποίηση και πρόσκληση, προσκαλώντας τους ταυτοχρόνως να της το καταβάλουν αμέσως, εντόκως από την ημέρα κλεισίματος του λογαριασμού. Ότι στα πλαίσια του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε εκδώσει την .../30-4-1991 εγγυητική επιστολή για ποσό 60.000.000 δραχμών, απευθυνόμενη στον Οργανισμό Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.), η οποία κατέπεσε και πληρώθηκε από αυτήν το ποσό των 109.450.000 δραχμών σε εκτέλεση των 8579/1996 και 4530/1997 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντιστοίχως, πλέον τόκων από την επομένη της οχλήσεως περί της καταπτώσεως, δηλαδή από τις 4-3-1995, μέχρι την εξόφληση, εκδοθέντος του 836/28-4-1998 γραμματίου εισπράξεως του Ο.Δ.Δ.Υ. για το ποσό των 115.628.400 δραχμών. Ότι το κατάλοιπο του λογαριασμού κατά την ημέρα της καταγγελίας ανερχόταν στο πιο πάνω ποσό των 115.628.400 δραχμών, διαμορφώθηκε δε με τη μόνη χρέωση που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού, σύμφωνα με το ενσωματωμένο στην αίτηση αντίγραφο της κινήσεως του λογαριασμού από την έναρξή του και μέχρι το κλείσιμο αυτού. Ότι στην αίτηση επισυνάπτονται: α) η 20/29-5-1990 σύμβαση παροχής πιστώσεως και η 20/1/30-4-1991 πρόσθετη πράξη αυτής, β) η .../30-4-1991 εγγυητική επιστολή της προς τον Ο.Δ.Δ.Υ., γ) οι 8579/1996 και 4530/1997 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, δ) το 836/28-4-1998 γραμμάτιο εισπράξεως του Ο.Δ.Δ.Υ., ε) το 679149/3-6-1998 ένταλμα πληρωμής αυτής, στ) απόσπασμα σε επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο των επίσημων λογιστικών βιβλίων αυτής που τηρούνται σε πρωτότυπο με το μηχανογραφικό σύστημα στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή (καρτέλες χορηγήσεων), τα οποία, σύμφωνα με ρητό όρο της συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αποτελούν πλήρη απόδειξη της κινήσεως του λογαριασμού, ζ) η από 22-6-1998 εξώδικη δήλωση και γνωστοποίηση προς τους καθ' ων του χρεωστικού υπολοίπου του οριστικά κλεισθέντος λογαριασμού και πρόσκλησή τους προς πληρωμή αυτού, η οποία επιδόθηκε σ' αυτούς νόμιμα με βάση τις 4445 και 4444/30-6-1998 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... . Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι καθ' ων να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 115.628.400 δραχμών με το νόμιμο τόκο από τις 4-6-1998, επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού, μέχρι την εξόφληση, πλέον ποσοστού 3% ΕΦΤΕ και εισφοράς που αναλογεί επί των τόκων. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση ήταν ορισμένη αφού περιείχε όλα τα αναφερόμενα στην αρχή αυτής της σκέψεως στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα αυτής, ήτοι την επίκληση της συμβάσεως παροχής πιστώσεως και της πρόσθετης αυτής πράξεως, καθώς και της συμβάσεως εγγυήσεως, την τήρηση του ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, το κλείσιμό του με καταγγελία και το κατάλοιπό του, ως εκ περισσού δε και την κίνηση του λογαριασμού, ο οποίος παρουσίαζε μία μόνο χρέωση. Εν τούτοις το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αίτηση ήταν απορριπτέα ως αόριστη επειδή σ' αυτήν δεν παρετίθετο αναλυτικά η κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού και γι' αυτό, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή των αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσης με βάση αυτήν διαταγής πληρωμής, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Έτσι που έκρινε το εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, για το ορισμένο της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό δεν είναι αναγκαίο (όπως στην αντίστοιχη αγωγή) να παρατίθεται η κίνηση του λογαριασμού αλλά το αιτούμενο κατάλοιπο, στην προκειμένη δε περίπτωση η αναιρεσείουσα είχε παραθέσει το κατάλοιπο, ως εκ περισσού δε και την κίνηση του λογαριασμού.
Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ.1 (πράγματι δε αριθ. 14) Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8258/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ