Legislator Case Law & Legislation
330/2011 AI generated

330/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 330/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 330 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 330/2011

Legislator headnote

AI generated

330/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 330 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 330/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 330 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 330/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Αλφαντάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.Ε.", εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 640/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1540/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12/11/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1851/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 26/6/2009 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 22/10/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανάσιου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 12 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, κατά δε το άρθρο 19 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "... Στις 7.12.2004 και ώρα 20.30', ο Σ. Α., οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο είχε μισθώσει από την ιδιοκτήτρια αυτού εταιρεία AUTO HELLAS AE και ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη, εκινείτο επί της μονής κατευθύνσεως οδό …, πλάτους 10 μέτρων, στον …, με κατεύθυνση προς την οδό … . Η θέση του αυτοκινήτου ήταν στο μέσον και προς τ' αριστερά της οδού γιατί η οδός …, προς την οποία είχε πρόθεση να κατευθυνθεί ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και να στρίψει αριστερά, είναι διπλής κατευθύνσεως. Πλησιάζοντας στη διασταύρωση των εν λόγω οδών, ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Α. άναψε τον αριστερό δείκτη κατευθύνσεως (φλας) προκειμένου να ειδοποιήσει τους όπισθεν αυτού ερχόμενους οδηγούς περί της προθέσεως του να κατευθυνθεί αριστερά για να εισέλθει στην οδό … και όταν έφθασε στη διασταύρωση άρχισε να στρίβει αριστερά για να εισέλθει στην ανωτέρω οδό, ενώ όμως το αυτοκίνητο είχε εισέλθει με την εμπρόσθια πλευρά του στην οδό …, ο ενάγων ο οποίος οδηγούσε την με αρ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα του και εκινείτο στην οδό … πίσω και αριστερότερα από τον Σ. Α., επιχείρησε να τον προσπεράσει από αριστερά, προκειμένου να κατευθυνθεί ευθεία, με αποτέλεσμα να επιπέσει με την εμπρόσθια πλευρά της μοτοσυκλέτας στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, με περαιτέρω συνέπεια την πρόκληση υλικών ζημιών στην μοτοσυκλέτα που εξετράπη της πορείας της προς τ' αριστερά και επέπεσε επί του σταθμευμένου στην οδό … με αρ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου και τον τραυματισμό του ενάγοντος που προσέκρουσε στην αριστερή πόρτα του με αρ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου. Για το ένδικο ατύχημα η αποκλειστική ευθύνη βαρύνει τον ενάγοντα, ο οποίος από αμέλειά του, δηλ. έλλειψη της προσοχής την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες συνθήκες, δεν προέβλεψε το ζημιογόνο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την ανωτέρω πράξη του. Ειδικότερα ο ενάγων δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο στο όχημα που οδηγούσε, ώστε να είναι σε θέση σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ν. 2696/1999).και ο οποίος, παρόλο που προσέγγιζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο. κινούμενος πίσω από το με αρ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ. Α., όπως παραδέχεται στην προανακριτική του κατάθεση και όχι κινούμενος παράλληλα με αυτό, όπως αβασίμως και ανακριβώς ισχυρίζεται στην αγωγή του, επιχείρησε να το προσπεράσει από αριστερά παρόλο που είχε αντιληφθεί την προς τ' αριστερά κλίση του προπορευόμενου αυτοκινήτου, πράγμα που φαίνεται από το γεγονός ότι αυτός προσέκρουσε με το εμπρόσθιο και δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου. Αν, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, τα οχήματα έβαιναν παράλληλα, τότε το αυτοκίνητο θα προσέκρουε στη δεξιά πλευρά της μοτοσυκλέτας με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του, οπότε οι συνέπειες θα ήταν βαρύτερες για τον ενάγοντα. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις προανακριτικές καταθέσεις του ενάγοντος και του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Α., σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία της προανακριτικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε για το ατύχημα. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων στην προανακριτική του κατάθεση από την πρώτη στιγμή δεν ζητεί την ποινική δίωξη του οδηγού του αυτοκινήτου ο οποίος, κατ' αυτόν, είναι υπαίτιος για τον τραυματισμό του, τελέσας το πλημμέλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αλλά ζητεί μόνο την αστική του αποζημίωση ...". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο αναιρεσείων - ενάγων , γι' αυτό και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Έτσι, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος (κατά ένα μέρος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

II.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος και αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Τέλος, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά ένα μέρος) ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη βασιμότητα της αγωγής του και αποτελούσαν λόγους εφέσεως, ήτοι τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του εκινείτο παράλληλα και ομόρροπα με το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου δεν κατέλαβε προοδευτικά τον άξονα του οδοστρώματος, παρότι ήθελε να επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά, αλλά αιφνιδίως και ανελέγκτως επιχείρησε χωρίς προειδοποίηση τον ως άνω ελιγμό, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των οχημάτων και τον σοβαρό τραυματισμό του. Όμως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτόν οι ως άνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και ερεύνησε όλους τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που αποτελούσαν και λόγους εφέσεως, τους οποίους και απέρριψε. Κατά τα λοιπά, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες με αυτόν πλημμέλειες δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα, τα οποία προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙΙ. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335-338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η δε παραβίαση αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και στην αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την κρίση του δικαστηρίου, μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεσή του, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της εφέσεώς του, και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη: α) τις ένορκες καταθέσεις ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου των μαρτύρων Ν. Ξ. και Σ. Α., καθώς και την προανακριτική κατάθεση του τελευταίου και β) την από 7.12.2004 συνοπτική περιγραφή του ατυχήματος της τροχαίας, καθώς και την έκθεση αυτοψίας και το σχετικό σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκαν από τα αστυνομικά όργανα αμέσως μετά το ατύχημα. Πλην όμως, από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, καθώς και όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της ποινικής προανακριτικής δικογραφίας (έκθεση αυτοψίας, πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίας, κατάθεση παθόντος, απολογία κατηγορουμένου)", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, τα πλείστα εκ των οποίων εξάλλου, μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως βάσιμος. Με το κατατεθέν μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης (μετά τριήμερο από τη συζήτηση) υπόμνημα-προτάσεις, ο αναιρεσείων προβάλλει, σχετικά με το λόγο αυτό (από το άρθρ. 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.) και την (επί πλέον - συμπληρωματική) αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τις ενώπιον αυτού προσαχθείσες και επικληθείσες από τον αναιρεσείοντα ένορκες βεβαιώσεις (υπ' αριθμ. 225 και 226/2006), τις δοθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου, αιτίαση, όμως, η οποία ουδόλως περιέχεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και η οποία, επομένως, απαραδέκτως προβάλλεται με το ως άνω υπόμνημα-προτάσεις. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2007 αίτηση του Λ. Ξ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1540/2007 απόφασης του εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ