Legislator Case Law & Legislation
330/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on piercing corporate veil grounds, rejecting lack of reasoning as insufficient for annulment.

Case Number 330/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the annulment appeal filed by two companies against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and did not fully examine specific financial ratios required by law. The court rejected these claims, ruling that the lower court's findings on the abuse of corporate personality were legally sound and that the constitutional requirement for detailed reasoning does not mandate a separate annulment review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 43α of Law 3190/1955: The court may pierce the corporate veil when the legal entity is used to evade obligations, and the absence of detailed reasoning in a judgment does not automatically render it subject to annulment.

Keywords

AI generated
piercing corporate veil abuse of legal personality annulment appeal corporate veil detailed reasoning requirement civil procedure law limited liability company

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 43α of Law 3190/1955
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 330 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 330/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωστή Δημήτριο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χρήστος Μόσχοβας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5764/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2508/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17-11-2006 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 588/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες-καλούντες με την από 25-6-2008 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 15-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή των λόγων (πρώτου και δεύτερου) της αναίρεσης, όπως αυτοί συμπληρώνονται με την παρούσα εισηγητική έκθεση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 25-6-2008 κλήση η κρινόμενη από 17-11-2006 αίτηση αναιρέσεως μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 588/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής. Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα.

Τούτο δε διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ Δικ.).

Ως "αιτιολογίες" όμως στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔικ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ, προβάλλεται (κατ' εκτίμηση) η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν, είναι απαράδεκτος. Η εταιρεία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων που διέπονται από ορισμένα πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό.

Η χρησιμοποίηση της εταιρείας, για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από τον νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος.

Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσοτέρων ή και όλων των μεριδίων της ΕΠΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διαχειριστής της και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (βλ. και Ολ. ΑΠ 5/1996, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο και συγκεκριμένα από τις διατάξεις των άρθρων 47 α παρ. 2 ν. 2190/1920 και 41 παρ. 2 ν. 959/1979 και του π.δ. 279/1993 η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική ανώνυμη, ναυτική και εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία και διατηρεί κατ' αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.

Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από ένα ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτόν προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς, δεν ενεργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γιαυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία, από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει τον νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ως κύρωση της καταχρήσεως προσήκει η άρση ή κάμψη της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή, αντιστρόφως, η μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρεί επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας καινούργιων και μεταχειρισμένων δομικών μηχανημάτων με έδρα την ... και Υποκατάστημα στο .... Με την υπ' αριθμ. 503/18-12-1985 συμβολαιογραφική πράξη της Συμ/φου Θεσ/νίκης Αγγελικής Σιδέρη η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης με αύξοντα αριθμό 675/19-12-1985 και με αριθμό μητρώου 330 δημοσιευμένη νόμιμα στο υπ' αριθ. 242/1986 ΦΕΚ των ΑΕ και ΕΠΕ συστήθηκε η πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη των αναιρεσειόντων) εταιρεία, η οποία είχε ως σκοπό τη διενέργεια διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών.

Μοναδικοί εταίροι αυτής ήταν ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων) με 228 εταιρικά μερίδια επί συνόλου 266 και ο πατέρας του, ..., με 38 εταιρικά μερίδια. Η αναλογία τους έτσι επί των εταιρικών μεριδίων ήταν 6/7 και 1/7 για τον καθένα από αυτούς αντιστοίχως, το δε εταιρικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 266.000 δρχ.

Η ανωτέρω εταιρία, από την σύστασή της έως και την 23-4-1996, είχε τροποποιηθεί 20 φορές, ενώ δεν έχει λυθεί ούτε έχει γίνει καταγγελία αυτής. Με την υπ' αριθμ. 8591/8-10-1991 συμβολαιογραφική πράξη του Συμ/φου Θεσ/νίκης Νικολάου Δημόπουλο, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, με αυξ.

αριθμό 265/29-3-1991, εισήλθε στην εν λόγω εταιρεία ο ... εισφέροντας το 50% αδιαιτέρως του με αριθμό κυκλ. ... ΔΧΓ αυτοκινήτου και έλαβε 19 εταιρικά μερίδια, ενώ παραλλήλως αυξήθηκε το κεφάλαιο της εταιρίας σε 285 μερίδια, εκ των οποίων κατείχαν α) 228 ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, β) 19 ο ..., γ) 38 ο ... (πατέρας του πρώτου).

Στις 27-1-1995, με την υπ' αρίθμ. 904/27-1-1995 πράξη της Συμ/φου Θεσ/νίκης Ελένης Δημοπούλου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του ανωτέρω πρωτοδικείου με αυξ. αριθ. 99/30-1-1995, αποχώρησε από την εταιρεία ο ... και έπαυσε να είναι ενταγμένο σ' αυτή το υπ' αριθμ. κυκλ. ... φορτηγό αυτοκίνητο, μειώθηκε δε και το εταιρικό κεφάλαιό της κατά 76.000 δρχ.

και κατά 38 μερίδια και παρατάθηκε η διάρκειά της για 10 χρόνια, ήτοι μέχρι τις 31-12-2005. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 1535/18-4-1996 συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας παραπάνω Συμ/φου, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα εταιρικά βιβλία του ανωτέρω πρωτοδικείου με αύξ. αριθμ. 368/23-4-1996, αποχώρησε από την εταιρία ο ..., του οποίου το εταιρικό μερίδιο, καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην εταιρεία, δεν είχε μεταβληθεί (38 μερίδια).

Ο ίδιος, με την αποχώρησή του, έλαβε το ενταγμένο στην εταιρεία με αριθμό κυκλ. ... ΔΧ αυτοκίνητο (ψυγείο), ενώ εξάλλου μειώθηκε το εταιρικό κεφάλαιο κατά 80.000 δρχ. Έκτοτε, μοναδικός εταίρος αυτής (εταιρίας) παραμένει ο δεύτερος των αναιρεσειόντων. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 18055/13-6-1997 απόφαση του Νομάρχη Θεσ/νίκης διαλύθηκε η ειρημένη εταιρία, επειδή είχε καταστεί μονοπρόσωπη ΕΠΕ από 23-4-1996, ανακλήθηκε δε και η άδεια λειτουργίας της.

Όμως, μολονότι περίληψη του σχετικού καταστατικού διάλυσης έπρεπε να δημοσιευθεί στο ΦΕΚ εντός 10 ημερών, όπως αυτό ορίζετο τόσο στην ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη, όσο και στο άρθρο 44 παρ. 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Ν. 3190/1955, εντούτοις αυτή (εταιρεία) δεν προέβη σε καμμία προς τούτο ενέργεια. Με τις με αριθ. 1.126/1997 και 7560/1997 αποφάσεις του Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, (εκ των οποίων η πρώτη επικυρώθηκε με την με αριθ. 2888/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης), κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, σε αντίστοιχες δίκες μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της πρώτης των αναιρεσειόντων, ότι η τελευταία οφείλει στην αναιρεσίβλητη τα ποσά των 23.044,28 και 12.355,01 ευρώ, αντίστοιχα, προερχόμενα, το μεν πρώτο από απαίτηση της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία που τελέσθηκε σε βάρος της από προστηθέντα οδηγό της πρώτης των αναιρεσειόντων στις 31.5.1991, το δε δεύτερο από αδικαιολογήτως, καταβληθέν από αυτή (αναιρεσίβλητη) στις 5.12.1995, στην πρώτη των αναιρεσειόντων ποσό.

Κατά τους κρίσιμους χρόνους (31.05.1991 και 05.12.1995), κατά τους οποίους γεννήθηκαν οι ως άνω αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες πράξεις τροποποίησης της πρώτης των αναιρεσειόντων, ο δεύτερος τούτων ήταν ο κύριος και θα μπορούσε να λεχθεί, σχεδόν ο μοναδικός μέτοχος της πρώτης, αφού, επί, συνόλου 285 μεριδίων, του ανήκαν (είχε στην κυριότητά του όπως έχει προαναφερθεί), αρχικά μεν από τη σύστασή της, 228 μερίδια, αργότερα δε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1991 έως 1995, συνολικά 228 μερίδια.

Ο σύνδεσμός του με την εταιρία δεν εξαντλείται όμως μόνο στη συμμετοχή του στο εταιρικό της κεφάλαιο, αλλά επιπλέον ενισχύεται από τη συνεχή παρουσία και ανάμειξη του στις υποθέσεις της και στην κυριολεκτικά εξάρτηση της τελευταίας από τον ίδιο, σε σημείο μάλιστα που να παραγνωρίζεται ή και να αγνοείται παντελώς και αυτή η ύπαρξη της διοίκησής της, με περαιτέρω συνέπεια να μην είναι νοητή στην αναιρεσίβλητη και τους τρίτους η ύπαρξη της πρώτης των αναιρεσειόντων, χωρίς την παρουσία του δεύτερου τούτων.

Πιο συγκεκριμένα, αυτός ήταν καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της εν λόγω εταιρίας ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και ο διαχειριστής της. Εκπροσωπούσε την εταιρία, προέβαινε στην εύρεση οδηγών για τα αυτοκίνητά του, κατάρτιζε τις συμβάσεις μεταφοράς, εισέπραττε τα κομίστρια, κατέβαλλε τα τοκοχρεωλύσια, ασφάλιζε τα αυτοκίνητα κατά κινδύνων, ενδιαφερόταν για τον ανεφοδιασμό τους και εκπροσωπούσε την εταιρία ενώπιον κάθε αρχής, ενώ ακόμη την ήλεγχε πλήρως, δεδομένου ότι μπορούσε να συγκαλέσει οποτεδήποτε τη γενική συνέλευση των μετόχων και να λάβει οποιαδήποτε απόφαση της αρεσκείας του.

Ήταν, όπως αναφέρουν και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες στις προτάσεις τους στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο "ο εγκέφαλος και η ψυχή της εταιρίας". Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της αναιρεσείουσας εταιρίας είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος ...

της περιφέρειας ... του ... εκτάσεως 6.683 τ.μ. και που αποτελεί διαιρετό τμήμα του με αρίθ. 469 αγροτεμαχίου Α' κατηγορίας αγρών της ως άνω περιοχής (που είχε περιέλθει στην κυριότητά της με το με αριθ. ... συμβόλαιο της συμ/φου Θεσ/νίκης Στυλιανής Λαμπρίδου), το ακίνητο δε αυτό το μεταβίβασε η ίδια, αμέσως μετά την προκύψασα απαίτηση εναντίον της (δυνάμει της με αριθ. 12736/27.12.1990 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης) της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ.

Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία, στον δεύτερο εναγόμενο με το αριθ. ... συμβόλαιο του συμ/φου Θεσ/νίκης Θ. Χατζησώμου. Η δε μεταβίβαση αυτή, με την αριθ. 543/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει διαρρηχθεί υπέρ της ως άνω διανείστριας εταιρίας και η περιουσία της πρώτης των αναιρεσειόντων είναι μηδενική.

Κατόπιν τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι το σύνολο της άνω συμπεριφοράς του δευτέρου των αναιρεσειόντων ενισχύει τη βασιμότητα των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, ότι αυτός εξ αρχής μεθόδευσε τον τύπο του νομικού προσώπου της πρώτης τούτων (αναιρεσειόντων), ώστε, καλυπτόμενος κάτω από τον μανδύα της, να έχει τη δυνατότητα, στην περίπτωση που έκρινε ότι δεν ήθελε να εκπληρώσει τις δημιουργούμενες από την εταιρία υποχρεώσεις του, να μη θέσει σε κίνδυνο τη δική του περιουσία, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο ίδιος έχει σημαντική περιουσία, σε αντίθεση με την εταιρία που στερείται περιουσίας.

Ή περιουσία αυτή αποτελείται α) από ένα διώροφο διαμέρισμα εκτάσεως 150, 62 τ.μ., κείμενο στην οδό ..., που το απέκτησε δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου αγοράς και σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμ/φου Γεωργίου Καραμάνου, β) από μία διώροφη κατοικία κείμενη στο ..., εκτάσεως 376 τ.μ., σε οικόπεδο εκτάσεως 1000 τ.μ.

δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου αγοράς της συμ/φου Στυλιανής Λαμπρίδου-Καϊσι, γ) από διαιρετό τμήμα 1030 τ.μ. στο με αριθ. 1387 κληροτεμάχιο που βρίσκεται στο ..., δυνάμει του με αριθ. 1... συμβολαίου αγοράς της συμ/φου Στυλιανής Καϊση. Επιπλέον, ο ίδιος είχε συνεχή παρουσία και ανάμιξη σε όλες τις υποθέσεις της εταιρίας, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια κυριαρχική εξάρτηση της από αυτόν, αλλά και σύγχυση των περιουσιών τους.

Η ύπαρξη συγχύσεως των περιουσιών τους συνάγεται, άλλωστε, σαφώς και από το ότι η εταιρία δεν χρηματοδοτείτο επαρκώς, επειδή τα κέρδη της δεν κεφαλαιοποιούντο, αλλά μεταφέροντο κατ' ουσίαν σε εκείνον, καθώς και από το ότι λειτουργούσε υπό την ίδια επαγγελματική εγκατάσταση με αυτόν, ο οποίος δρούσε προς τα έξω δηλώνοντας ότι ουσιαστικά ενεργεί για δικό του λογαριασμό.

Εξάλλου, η εταιρία, καθόλα αυτά τα χρόνια, δεν διέθετε ξεχωριστή εσωτερική οργάνωση ή, έστω, άλλους διευθυντές, διαχειριστές ή νόμιμους εκπροσώπους, πλην αυτού, δημιουργήθηκε δε από τον ίδιο, που είχε τον πλήρη έλεγχό της, προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των δανειστών της. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι, υπό τα δεδομένα αυτά, έγινε από την πλευρά του δευτέρου των αναιρεσειόντων κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης τούτων εταιρίας και, έτσι, η εκ μέρους του επίκληση της αυτοτέλειας του νομικού της προσώπου προς αποκλεισμό της ευθύνης του συνιστά καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων του ως μετόχου της και συντρέχει περίπτωση για άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης των αναιρεσειόντων εταιρίας, ώστε να προκύψει προσωπική ευθύνη του δευτέρου τούτων για το επίδικο χρέος της (εις ολόκληρον με αυτήν) έναντι της αναιρεσίβλητης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 43α ΑΝ 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης", όπως η τελευταία αυτή διάταξη προστέθηκε με το άρθρο 2 ΠΔ 279/1993. Τούτο δε, διότι οι εκτεθείσες παραδοχές του καταφάσκουν την κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης των αναιρεσειόντων εταιρίας, με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρίας αυτής είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίου μετόχου της, δευτέρου των αναιρεσειόντων, που σκόπιμα παραλλάσσονται, και, αντιστρόφως, οι πράξεις αυτού συνέχονται με την εταιρία, από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Ειδικότερα, οι διαπιστώσεις του Εφετείου αφενός μεν ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων α) ήταν ο κυρίαρχος (βασικός) εταίρος της πρώτης τούτων (εταιρίας) και από το 1996 ο μοναδικός εταίρος, β) είχε συνεχή παρουσία και ανάμιξη στις εταιρικές υποθέσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να εξαρτάται κυριολεκτικά η εταιρία από τον ίδιο και να αγνοείται παντελώς η ύπαρξη της διοίκησης της και γ) ήταν ο "εγκέφαλος και η ψυχή της εταιρίας" και εξαρχής μεθόδευσε τον τύπο του νομικού προσώπου αυτής, ώστε να αποφύγει τις υποχρεώσεις της και να μη θέσει σε κίνδυνο τη δική του περιουσία, που ήταν σημαντική, σε αντίθεση με την εταιρία που εστερείτο περιουσίας, αφού το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο (ακίνητο) μεταβιβάσθηκε το 1991 στον ίδιο και η μεταβίβαση αυτή έχει διαρρηχθεί ήδη κατόπιν αγωγής άλλου δανειστή, αφετέρου δε ότι η εταιρία (πρώτη των αναιρεσειόντων) δεν διέθετε ξεχωριστή εσωτερική οργάνωση αλλά είχε κοινή επαγγελματική εγκατάσταση με τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ο οποίος προς τα έξω εδήλωνε ότι ουσιαστικά ενεργεί για δικό του λογαριασμό και ότι υπήρχε σύγχυση των περιουσιών των αναιρεσειόντων, αφού τα κέρδη της πρώτης τούτων μεταφέρονταν στον δεύτερο, ο οποίος εδημιούργησε την εταιρεία αυτή προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των δανειστών της, καθιστούν την εκ μέρους του δευτέρου των αναιρεσειόντων επίκληση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης τούτων εταιρίας προς αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, καταχρηστική και δικαιολογούν την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου αυτής.

Εξάλλου η προβαλλόμενη αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε αν τα επιδικασθέντα με δικαστικές αποφάσεις ποσά των 23.044 και 12.355 ευρώ τελούν σε δυσαναλογία προς την εταιρική περιουσία και έτσι αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που αξιώνει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες παραδοχές του, δέχθηκε μηδενική εταιρική περιουσία από το 1991 και εφεξής.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. απορρέων δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε από την εισηγήτρια, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2006 αίτηση των 1) εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και 2) ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2508/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ