Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment, upholding final court decision on reputation damage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's defamation judgment against the Bank of Greece. The appellant argued the bank suffered no loss due to concurrent income, while the court found the appeal grounds inadmissible or unfounded. The court ruled that the lower court properly evaluated evidence and applied the principle of res judicata, thereby dismissing the appeal and ordering the appellant to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 and 559 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata binds subsequent proceedings, and appeals are inadmissible if the lower court merely exercised discretionary power or if the appeal lacks specific grounds regarding established facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 330 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 330/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδου-Γαλάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1742/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 10-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ δεν συγχωρείται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δίκαιο που κρίθηκε ήδη με τελεσίδικη απόφαση. Η ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης, που καλύπτεται από το δεδικασμένο, αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του δικαιώματος που ασκείται με την δεύτερη αγωγή και συνεπώς το δικαστήριο οφείλει να συντονίσει την απόφασή του προς το δεδικασμένο και οφείλει να θέσει αυτό ως βάση κατά την έρευνα της δεύτερης αγωγής. Η τελεσίδικη δικαστική απόφαση του καθ' ύλην αρμοδίου δικαστηρίου για την αξίωση που βασίζεται στην κριθείσα έννομη σχέση δεσμεύει το δεύτερο δικαστήριο και αν ακόμη το αντικείμενο της νέας δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της προηγουμένης. Το δικαστήριο εξετάζοντας τη δεύτερη αγωγή οφείλει να θέσει ως βάση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει η προδικαστική έννομη σχέση που καλύπτεται από το δεδικασμένο. Εξάλλου κατά τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : Ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Τράπεζας, ενεργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων του, στα ...... στις 20-5-1994 ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τον ενάγοντα δικηγόρο ......, γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή, την υπόληψή του, την πίστη και το επάγγελμά του, τα γεγονότα δε αυτά ήταν ψευδή και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης γνώριζε ότι αυτά ήσαν ψευδή.
Πιο συγκεκριμένα συνέταξε την 20-5-1994 αγωγή της εναγομένης κατά του ενάγοντος, κατέθεσε αυτή στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και αντίγραφό της επέδωσε σ' εκείνο (ενάγοντα). Στη συνέχεια προσκόμισε αντίγραφο της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών κατά τη συζήτηση της ενώπιον αυτού στις 10 Ιανουαρίου 1995.
Με την αγωγή αυτή ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ισχυρίσθηκε τα εξής: Ότι ο ενάγων υπήρξε δικηγόρος του υποκαταστήματός της στα ...... . Ότι η εναγομένη κατά το τέλος του 1989 ανέθεσε σ' αυτόν την υπόθεση της κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΛΙΠΠΙΑΣ Α.Ε.". Πιο συγκεκριμένα η εναγομένη Τράπεζα είχε κατά της παραπάνω εταιρείας, απαίτηση ποσού δραχμών 500.000.000, η οποία προέρχονταν από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και ανέθεσε στον ενάγοντα δικηγόρο να προβεί στις αναγκαίες δικαστικές ενέργειες σε βάρος της εν λόγω οφειλέτιδας (πιστούχου) της εναγομένης Τράπεζας, για την ικανοποίηση της απαίτησής της.
Ότι ο ενάγων για το σκοπό αυτό μπορούσε να προβεί απευθείας στην κατάσχεση του εργοστασίου της ως άνω οφειλέτιδας και τον πλειστηριασμό αυτού, με εκτέλεση του υπ' αριθμ. ...... δανειστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Βάγιας Μαναβάκη, σύμφωνα με το Ν.Δ. της 17-7/13-8-1925 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών".
Ότι ο ενάγων δεν προέβη στην ολιγοδάπανη και ταχεία αυτή διαδικασία εκτελέσεως, αλλά, όπως κατά λέξη αναγράφεται στην αγωγή "δολίως φερόμενος παραπλάνησε το υποκατάστημά μας ......, που του έδωσε την εντολή και αξίωσε να μη γίνει εκτέλεση με το υποθηκικό συμβόλαιο, αν και ήτο, ως ελέγχθη τίτλος εκτελεστός στα χέρια μας, αλλά να εγείρει αγωγή!!! να λάβει απόφαση καταψηφιστική και με βάση την απόφαση αυτή να κάνει εκτέλεση με τις κοινές διατάξεις ...
ενώ η αληθής του πρόθεση ήτο με τις απατηλές δηλώσεις του να καρπωθεί τη μεγάλη αμοιβή λόγω της έγερσης της αγωγής και των διαδικαστικών που επακολούθησαν (προτάσεις, Εφετείο κ.α.) επί ζημία της Τράπεζας". Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης με την πιο πάνω αγωγή που συνέταξε, ισχυρίσθηκε:
α) Ότι ο ενάγων δικηγόρος της Τράπεζας, αν και μπορούσε να προβεί στην άμεση εκτέλεση του παραπάνω δανειστικού συμβολαίου, εν τούτοις παραπλάνησε τους αρμοδίους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ...... και έπεισε αυτούς να του δώσουν εντολή να ασκήσει κατά της οφειλέτριας εταιρίας της εναγομένης, "ΦΙΛΙΠΠΙΑΣ Α.Ε." καταψηφιστική αγωγή και να ζητήσει με αυτή την καταδίκη στην πληρωμή των 500.000.000 δρχμ.
Και β) Ότι στην ενέργειά του αυτή προέβη με το δόλο, όχι να προστατέψει τα συμφέροντα της εναγομένης Τράπεζας, αλλά για να προβεί κατ' εντολή αυτής σε σωρεία δικαστικών πράξεων (σύνταξη αγωγής, παράσταση ενώπιον Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύνταξη και κατάθεση προτάσεων σ' αυτό, παράσταση ενώπιον Εφετείου, σύνταξη προτάσεων και κατάθεση σ' αυτό) και έτσι να αξιώσει και να λάβει από την ως άνωεναγομένη αμοιβή ύψους 20.000.000 περίπουδρχμ., ενόψει του ότι η αξία του αντικειμένουτης δίκης ήταν 500.000.000 δρχμ.
και με βάση αυτή θα υπολογίζονταν η αναλογική αμοιβή του κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων, ενώ για τη σύνταξη και επίδοση επιταγής, κάτω από το δανειστικό συμβόλαιο η αμοιβή του θα ήταν πολύ μικρή (100.000 δρχμ. περίπου). Τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, αφού ο ενάγων συνέστησε στην εντολίδα του εναγομένη Τράπεζα να ακολουθήσει τη διαδικασία της άσκησης αγωγής αποκλειστικά και μόνο για να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της και όχι για να επιτύχει υψηλή αμοιβή.
Και τούτο γιατί ο ενάγων, νομικός παραστάτης της εναγομένης έκρινε ορθώς ότι αυτή έπρεπε να αποκτήσει κατά της οφειλέτιδάς της εκτελεστό τίτλο εξασφαλισμένο με δύναμη δεδικασμένου και όχι να προβεί σε εκτέλεση ενός απλού συμβολαίου κατά της οποίας, ενόψει της μεγάλης αξίας του αντικειμένου της εκτελέσεως και της σοβαρότητας της υπόθεσης, η καθής η εκτέλεση θα ασκούσε, όπως είχε δικαίωμα, ανακοπές με αβέβαιο αποτέλεσμα και την επιβράδυνση για μεγαλύτερο χρόνο της εκτέλεσης.
Και ο ενάγων, παριστάμενος ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Τράπεζας προς αντίκρουση των ανακοπών, και πάλι θα εισέπραττε υψηλές αμοιβές. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης γνώριζε ότι τα γεγονότα που απέδιδε στον ενάγοντα, ήταν ψευδή και παρά ταύτα τα ισχυρίσθηκε με την πιο πάνω αγωγή.
Το γνώριζε δε, γιατί, ως, διευθύνων αυτήν, είχε άμεση αντίληψη ότι οι Τράπεζες κατά κανόνα για σοβαρές υποθέσεις υψηλού αντικειμένου ακολουθούν τη τακτική διαδικασία επιδίκασης των απαιτήσεων και όχι τη διαδικασία της απ' ευθείας εκτέλεσης δανειστικού συμβολαίου, για να αποφύγουν το κίνδυνο ακύρωσης της συνεπεία άσκησης, από τους καθών η εκτέλεση, οφειλέτες, ανακοπών.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι του περιεχομένου της ως άνω αγωγής έλαβαν γνώση α) οι δακτυλογράφοι που δακτυλογράφησαν το κείμενο της, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, στους οποίους κατατέθηκε η αγωγή, γ) η δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, η οποία επέδωσε αντίγραφο της αγωγής στον ενάγοντα και δ) οι δικαστές που συγκρότησαν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών που δίκασε την αγωγή και συγκεκριμένα η Α, Πρόεδρος Πρωτοδικών και οι Β και Γ, Πρωτοδίκες, οι οποίες μελέτησαν την αγωγή και εξέδωσαν την υπ' αριθμ. 62/1995 οριστική απόφαση επ' αυτής.
Έτσι με την αγωγή εκείνη, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ισχυρίσθηκε τουλάχιστον ενώπιον των προαναφερθέντων προσώπων τα παραπάνω αναφερόμενα δυσφημιστικά για τον ενάγοντα γεγονότα. Αυτά δε ήσαν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν τη τιμή, υπόληψη, τη φήμη, τη πίστη και την επαγγελματική ακεραιότητα του ενάγοντος δικηγόρου, αφού με την επίκληση των ψευδών αυτών γεγονότων ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εμφάνισε αυτόν ενώπιον προσώπων, όπως τα προεκτεθέντα, εχόντων άμεση σχέση με το δικηγορικό λειτούργημα, ως δόλιο δικηγόρο που ενδιαφέρεται μόνο να εισπράττει υψηλές αμοιβές από τη πελάτισσα του και όχι να υπερασπίζεται και να προστατεύει τα συμφέροντα της.
Έτσι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, ενεργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων του, διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και για το αδίκημα αυτό ευθύνεται εις ολόκληρο και το νομικό πρόσωπο της εναγομένης Τράπεζας (άρθρο 71 ΑΚ). Από το αδίκημα δε αυτό μειώθηκε η κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση του ενάγοντος δικηγόρου στο κύκλο των Δικαστών και υπαλλήλων του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, της δικαστικής επιμελήτριας και των δακτυλογράφων και υπέστη αυτός ηθική βλάβη.
Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι όλα τα προαναφερθέντα αποδεικνύονται από την επικαλούμενη και νομίμως προσκομιζόμενη, υπ' αριθμ. 1270/1999 οριστική απόφαση (Εφετείου Θεσ/νίκης) με την οποία έγινε δεκτή ανταγωγή του τώρα ενάγοντος, κατά της τώρα εναγομένης, που συνεκδικάσθηκε με την παραπάνω αγωγή που άσκησε η τελευταία (τώρα εναγομένη), και με την οποία (ανταγωγή) ιστορούσε αυτός όλα τα παραπάνω, που διαλαμβάνονταν στην αγωγή της εναγομένης κατ' εκείνου, και ισχυριζόμενος ότι υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εναγομένης, ζητούσε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000.000 δραχμών, έναντι του οποίου επιδικάσθηκε σ' αυτόν με την προαναφερθείσα απόφαση αυτού του Δικαστηρίου το ποσό των 500.000 δραχμών.
Από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής δημιουργήθηκε δεδικασμένο ως προς την υπό του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, τελεσθείσα αδικοπραξία, σε βάρος του ενάγοντος με την προαναφερθείσα μορφή, καθώς και ως προς το ότι από την τέλεση αυτής, υπέστη ο τελευταίος ηθική βλάβη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Η κρίση δε αυτή δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως προς τα άνω ζητήματα, ώστε να μη μπορεί να επανέλθει και να τα επανεξετάσει σε σχέση με την κρινόμενη αγωγή, με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, λόγω της παραπάνω αδικοπραξίας του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, υπέστη και περιουσιακή (αποθετική) ζημία.
Ως προς το τελευταίο όμως αυτό ζήτημα (της πρόκλησης σε βάρος του αποθετικής ζημίας), δεν δημιουργήθηκε κανένα δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση, που να εμποδίζει το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού (περί πρόκλησης περιουσιακής ζημίας σε βάρος του ενάγοντος από την ανωτέρω αδικοπραξία του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης), ενόψει του ότι με την προηγούμενη απόφασή του δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ζήτημα αυτό, ως μη τεθέν με την εκτεθείσα ανταγωγή του νυν ενάγοντος. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να μη δεχθεί δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 1270/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς το ζήτημα της πρόκλησης περιουσιακής ζημίας σε βάρος του ενάγοντος και την αδικοπραξία του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης.
Και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να προσδιορίζει στο αναιρετήριο με ακρίβεια την αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο διατακτικό της. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται, εκτός των άλλων, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση των αριθμών 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις και ανεπαρκείς αιτιολογίες, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο με ακρίβεια ποιές είναι οι αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της αλλά και οι ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς και τα ζητήματα που αφορούν αυτές και που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος..
ΕΠΕΙΔΗ ο τρίτος λόγος εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την απόρριψη της αγωγής στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που διαλαμβάνονται στην υπ' αριθ. 6/02 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίοι εξετάσθηκαν μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 43/02 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία τάχθηκε στον ενάγοντα το βάρος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής του και στα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.
ΕΠΕΙΔΗ με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ απορρέοντα τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης - εναγομένης που περιέχεται τόσον στις πρωτόδικες όσο και στις κατ' έφεση προτάσεις της και που αναφέρεται στο ουσιώδες περιστατικό ότι ο ενάγων υπέστη την φερομένη στην αγωγή περιουσιακή ζημία, αλλά και την όμοια έμμεση ομολογία κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός ως προς μεν την πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμος και απαράδεκτος δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης που υποβλήθηκαν τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσον και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η τελευταία όχι μόνον δεν συνομολογεί την περιουσιακή ζημία του ενάγοντος αλλά αντίθετα ρητά την αρνείται υποστηρίζουσα ότι δεν έπαθε καμία ζημία (διαφυγόντα κέρδη κατά τον εν τη αγωγή χρόνον από την άσκηση της δικηγορίας του) γιατί το ίδιο χρόνο είχε εισοδήματα από την άσκηση της δικηγορίας του, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτος διότι δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας κατά την ΚΠολΔ 261 από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή της ευχέρειας να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων.
ΕΠΕΙΔΗ με τον πέμπτο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το Εφετείο και ποιους κανόνες δικαίου πληρούν και συνακόλουθα σε τι συνίσταται το περί σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου, αν δηλαδή αυτό συνέχεται με την ερμηνεία ουσιαστικών διατάξεων ή με την υπαγωγή σ' αυτές πραγματικών γεγονότων.
ΕΠΕΙΔΗ με τον έκτο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό περί διαφυγόντος κέρδους συνιστάμενου στα εισοδήματα του ενάγοντος από την άσκηση της δικηγορίας του, τα οποία θα εισέπραττε με πιθανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε εν τοις πράγμασι, κρίνοντας την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιών στην προσβαλλομένη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη του εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από την βεβαίωση δε αυτή δεν απομένει αμφιβολία αλλά αντίθετα καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών, συνεκτίμησε δε επιπλέον με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον έβδομο λόγο έγγραφα, και δη α) τα έγγραφα των συμβάσεων δανείων από την ΑΤΕ και τον Λ.Ε.Α.ΔΙ.Γ. και β) τον ... πληρωμένων εισφορών υπέρ του Τ.Ν., χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών. Επομένως, ο εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-3-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1693/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ