Legislator Case Law & Legislation
330/2007 AI generated

330/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 330/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

330/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το λόγο αυτό, αλλά και γιατί το είδος του προϊόντος και οι γεωγραφικές ενδείξεις δεν είναι ικανές προς εξατομίκευση των εμπορευμάτων που προέρχονται από ορισμένη επιχείρηση, είναι απαράδεκτες προς καταχώρηση ενδείξεις που αποτελούνται αποκλειστικά ή κατά κύριο μέρος από το είδος ή τον τόπο προέλευσης του εμπορεύματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 330 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 330/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας ....., που εδρεύει στη Δημοκρατία της Τσεχίας, και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Θεμιστοκλής Λέστος.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρίας ..... που εδρεύει στην Τσεχία και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Δοντάς και 2. εταιρίας με την επωνυμία "BODEGA" Ανώνυμος Εταιρία Τροφίμων και Ποτών, που εδρεύει στο Παλ. Γυναικόκαστρο Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, η ο οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5874/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3418/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-12-05 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 16-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη με αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Κιλκίς ...., πιστό αντίγραφο της κρινόμενης από 7-12-2005 αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία BODEGA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ. Επομένως, εφ΄ όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ..

Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. γ του Ν. 2239/1994 "περί σημάτων" δεν καταχωρούνται ως σήματα σημεία τα οποία συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, των ιδιοτήτων, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης, ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος, ή παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν μπορεί να μονοπωλείται, από ένα μόνο το είδος και ο τόπος προέλευσης ενός προϊόντος, γιατί κάθε επιχειρηματίας έχει εύλογο συμφέρον να αναγράφει στα εμπορεύματά του το είδος και τον τόπο παραγωγής, κατασκευής, ή εμπορίας, ιδιαίτερα, όταν ο τόπος αυτός είναι γνωστός για την ποιότητα ή τις ιδιότητες ορισμένου εμπορεύματος.

Από το λόγο αυτό, αλλά και γιατί το είδος του προϊόντος και οι γεωγραφικές ενδείξεις δεν είναι ικανές προς εξατομίκευση των εμπορευμάτων που προέρχονται από ορισμένη επιχείρηση, είναι απαράδεκτες προς καταχώρηση ενδείξεις που αποτελούνται αποκλειστικά ή κατά κύριο μέρος από το είδος ή τον τόπο προέλευσης του εμπορεύματος.

Το είδος του προϊόντος και γεωγραφικές ενδείξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο με το σήμα και μόνο ως προσδιοριστικές δηλώσεις του προϊόντος αν το όνομα του παραγωγού αποτελεί το κύριο και ουσιώδες στοιχείο του σήματος. Περαιτέρω με το άρθρο 18 παρ. 1 και 3 του ιδίου νόμου (2239/1994) ορίζεται ότι "η καταχώρηση του σήματος παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα, ιδίως παρέχει το δικαίωμα της χρήσεως αυτού, το δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα, ή εμπορεύματα τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά, ή οπτικοακουστικά μέσα.

Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, σημεία τα οποία αποτελούν παραποίηση ή απομίμηση του σήματός του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του παρόντος νόμου. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. β του ίδιου νόμου, Σημείο δεν γίνεται δεκτό για καταχώρηση εάν λόγω της ταυτότητας με το προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας των προϊόντων η υπηρεσιών, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισής του με το προγενέστερο σήμα.

Επίσης κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ιδίου νόμου το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας, ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας.

Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η ειδική περίπτωση της σύγκρουσης σήματος, που αποτελείται από όνομα ή προσδιοριστικές δηλώσεις εμπορεύματος, προς παρεμφερές όνομα ή παρεμφερείς δηλώσεις, τις οποίες χρησιμοποιεί άλλος ανταγωνιστής.

Η δε σύγκρουση αυτή αίρεται με τον περιορισμό των από το πρώτο σήμα απορρεουσών εξουσιών υπέρ των άλλων ανταγωνιστών και της ολότητας. Δηλαδή με την κατάθεση του πρώτου σήματος, δεν εμποδίζεται άλλος να χρησιμοποιήσει το όνομα, την επωνυμία, την κατοικία του, όπως και δηλώσεις για το είδος, το χρόνο και τον τόπο παραγωγής, την ποιότητα, τον προορισμό, την τιμή ή το βάρος κάποιου προϊόντος ή εμπορεύματος ομοειδούς, αν η χρησιμοποίηση αυτή δεν γίνεται "εν είδει σήματος".

Υποδεικνύεται δε με τη διάταξη αυτή και η δεκτικότητα της κατάθεσης ως σήματος νεώτερης ένδειξης, η οποία περιέχει τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή δηλώσεις, αν δεν χρησιμοποιούνται "εν είδει σήματος", δηλαδή κατά τρόπο που δεν δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης. Ειδικώτερα ως προς τον περιορισμό της προστασίας του περιγραφικού σήματος, η διάταξη του άρθρου 20 αποβλέπει στον περιορισμό προστασίας του σήματος, ώστε να μη μονοπωλούνται προσδιοριστικές δηλώσεις, στις οποίες υπάγονται και οι δηλώσεις οι αναφερόμενες στο είδος ή τον τόπο προέλευσης του προϊόντος, υπό του δικαιούχου του σήματος, χάριν του συμφέροντος των άλλων ανταγωνιστών, ώστε να χρησιμοποιούν και αυτοί τις ενδείξεις αυτές.

Συγκεκριμένα επιτρέπεται κατά βάση ή από τρίτο χρησιμοποίηση δηλώσεων για το είδος, χρόνο, τόπο παραγωγής, ποιότητα, προορισμό, τιμή ή βάρος του προϊόντος και όταν ακόμα δημιουργούνται συγκρούσεις προς το προϋπάρχον σήμα, απαγορευομένης μόνο της "εν είδει σήματος" χρησιμοποιήσεως αυτού. Αυτά ισχύουν και στα σύνθετα σήματα που αποτελούνται και από προσδιοριστικές δηλώσεις, αν απολαμβάνουν αυτοτελούς προστασίας, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, οι άλλοι ανταγωνιστές δεν εμποδίζονται να χρησιμοποιήσουν τις προσδιοριστικές αυτές δηλώσεις και "εν είδει σήματος".

Ακόμα και αν το είδος ή ο τόπος προέλευσης του προϊόντος έχουν αποκτήσει, κατά την αντίληψη του καταναλωτικού κοινού, χαρακτήρα προέλευσης από μόνη την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος, οι άλλοι ανταγωνιστές έχουν αυξημένη μάλιστα ανάγκη προστασίας στην περίπτωση αυτή. Επομένως στις παραπάνω περιπτώσεις μπορούν οι άλλοι ανταγωνιστές να χρησιμοποιούν τις προαναφερόμενες δηλώσεις προσδιορισμού του εμπορεύματος, από τις οποίες αποτελείται το σήμα, αν δεν γίνεται χρήση αυτών "εν είδει σήματος", αλλά εν είδει προσδιορισμού του εμπορεύματος, αν υπάρχει άλλο κυρίαρχο στοιχείο, από το οποίο δε δημιουργείται κίνδυνο σύγχυσης στις συναλλαγές.

Το πότε δε συμβαίνει αυτό, είναι ζήτημα που εξαρτάται από τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως. Εξ άλλου με το άρθρο 24 παρ. 5 Ν. 2290/1995, "περί συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου", ορίζεται ότι όταν ένα εμπορικό σήμα έχει καταχωρηθεί καλοπίστως, ή όταν έχουν αποκτηθεί δικαιώματα σε ένα εμπορικό σήμα, μέσω της χρήσης του καλοπίστως, τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος τμήματος, δεν θίγουν την ισχύ της καταχώρισης κάποιου εμπορικού σήματος, ή το δικαίωμα χρήσης αυτού, με βάση το σκεπτικό, ότι το εν λόγω εμπορικό σήμα είναι πανομοιότυπο ή παρεμφερές με συγκεκριμένη γεωγραφική ένδειξη.

Επίσης κατ' άρθρο 1 Ν.146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, πάσα προς το σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη, αντικείμενη στα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη. Κατά δε το άρθρο 13 του ίδιου νόμου, όστις κατά τις συναλλαγές ποιείται χρήση ονόματος, εμπορικής επωνυμίας, ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος, καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως, κατά τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει σύγχυση με το όνομα, την εμπορική επωνυμία, ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα τα οποία άλλος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. Η αναιρεσείουσα διατηρεί στην πόλη Ceske Budejovice στην περιοχή της νότιας Βοημίας της Τσεχίας, εργοστάσιο παραγωγής ζύθου. Στο τομέα αυτόν της ζυθοποιίας που είναι το αποκλειστικό αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, με διάθεση του προϊόντός της κατά το χρονικό διάστημα πλέον των διακοσίων (200) τελευταίων ετών στην παγκόσμια αγορά, που θεωρείται ως παραδοσιακό είδος παραγωγής της παραπάνω περιοχής της Τσεχίας.

Προς διάκριση των προϊόντων της η αναιρεσείουσα που αρχικά είχε την επωνυμία ".....", την οποία διατήρησε μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 1970, χρησιμοποιεί τις λέξεις Budweiser Budbrau και Budvar, μόνες ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, ως και με τη συνοδεία έγχρωμης απεικόνισης. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα είναι δικαιούχος:

α) του υπ' αριθμ. ..... σήματος, που αποτελείται από το λογότυπο Budweiser Budbrau, το οποίο έχει γίνει δεκτό με την υπ' αριθμ. 1989/1960 αμετάκλητη απόφαση του αρμοδίου τότε πρωτοβάθμιου Διοικητικού Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε νόμιμα προς διάκριση των προϊόντων της, κλάσης 33 του καταλόγου του Υπουργείου Εμπορίου, δηλαδή του ζύθου παντός είδους.

Η προστασία του σήματος αυτού έχει νόμιμα παραταθεί, κατόπιν αλλεπαλλήλων παρατάσεων - ανανεώσεων για μία δεκαετία ακόμη, με έναρξη αυτής την 11-10-2000, β) του υπ' αριθμ. ..... σήματος, που αποτελείται μόνο από τη λέξη Budweiser, το οποίο έγινε δεκτό με την υπ' αριθμ. 2232/1962 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου και καταχωρήθηκε νόμιμα προς διάκριση των ίδιων με το προαναφερόμενο σήμα της αναιρεσείουσας προϊόντων της.

Η προστασία και του δευτέρου αυτού σήματος έχει παραταθεί για μία δεκαετία ακόμη, με έναρξη αυτής την 15-11-2000. Εκτός των παραπάνω σημείων, τα οποία η αναιρεσείουσα έχει νόμιμα κατοχυρώσει στην Ελλάδα ως σήματά της, αυτή χρησιμοποιεί στις συναλλαγές και άλλα διακριτικά γνωρίσματα "σε είδος σήματος" και ειδικότερα:

α) το αποτυπωμένο με καλλιγραφικούς χαρακτήρες λατινικό λογότυπο Budweiser Budvar, με απεικόνιση θυρεού εντός σχήματος τετραγώνου με πλαίσιο. Δεξιά και αριστερά του θυρεού απεικονίζονται δύο ανθρώπινες φιγούρες, ενώ στο πάνω μέρος αυτού εικονίζεται ένα κάστρο, β) το λογότυπο Budweiser Budbrau, το οποίο αναπτύσσεται στην περίμετρο κυκλικού σχήματος, σε σχήμα σφραγίδας-βουλοκέρι, στο κέντρο του οποίου απεικονίζεται ένα κάστρο, ενώ δεξιά και αριστερά αυτού αποτυπώνεται με καλλιγραφικούς χαρακτήρες το λατινικό γράμμα Β εντός πλαισίου, γ) το λατινικό λογότυπο Budweiser Budvar, μόνο του, δίχως δηλαδή απεικόνιση.

Οι δύο αυτές λέξεις αναπτύσσονται η μία πάνω από την άλλη, με πρώτη τη λέξη Budweiser και αποτυπώνονται με καλλιγραφικούς χαρακτήρες και δ) τη λέξη Budvar, την οποία αρχικά η αναιρεσείουσα είχε κατοχυρώσει νόμιμα στην Ελλάδα ως σήμα της με την υπ' αριθμ. ..... δήλωσή της και παραδοχή της με την υπ' αριθμ. 1583/1960 απόφαση του τότε αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου και έχει παραταθεί η προστασία του για μία δεκαετία ακόμα με έναρξη ισχύος της νέας παράτασης την 11-8-2000.

Τα αμέσως παραπάνω σημεία, η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει ως σήματά της, τα οποία έχουν γίνει δεκτά από αντίστοιχες αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και πρωτοβάθμιες αποφάσεις του αρμόδιου τότε Διοικητικού Δικαστηρίου (τις υπ' αριθ. 3246 και 3248/1995 και 2653/1999), οι οποίες όμως δεν έχουν γίνει αμετάκλητες, και γι' αυτό όλα τα παραπάνω διακριτικά γνωρίσματα δεν απολαμβάνουν προστασίας κατά τις διατάξεις του νόμου 2239/1994 "περί σημάτων", αλλά κατά τις διατάξεις του νόμου 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" (άρθρα 1 και 13 του νόμου αυτού).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω, με λατινικούς χαρακτήρες σχηματιζόμενες λέξεις Budweiser και Budvar, που αποτελούν και το κύριο τμήμα των προαναφερόμενων σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της αναιρεσείουσας, χρησιμοποιούνται για να υποδηλώσουν συγκεκριμένου τύπου μπύρα (lager) που παράγεται με παραδοσιακό τρόπο, από τις ζυθοποιίες που εδρεύουν στην πόλη Budweis της Τσεχίας (απόδοση στην Γερμανική γλώσσα της λέξεως Budejovice), που βρίσκεται στην περιοχή Budvar και δεν μπορεί η συγκεκριμένη Τσέχικη μπύρα τύπου lager να υποδηλωθεί με άλλη λέξη.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη που έχει εργοστάσιο ζυθοποιίας στην πόλη Ceske Budejovice της Τσεχίας, παράγει μπύρα τύπου lager, και χρησιμοποιεί τη λέξη Budweiser, πρώτη στη διάταξη του λογότυπου Βudweiser-Burgerbrau", το οποίο χρησιμοποιεί προς διάκριση των προϊόντων της, ως υποδηλωτικό του είδους που διακρίνει και της γεωγραφικής προέλευσης του προϊόντος από την παραπάνω περιοχή, ένθα παράγεται ζύθος τύπου lager από περισσότερες των δύο διαδίκων και από πολλά έτη υφιστάμενες, ομοειδείς επιχειρήσεις.

Εξάλλου η δεύτερη λέξη του ως άνω διακριτικού γνωρίσματος της πρώτης εφεσίβλητης, Burgerbrau είναι Γερμανική λέξη, η οποία μεταφραζόμενη σημαίνει λαϊκή ζυθοποιία. Αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) διαθέτει τη μπύρα, που παράγεται μέχρι σήμερα με την ίδια μέθοδο και ίδια συστατικά από το έτος 1795, σε φιάλες επί των οποίων υπάρχει ετικέτα, παραλληλόγραμμη, χρώματος μπλε με ασημί πλαίσιο, στο κέντρο της οποίας αναγράφεται με κεφαλαίους λατινικούς χαρακτήρες, χρώματος κόκκινου το παραπάνω λογότυπο, στη συνέχεια επί αυτών οι λέξεις (σλόγκαν) "Gebraut nach dem και Reinheitwge bot", δεξιά και αριστερά των οποίων απεικονίζονται τα μετάλλια ποιότητας που έχει κερδίσει το εν λόγω προϊόν, ενώ στο πάνω μέρος υπάρχει παράσταση θυρεού δεξιά του οποίου αναγράφεται η λέξη Αnnο και αριστερά αυτού η χρονολογία 1795, που υποδηλώνει τη χρονολογία έναρξης της συγκεκριμένης μπύρας.

Η πρώτη αναιρεσίβλητη διαθέτει στην παγκόσμια αγορά τα προϊόντα της αυτά με το παραπάνω τρόπο, ενώ πρόσφατα και συγκεκριμένα τα έτη 2000-2001 άρχισε να τα εισάγει στην ελληνική αγορά ως αποκλειστική αντιπροσωπός της η δεύτερη αναιρεσίβλητη μετά τη διακοπή της εμπορικής συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα.

Η πρώτη αναιρεσίβλητη (συνεχίζει το Εφετείο) για προστασία του ανωτέρω χρησιμοποιούμενου από αυτήν ως σήματός της στην Ελλάδα υπέβαλε την υπ' αρ. σήματος 144886/28-7-2000 δήλωση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 5563/2001 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, αλλά στη συνέχεια μετά την άσκηση προσφυγής από αυτήν (πρώτη αναιρεσίβλητη) ακυρώθηκε η ανωτέρω απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και έγινε δεκτή η προμνημονευόμενη δήλωση κατάθεσης του αλλοδαπού σήματός της, με την υπ' αριθμ. 6590/28-5-2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά της τελευταίας αναφερόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα έχει ασκήσει την από 3-2-2005 τριτανακοπή της, η οποία όμως δεν έχει ακόμη εκδικασθεί, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι ευνοϊκές συνέπειες της παραπάνω απόφασης υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης. Επιπλέον των ανωτέρω υπάρχει διαφορά και στην εμφάνιση των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων από καθεμία των διαδίκων παραγωγών ζύθου εταιρειών, με τα οποία επισημαίνονται τα προϊόντα (μπύρα) αυτών και εμφανής διαφοροποίηση της δεύτερης ένδειξης του λογοτύπου που χρησιμοποιούν.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα χρησιμοποιεί το προαναφερόμενο λογότυπο (Budweiser Budvar), αποτυπώνοντας αυτό με καλλιγραφικούς λατινικούς χαρακτήρες, σε αντίθεση με την πρώτη αναιρεσίβλητη το λογότυπο της οποίας αποτυπώνεται με κεφαλαίους μη καλλιτεχνικούς χαρακτήρες, ενώ ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται ευχερώς τη διαφορά στη δεύτερη ένδειξη των παραπάνω λογοτύπων, καθώς η μεν αναιρεσείουσα χρησιμοποιεί εναλλακτικά τις ενδείξεις "Budvar" και "Budbrau", ενώ η αναιρεσίβλητη την ένδειξη "Burgerbrau", λέξη κατά μία συλλαβή μεγαλύτερη των δύο προηγούμενων που χρησιμοποιεί η αναιρεσείουσα.

Επίσης οι απεικονίσεις που χρησιμοποιούν οι κυρίως αντίδικες εταιρείες διαφέρουν ουσιωδώς, καθ' όσον στην πραγματικότητα η πρώτη αναιρεσίβλητη απλώς και μόνο αποτυπώνει σε έγχρωμο φόντο το δικό της σήμα-διακριτικό γνώρισμα, με μόνη την παράσταση του θυρεού, ο οποίος δεν ομοιάζει με εκείνο της αναιρεσείουσας.

Mε τα ως άνω δεδομένα το Εφετείο έκρινε ότι δεν προκαλείται σύγχυση στο αγοραστικό κοινό ως προς την πραγματική προέλευση του ζύθου που αγοράζει για κατανάλωσή του, αφού δεν υπάρχει προσέγγιση της συνολικής εικόνας των διακριτικών γνωρισμάτων-σημάτων που χρησιμοποιούν οι διάδικοι για τη διάκριση των προϊόντων τους.

Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι η διάθεση της μπύρας παραγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, στην Ελληνική αγορά σταδιακά σε διάφορες περιοχές της, που έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται μερικώς η κατανάλωση της μπύρας που παράγεται από την αναιρεσείουσα δεν γίνεται κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη, γιατί χρησιμοποιώντας για τις εμπορικές συναλλαγές της τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που γνώριζε την Ελληνική αγορά από την προηγούμενη εμπορική συνεργασία με την αναιρεσείουσα, μπόρεσε να αποσπάσει πελάτες, που προηγούμενα προτιμούσαν τη μπύρα της αναιρεσείουσας και ήδη για δικούς τους εμπορικούς λόγους, (περισσότερο κέρδος) προτιμούν την μπύρα που παράγεται από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενόψει και της μη ιδιαίτερης εμμονής του μεγαλύτερου μέρους του καταναλωτικού κοινού να επιλέγει αποκλειστικά το ζύθο που παράγεται από την αναιρεσείουσα.

Συνακόλουθα δε όλων των προεκτιθεμένων το Εφετείο αποφάνθηκε ότι από την παράλληλη διάθεση στην Ελληνική αγορά του ζύθου που παράγεται από την πρώτη αναιρεσίβλητη με τη διάθεση της μπύρας που παράγεται από την αναιρεσείουσα, δεν προσβάλλεται το σήμα και (ή) το αντίστοιχο διακριτικό γνώριμα της αναιρεσείουσας που διακρίνει το προϊόν της, δεν γίνεται διάθεση αυτού αθέμιτα και σε βάρος των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας και δεν προκαλείται σύγχυση στο μέσο καταναλωτή, ούτε ως προς το προϊόν της αναιρεσείουσας, ούτε ως προς την επιχείρηση από την οποία το προϊόν προέρχεται, ο οποίος μπορεί ευχερώς να επιλέξει τη μπύρα που θέλει να πιει ανάλογα με την ποιότητα και το τίμημά της.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή. Με το να κρίνει δε έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Ιδιαίτερα, η παραδοχή του Εφετείου ότι η λέξη Budweiser, πρώτη στη διάταξη του λογότυπου Budweiser- Burgerbrau, χρησιμοποιείται από την αναιρεσίβλητη προς διάκριση των προϊόντων της, ως υποδηλωτικό του είδους που διακρίνει και της γεωγραφικής προέλευσης του προϊόντος της από την περιοχή GeskeBudejovile της Τσεχίας, στην οποία παράγεται ζύθος, τύπου lager, από περισσότερες των δύο διαδίκων και από πολλά έτη υφιστάμενες ομοειδείς επιχειρήσεις, δεν περιέχει αντίφαση προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν αποτελεί αντιφατική αιτιολογία κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, κατά την οποία, έννοια, η αντίφαση πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και όγδοος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔικ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από το οποίο εκδόθηκε η 5874/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην των αναιρεσιβλήτων, ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των τελευταίων ανακάλεσαν τις προτάσεις των κατά τις προηγηθείσες της έκδοσης της απόφασης δικασίμους, κατά τις οποίες αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο κατά την οποία εκδόθηκε αυτή (πρωτοβάθμια απόφαση) και δήλωσαν ότι δεν εκπροσωπούν τις αναιρεσίβλητες, με συνέπεια οι προβληθέντες από τις αναιρεσίβλητες στον πρώτο βαθμό ισχυρισμοί να θεωρούνται ως μηδέποτε πρoβληθέvτες και β) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη κατ' έφεση τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κρίθηκαν νόμιμοι και βάσιμοι από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση καθώς και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτές (αναιρεσίβλητες) νόμιμα ενώπιον του Εφετείου.

Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν, η μεν πρώτη ως απαράδεκτη, γιατί δεν προβάλλει η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αναιρέσεως της, ούτε προκύπτει από το δικόγραφο της από 11-3-2004 έφεσης της ότι επαναφέρθηκε με αυτό ο παραπάνω ισχυρισμός της, η δε δεύτερη ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιοι είναι οι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων που προτάθηκαν απαραδέκτως στο Εφετείο και έγιναν δεκτοί από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους κατ' έφεση προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους, ως αόριστη, αφού δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα αυτά και οι ισχυρισμοί προς υποστήριξη των οποίων πρoσκoμίσθηκαν.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Δεν αποτελούν δε πράγματα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης και δεν ιδρύουν τον λόγο αυτό αναίρεσης η ητιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ

469/1984) και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των νόμιμα προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων. Η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως προβάλλει τις από την παραπάνω διάταξη (559 αριθ.8) ΚΠολΔικ αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) έλαβε παρά το νόμο υπόψη τον μη προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι "στην περιοχή Ceske Budegovice της Τσεχίας παράγεται ζύθος τύπου Lager, από περισσότερες των δύο διαδίκων και από πολλά έτη υφιστάμενες ομοειδείς επιχειρήσεις" β) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι "τα τοπωνυμικά επίθετα δύνανται να έχουν διακριτικό της επιχειρήσεως και του προϊόντος χαρακτήρα", των οποίων έγινε επίκληση, του πρώτου για υποστήριξη και του δευτέρου για αντίκρουση της παραδοχής του Εφετείου ότι η επίμαχη λέξη "Budweiser" είναι στοιχείο περιγραφικό του είδους και της γεωγραφικής προέλευσης του προϊόντος της πρώτης.

Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά ητιολογήμενη άρνηση της αγωγής ο πρώτος και επιχείρημα προς στήριξη αυτής (αγωγής) ο δεύτερος.

Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η προβαλλόμενη με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "από πολλές δεκαετίες τόσο στην Ελλάδα, όσο και παγκοσμίως ο καταναλωτής, όχι μόνο ο προσεκτικός, αλλά και ο απρόσεκτος, έχει συνδέσει την ονομασία Budweriser αποκλειστικά με το δικό της προϊόν και αυτή (αναιρεσείουσα εταιρία) και ότι όταν ο καταναλωτής παραγγέλλει μία "Μπουντβάϊζερ", εννοεί τη δική της μπύρα και ότι αν προσφερθεί στον καταναλωτή η μπύρα της πρώτης αναιρεσίβλητης θα νομίσει ότι είναι η δική της μπύρα που άλλαξε ετικέτα", αφού, όπως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τον ισχυρισμό αυτό, ότι από την κυκλοφορία του προϊόντος της πρώτης αναιρεσίβλητης με το επίμαχο διακριτικό γνώρισμα "Budweiser Burgerbrau" προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ότι το προϊόν της πρώτης αναιρεσίβλητης αποτελεί το προϊόν της αναιρεσείουσας, το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Διδάγματα κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιωτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔικ αιτιάσεις, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με τη μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών για τον κίνδυνο σύγχυσης του καταναλωτή για ποιο προϊόν μπουντβαϊζερ και ποιας εταιρίας πρόκειται (δηλαδή αν πρόκειται για τη μπύρα της αναιρεσείουσας ή της αναιρεσίβλητης) στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 18 παρ. 1 και 3 και 26 παρ. 1 N.2239/1994 και άρθρων 1 και 13 Ν.146/1914.

Ειδικότερα προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία α) "όταν ο καταναλωτής παραγγέλλει μία μπύρα, αυτό που γνωρίζει και συγκρατεί στη μνήμη του είναι το λεκτικό στοιχείο, όπως αυτό ακούγεται και έχει αποτυπωθεί στη μνήμη του (π.χ. Αμστελ, Χενιγκερ, Χάϊνεκερ, Μπουντζβαϊζερ) και όχι τα διάφορα καλλιγραφικά, απεικονιστικά και δευτερεύοντα στοιχεία της ετικέτας, τα οποία σπανίως εντυπώνονται στη μνήμη του καταναλωτή, αλλά και όταν τα προσέξει ασφαλώς νομίζει ότι το προϊόν που γνωρίζει με τη συγκεκριμένη ονομασία, άλλαζε ετικέτα, καθ' όμοιο δε τρόπο, ο καταναλωτής στη συνείδηση του ταυτίζει ένα γνωστό προϊόν με την εταιρεία που το παράγει και β) ότι ο έλληνας καταναλωτής δεν είναι εξοικειωμένος με τη γερμανική γλώσσα και ευχερώς μπορεί να παραπλανηθεί αν, αντί του προϊόντος που παράγγειλε, του δοθεί ένα σφοδρά ομόηχο και με δύσκολες στην προφορά γερμανικές λέξεις προϊόν, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική, ή όχι γραφή και τις διάφορες άλλες απεικονίσεις, τις οποίες, ιδίως όταν οι ονομασίες των προϊόντων αυτών συντίθεται από λέξεις με όμοια βαρειά και έντονα σύμφωνα "μπουντβαϊζερ μπουντμπροϊ - μπουντβαϊζερ μπουγερμπροϊ και μάλιστα με κοινή τη λέξη μπoυντβαϊζερ".

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, γιατί τα παρατιθέμενα με αυτούς συμπεράσματα δεν έχουν το χαρακτήρα διδαγμάτων κοινής πείρας, που μπορεί να αντληθούν από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις σχετικές με την κατανάλωση της μπύρας συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσου μορφώσεως ανθρώπου, ως προς το ζήτημα αυτό.

Από τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα από την κατάθεση του μάρτυρα ....., την με αριθ. .... ένορκη βεβαίωση του ....., ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών ..... και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, προκύπτει αδίστακτα και δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία τόσο και την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα ..... (την οποία μνημονεύει ειδικώς), όσο και 1) το απόσπασμα του Εμπορικού βιβλίου του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ceske Budezovice 2) πλήρες απόσπασμα του Εμπορικού Μητρώου του αυτού δικαστηρίου 3) απόσπασμα της 8-10-2004 του παλαιού Γερμανικού βιβλίου εταιρειών 4) από ....ένορκη βεβαίωση της ....., ενώπιον του Συμ/φου ......

με αριθμό ..... 5) από 18-10-1950 βασική καταχώρηση σήματος της αναιρεσείουσας Budweiser Budrau και απεικόνιση υπ' αριθ. .... καταχώρηση σε 14 χώρες του Παγκόσμιου Οργανισμού πνευματικής ιδιοκτησίας 6) από 11-5-1960 βασική καταχώρηση σήματος της αναιρεσείουσας BUDWEISER με αριθ. .... καταχώρηση σε 24 χώρες του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας 7) Σήμα της αναιρεσείουσας BUDWEISER BUDVAR και απεικόνιση με αριθ. .....-καταχώρηση σε 18 χώρες του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής ιδιοκτησίας 8) Καταχώρηση σήματος της αναιρεσείουσας Budweiser Budvar και απεικόνιση με αριθ. ..., σε 18 χώρες του Παγκοσμίου Οργανισμού πνευματικής Ιδιοκτησίας 9) καταχώρηση σήματος Budweser και απεικόνιση με αριθ. ....

σε 32 χώρες του Παγκοσμίου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας 10) καταχώρηση σήματος Budweiser Budbrau και απεικόνιση με αριθ. .... σε 32 χώρες του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας 11) καταχώρηση σήματος της αναιρεσείουσας Budweiser Budvar και απεικόνιση με αριθ. .... σε 32 χώρες του Παγκοσμίου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας 12) από 29-3-1991 και 11-4-1995 συμβάσεις μεταξύ της αναιρεσείουσας, και της δεύτερης αναιρεσίβλητης περί αποκλειστικής εισαγωγής και πώλησης μπύρας της αναιρεσείουσας Budweiser 13) από 2-12-1997 και 2-12-1997 συμβάσεις διαφημίσεως Budweiser μεταξύ της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, 14) από 3-1-2000 καταγγελία σύμβασης που ισχύει από Απρίλιο 2000 15) από 8-7-1997 επιστολή προσφορά της ΟΜΝΙΑ ADVERTISING CΟΜΡΑΝΥ, που είναι διαφημιστική εταιρία του ΠΑΟΚ Θεσ/κης για διαφήμιση στο γήπεδο ΠΑΟΚ του προϊόντος της αναιρεσείουσας Budweiser 16) από 9-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό διαφήμισης που επακολούθησε την προαναφερόμενη επιστολή 17) 4 φωτογραφίες διαφήμισης της Budweiser, στην Εθνική οδό, γήπεδα και δημόσιους χώρους 18) απόσπασμα του τεύχους ...., του περιοδικού .... 19) φωτοτυπικό αντίγραφο κάρτας που έδωσε ο .....

στον ..... αρχές Ιουλίου 2004 20) με αριθ..... απόδειξη πώλησης προϊόντων των αναιρεσιβλήτων, φερομένων ως Budweiser (σκέτο). Επομένως οι προβαλλόμενες με τους ένατο και δέκατο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔικ αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρος ....., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Επίσης πρέπει να απορριφθεί και η προβαλλόμενη με το δέκατο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό του πόρισμα πραγματικά περιστατικά ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο αναφέρει σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα, από την συνεκτίμηση των οποίων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα αναφερόμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά.

Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο ένατος λόγος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και συγκεκριμένα τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης με το να δεχθεί τα αντίθετα από το περιεχόμενο της κατάθεσης του εξετασθέντος στο ακροατήριο μοναδικού μάρτυρα, αφού έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ, δεν αποτελούν τα πρακτικά, ως προς τις περιεχόμενες σε αυτά καταθέσεις μαρτύρων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2005 αίτηση της εταιρίας ....., για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 3418/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας ...., την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ