32/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated32/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, η κρινόμενη από 17-10-2016 αίτηση για αναίρεση της 315/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 32 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 32/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Χ. - Χ. Τ. του Α., κατοίκου …, 3)Β. Ί. του Κ., κατοίκου …, 4)Ε. Α. του Α., κατοίκου …, 5)Α. Π. του Α., κατοίκου …, 6)Β. Κ. του Α., κατοίκου …, 7)Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 8)Ε. Β. του Π., κατοίκου ..., και 9)Α. Μ. του Θ., κατοίκου .... Η 7η (Ε. Τ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μαουσίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/10/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο και από το δικαίωμα του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις. Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή (Ολ.ΑΠ 1187/1981).
Συνεπώς, η παραίτηση της έβδομης αναιρεσείουσας Ε. Τ. με το από 28-1-2021 δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29-1-2021, χωρίς ωστόσο να προκύπτει η επίδοσή του στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανίσχυρη και δεν συνεπάγεται έννομο αποτέλεσμα (ΑΠ 1036/2008). Εξάλλου, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, η κρινόμενη από 17-10-2016 αίτηση για αναίρεση της 315/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την οικεία σειρά του πινακίου η έβδομη αναιρεσείουσα Ε. Τ. δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της τελευταίας.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 315/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε ερήμην του έκτου των εφεσιβλήτων-εναγόντων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 επ. ΚΠολΔ), επί της από 9-9-2014 έφεσης του ηττηθέντος εν μέρει πρωτοδίκως εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 97/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που εκδόθηκε επί της από 24-1-2011 αγωγής των εφεσιβλήτων-εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, η οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 557 παρ. 3 ΚΠολΔ).
'Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την από 24-1-2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) και λοιπά πρόσωπα (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει διαδοχικών έγγραφων συμβάσεων έργου που κατάρτισαν με την Περιφέρεια Θεσσαλίας, νομίμως εκπροσωπούμενης, απασχολήθηκαν ως υπάλληλοι στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, της Περιφέρειας Θεσσαλίας κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, διάρκειας των συμβάσεων, οι επτά πρώτοι του ..., η όγδοη και η ένατη του ..., η δέκατη του ...
και η ενδέκατη και δωδέκατος του .... Ότι όλοι οι ανωτέρω ενάγοντες απασχολήθηκαν για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι τις 3-9-2010 οι ένδεκα πρώτοι, και μέχρι τις 4-12-2009 ο δωδέκατος, οπότε έληξε η τελευταία κατά σειρά καταρτισθείσα έγγραφη σύμβαση. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις τους προσχηματικά χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου, ενώ συνιστούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αρνείται να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους για το επίδικο χρονικό διάστημα απασχόλησής τους (από 4-9-2009 έως 3-9-2010).
Ζήτησαν δε υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για τις μη καταβληθείσες αποδοχές του (βασικό μισθό του αντίστοιχου με την προϋπηρεσία μισθολογικού κλιμακίου, αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2009 και 2010 και δώρο Πάσχα 2010, ειδικό επίδομα ποσού 176 ευρώ και επίδομα πληροφορικής), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, κυρίως βάσει έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Και επικουρικά, α) σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί το ανωτέρω εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς τα ίδια ποσά νομιμοτόκως, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό β) σε περίπτωση που κριθεί ότι οι άνω συμβάσεις τους φέρουν το χαρακτήρα γνησίων συμβάσεων μίσθωσης έργου, να υποχρεωθεί το ανωτέρω εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς τη συμφωνηθείσα αμοιβή τους για το έργο που εκτέλεσαν και παρέδωσαν στο εναγόμενο, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 13.800 ευρώ για καθέναν από τους ένδεκα πρώτους και στο ποσό των 3.430 ευρώ για τον δωδέκατο, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα έκδοσης κάθε τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, και γ) σε περίπτωση ακυρότητας των παραπάνω συμβάσεων μίσθωσης έργου, να υποχρεωθεί το ανωτέρω εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς τα ίδια ως άνω χρηματικά ποσά, εντόκως, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 97/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την πρώτη επικουρική βάση της, τη στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της. Επί της από 9-9-2014 έφεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και της ασκηθείσας με τις προτάσεις αντέφεσης των εφεσιβλήτων - εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 315/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αντέφεση και έγινε δεκτή η έφεση και, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, και στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη 97/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή τόσο κατά την κύρια αυτής βάση, τη στηριζόμενη στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όσο και κατά την πρώτη επικουρική βάση της, τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στη συνέχεια, το Εφετείο προχώρησε αυτεπάγγελτα στην έρευνα των μη εξετασθεισών βάσεων της αγωγής (δεύτερης και τρίτης επικουρικώς) και τις απέρριψε ως αόριστες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕιΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίο να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ολΑΠ 28/2005).
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει, ότι κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθεαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της σύμβασης.
Αντικείμενο δε της σύμβασης αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε όμως περίπτωση τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
Τέλος, ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδεται σε αυτή από τους διαδίκους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της συμβάσεως από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ολΑΠ 19/2007, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 666/2009).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης,. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ολΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνον στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 861/1984, ΑΠ 849/2020, ΑΠ 927/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σε αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 52796/4-9-2009 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών αποφασίσθηκε η ανάθεση με σύμβαση έργου σε δώδεκα άτομα διαφόρων ειδικοτήτων από την Περιφέρεια Θεσσαλίας του έργου της συγκέντρωσης, επεξεργασίας και ταξινόμησης των αιτήσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε όλους εκείνους, οποίοι έχουν ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς από την Βόρειο Ήπειρο.
Η διάρκεια του έργου κατά την ανωτέρω απόφαση καθορίστηκε σε δώδεκα μήνες. Επιπλέον το συγκεκριμένο έργο χαρακτηρίσθηκε ως έκτακτη υπηρεσιακή ανάγκη, δεδομένου ότι δεν αφορούσε πάγιες υπηρεσιακές ανάγκες, και επιπλέον προβλεπόταν η εφάπαξ ολοκλήρωσή του εντός του προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος, χωρίς την προοπτική επανάληψης στο μέλλον.
Σε εκτέλεση της παραπάνω απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../4-9-2009 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, με την οποία αποφασίσθηκε η ανάθεση του παραπάνω έργου στους ενάγοντες. Στη συνέχεια καταρτίσθηκαν μεταξύ της Περιφέρειας Θεσσαλίας και με καθένα από τους ενάγοντες στις 4-9-2009 πανομοιότυπες έγγραφες συμβάσεις έργου.
Η ολοκλήρωση του έργου καθορίστηκε στις 3-9- 2010. Στις συμβάσεις αυτές καθένας από τους ενάγοντες αναδείχθηκε σε ανάδοχο του προαναφερθέντος στην υπουργική απόφαση έργου. Το χρηματικό αντάλλαγμα για την εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου καθορίστηκε σε 13.800 ευρώ για κάθε ανάδοχο, το οποίο θα καταβαλλόταν, εφόσον εκδιδόταν από τον κάθε ανάδοχο-ενάγοντα Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Σύμφωνα με τις παραπάνω συμβάσεις, η πληρωμή προς τον κάθε ανάδοχο θα πραγματοποιούνταν με βάση πιστοποιήσεις που θα υποβάλλονταν στην Διεύθυνση Διοίκησης Περιφέρειας Θεσσαλίας σε περιοδική βάση και θα περιελάμβαναν την έκθεση εκτελεσθέντων εργασιών κατά μήνα μαζί με την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των κατά μήνα εργασιών.
Κάθε ανάδοχος του έργου καθορίστηκε ότι είναι υπεύθυνος για την αποτελεσματική και πρόσφορη εκτέλεση του έργου, καθώς επίσης ότι ευθύνεται για τυχόν ελαττώματα, τα οποία θα υποχρεούται να διορθώσει. Τόπος τέλεσης του έργου επιλέχθηκε η Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης του ...
και τα τμήματα αυτής στους νομούς .... Οι ενάγοντες εξέδωσαν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί ήσαν ελεύθεροι επαγγελματίες διαθέτοντες σφραγίδα, στην οποία αναφερόταν ότι αναλάμβαναν υπηρεσίες δακτυλογράφησης και γραμματειακής υποστήριξης με ηλεκτρονικό υπολογιστή, αναγράφονταν δε επί της σφραγίδας, τεθείσας στα παραπάνω έγγραφα, ο Α.Φ.Μ του κάθε ενάγοντος.
Από όλα τα παραπάνω δεδομένα αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες δεν είχαν προσληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ο δε συγκεκριμένος βασικός ισχυρισμός αυτών είναι ουσιαστικά αβάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε στη συνέχεια ότι οι ένδικες συμβάσεις που συνέδεαν τους αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων έργου και όχι συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και στον ΑΝ 765/1943, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτήρα των επίδικων συμβάσεων ως συμβάσεων έργου, και ότι αυτές ουδέποτε απέκτησαν το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, που αποτελεί ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής, αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής, πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εξεταζομένου αυτεπαγγέλτως, πλην άλλων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, συντελούμενη με την έκθεση των παραγωγικών του αγωγικού δικαιώματος πραγματικών γεγονότων, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται εκ τούτου ως απαράδεκτη, της αοριστίας μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή από άλλο έγγραφο.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται, ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπόλοιπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μίσθωσης έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα των εργασιών που θα εκτελεσθούν, ποια είναι αυτή κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν (ΑΠ 1487/2017, ΑΠ 314/2009, ΑΠ 1336/2008, ΑΠ 1539/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούνται να αποδώσει την ωφέλεια, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1307/2010, ΑΠ 1225/2008).
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1307/2010). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (ολ ΑΠ 18/1998, ολΑΠ 1573/1981, ΑΠ 108/2020). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται αναιρετικά με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αγωγή, της οποίας το περιεχόμενο εκτέθηκε ήδη παραπάνω, κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της, με την οποία αξιώνεται η καταβολή στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες της συμφωνηθείσας κατ' αποκοπή, αμοιβής τους για το έργο που εκτέλεσαν και παρέδωσαν στο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει εγκύρων συμβάσεων έργου, κατά το χρονικό διάστημα από 4-9-2009 έως 3-9-2010, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, καθώς και κατά την τρίτη επικουρική βάση της, τη στηριζόμενη στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σε περίπτωση ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων, είναι πλήρως ορισμένη, καθότι περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της.
Ειδικότερα: Α) ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, στο οικείο δικόγραφο αναφέρονται: α) η κατάρτιση έγγραφων συμβάσεων έργου μεταξύ των διαδίκων, β) το έργο που συμφωνήθηκε με τις ως άνω συμβάσεις να εκτελεστεί και συνίσταται στη συγκέντρωση, ταξινόμηση, έλεγχο και επεξεργασία στοιχείων των παλιννοστούντων ομογενών, που απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια και των μεταναστών, που έχουν αποκτήσει άδεια παραμονής ή στους οποίους πρόκειται να χορηγηθεί άδεια παραμονής και στη δημιουργία βάσης δεδομένων, ολοκλήρωση, έλεγχο και επεξεργασία εκκρεμών φακέλων πολιτογράφησης που περιήλθαν στην Περιφέρεια από το ΥΠΕΣΔΔΑ, γ) η εκτέλεση και παράδοση του συμφωνηθέντος έργου από τους ενάγοντες, και δ) η αμοιβή, που συμφωνήθηκε, κατ' αποκοπή, για καθέναν από τους ενάγοντες, Β) ως προς την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής, στο οικείο δικόγραφο διαλαμβάνονται α) ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου σε βάρος των εναγόντων, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης έργου, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας των εναγόντων και η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα ενώπιόν του οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από9-9-2014 έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της τη στηριζόμενη στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και την πρώτη επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μετά δε από αυτεπάγγελτη έρευνα της δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής από έγκυρη σύμβαση έργου και της τρίτης επικουρικής βάσης αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης έργου, απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή κατά τις ως άνω βάσεις της λόγω αοριστίας "καθόσον ουδόλως αναφέρονται τα στοιχεία που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής κάθε ενάγοντος, δηλαδή αν η αμοιβή τους συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή ή κατά μονάδα παρεχόμενου έργου.
Περαιτέρω, και εν αναφορά με βάση το καθοριστικής σημασίας δεδομένου για τη δεύτερη περίπτωση, οι ενάγοντες δεν προσδιορίζουν την αριθμητική μονάδα καθορισμού της αμοιβής κάθε ενός από αυτούς για το συμφωνηθέν έργο, δηλαδή το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό ως αμοιβή για κάθε μία ή για τις περισσότερες κατ' αριθμό, προσδιορίζοντας τον αριθμό αυτό, αιτήσεις τις οποίες επεξεργάστηκαν και ταξινόμησαν.
Επίσης δεν αναφέρεται αν το έργο πραγματοποιήθηκε κατά τμήματα, περαιτέρω δεν συγκεκριμενοποιείται το χρονικό διάστημα πραγματοποίησης κάθε τμήματος έργου και τέλος ποιο ήταν αυτό, δηλαδή αν οι προς επεξεργασία αιτήσεις καθορίζονταν αριθμητικά εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, δηλαδή ανά ημέρα ή εβδομάδα ή μήνα.
Επίσης, οι ενάγοντες δεν αναφέρουν στην αγωγή τους το απαραίτητο στοιχείο του "μεγέθους" του παραχθέντος έργου, δηλαδή τον αριθμό των από τον καθένα τους συνολικώς επεξεργασθεισών αιτήσεων, ώστε σε συνδυασμό με τη μονάδα αμοιβής ανά επεξεργαζόμενη αίτηση να μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο τούτο ο υπολογισμός της συνολικής αμοιβής, χωρίς να αναπληρώνεται η παραπάνω έλλειψη από την αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής της συνολικής αμοιβής εκάστου ενάγοντος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι η εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή". 'Ετσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της αγωγής, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (όχι του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), και ως εκ τούτου είναι βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, ο αυτός, ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίασή του για ανεπαρκείς αιτιολογίες στην περί αοριστίας της αγωγής κατά την Τρίτη επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής εννόμου προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη, ως εν προκειμένω, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ολΑΠ 3/1997, ΑΠ 103/2017, ΑΠ 684/2017).
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή των δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδ. προς την παρ. 2 της 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 315/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ