32/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated32/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως καθίσταται απορριπτέα, στο δε αναιρεσείον πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του, μειωμένη όμως, (άρθρ. 183, 191 § 2, 176 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.
Full text
Απόφαση 32 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 32/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 π... ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Περίανδρο Τσίτσικα, με δήλωση του άρθρου 242 π... του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2011 αγωγή της Α. χήρας Σ. Χ., μετά τον θάνατο της οποίας συνεχίζει τη δίκη ο ήδη αναιρεσίβλητος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2858/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2115/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 12-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 10-10-2017 έκθεσή της με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Η περίπτωση αυτή, (στηριζομένη στην παράβαση του συστήματος της συζητήσεως, υπάρχει, όταν για τα δεκτά γενόμενα δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή ελήφθη υπόψιν απόδειξη που είχε διαταχθεί για άλλο θέμα ή αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από τον νόμο, ή δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από όποια αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει την απόδειξη, για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά.
Επίσης, ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν από το δικαστήριο έγιναν δεκτά "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση, ως άνω, χωρίς να διαταχθεί απόδειξη. "Πράγματα" δε είναι ουσιώδεις ισχυρισμοί για την έκβαση της δίκης, δηλαδή ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι πραγματικοί ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Περαιτέρω, κατ’ αριθμ. 19 του άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει, (λόγω παντελούς ελλείψεως αιτιολογιών ή λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών), όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συμφώνως προς τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν, δηλαδή, (όπως προεκτέθηκε) στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
ΙΙ. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο βάλλει κατά της 2155/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δη: Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο, ότι ανεπαρκώς αιτιολόγησε την προϋπόθεση της καλής πίστεως προς κτήση της κυριότητος των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου κατά τις διατάξεις του ΒΡ δικαίου.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον χαρακτήρα του επιδίκου, το οποίον αρχικώς αντιμετωπίζεται ως "αγροτεμάχιο", ενώ σε άλλη θέση θεωρείται ως "δάσος", ήτοι η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα συναρτάται με ζήτημα ουσιώδες, δεδομένου ότι διαφορετικές πράξεις νομής προσιδιάζουν επί αγροτικής και δασικής εκτάσεως αντιστοίχως.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο διέλαβεν ασαφείς αιτιολογίες σχετικώς προς την κτήση κυριότητος από τους φερομένους ως απωτάτους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου της επίδικης εκτάσεως, με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του Β.Ρ. δικαίου, αναφορικώς προς τις διενεργηθείσες από αυτούς πράξεις νομής, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1860 έως την 11.9.1915, ενόψει της μη πλήρους διευκρινίσεως από το δικάσαν δικαστήριο, της μορφής της επίδικης εκτάσεως, συντελεσθείσης έτσι της πλημμέλειας (όπως με αμφοτέρους τους λόγους το αναιρεσείον διατείνεται), του άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ.
Προσέτι, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον, ισχυρίζεται ότι, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ως απώτατο δικαιοπάροχο της μητέρας του αναιρεσιβλήτου (αρχικής ενάγουσας, μετά τον θάνατο της οποίας ο τελευταίος είναι συνεχιστής της δίκης), τον Δ.
Α., πριν από το 1860, οπότε και απεβίωσε και με κληρονομική διαδοχή η ευρύτερη έκταση των 36 στρεμμάτων, (στην οποία περιλαμβάνετο η επίδικη έκταση), είχε περιέλθει στον υιό του Γ. Α., χωρίς να παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του κι έτσι υπέπεσε στο κατ’ αρθρ. 559 αρ.10 ΚΠολΔ σφάλμα.
ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής:
Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν, ένας από κάθε πλευρά, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα 3112/2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του δικαστηρίου, τα σχεδιαγράμματα και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο, επιφάνειας 243,60 τ.μ., στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ..., εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου, όπως αυτό αποτυπώνεται με ... και με τα αλφαβητικά στοιχεία ... στο Ιούνιο 1963 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Β. και είναι προσαρτημένο στο με αριθμό .../1963 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Η.
Α. καθώς και με κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ... στο προσαγόμενο μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα από Νοέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Τ. και συνορεύει σύμφωνα με αυτό, βόρεια με ιδιοκτησία Μ., νότια με ιδιοκτησία Μ., ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο αποτελείται από δύο (2) επιμέρους (όμορα) εδαφικά τμήματα εμβαδών 128,78 τ.
μ και 114,82 τ. μ αντίστοιχα, τα οποία ανήκαν το μεν πρώτο (εδαφικό τμήμα) σε μεγαλύτερο τμήμα αγροτικής έκτασης 5.801,75 τ.μ εμφαινόμενο με τα αλφαβητικά στοιχεία δ-γ-ζ-η-ε-δ, το δε δεύτερο σε μεγαλύτερο τμήμα αγροτικής έκτασης 2.964,47 τ.μ εμφανόμενο με τα αλφαβητικά στοιχεία ... στο από Ιανουάριο 1963 τοπογραφικό/ διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Α.
Σ. που είναι προσαρτημένο στις με αριθμούς .../1963 και ...1963 πράξεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ.. Η ενάγουσα απέκτησε το παραπάνω διακριτό με ... ακίνητο, λόγω αγοράς από τους Ν. Κ. του Δ. και Γ. Μ. του Δ., δυνάμει του .../11.7.1963 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Α., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως ..., στο ...
και ..., σε συνδυασμό με την .../30.1.1970 πράξη εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του ..., στο τόμο .... Ειδικότερα, οι παραπάνω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, Ν. Κ. του Δ. και Γ. Μ. του Δ., ιδιοκτήτες των μεγαλύτερων ως άνω αγροτικών εκτάσεων των 5.841,75 τ.μ και 2.984,47 τ.μ αντίστοιχα, μαζί με τους Δ.
και Γ. Α. του Ν., ιδιοκτητών (κατόπιν των αναφερομένων στην αγωγή καθολικών και ειδικών διαδοχών με απώτερο τίτλο κτήσεως το .../11.10.1888 δωρητηρίο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π.) όμορων διαδοχικών εδαφικών εκτάσεων 2.901,23 τ.μ αντίστοιχα η κάθε μία, που απεικονίζονται η μεν πρώτη με τα αλφαβητικά στοιχεία ... (Δ.
Α.), η δε δεύτερη με τα αλφαβητικά στοιχεία ... (Γ. Α.) στο παραπάνω από Ιανουάριο 1963 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Α. Σ., που είναι προσαρτημένο στις με αριθμούς .../1963 και ...1963 πράξεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ., αποφάσισαν το έτος 1963, την οικοπεδοποίηση των πιο πάνω τεσσάρων (4) όμορων και διαδοχικών ιδιοκτησιών τους, συνολικής εκτάσεως 14.625,68 τ.μ.
Για το λόγο αυτό ανέθεσαν την καταμέτρηση και τοπογράφηση της ως άνω έκτασης στον πολιτικό υπομηχανικό Α. Σ., ο οποίος τελικώς συνέταξε το προαναφερόμενο από Ιανουάριο 1963 τοπογραφικό διάγραμμα (επισυναπτόμενο στην αγωγή), ενώ στη συνέχεια ανέθεσαν την κατάτμηση της έκτασης αυτής, στο πολιτικό υπομηχανικό Γ.
Β., που συνέταξε το προαναφερόμενο από Ιούνιο 1963 σχεδιάγραμμα υπό κλίμακα 1:500 (επισυναπτόμενο στην αγωγή), απεικονίζοντας σε αυτή, την κατά τετράγωνα (όχι κατώτερα των 200,00 τ.μ έκαστο) κατάτμηση της έκτασης, διάνοιξη οδών προς εξυπηρέτηση των οικοπέδων, δημιουργώντας αριθμημένα από το 1 έως το 49 οικόπεδα, όπως οι διαστάσεις και η έκταση του κάθε ένα από αυτά αποτυπώνονται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα.
Οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, Ν. Κ. και Γ. Μ., προέβησαν και σε ενοποίηση των όμορων ιδιοκτησιών τους προκειμένου να δημιουργηθούν άρτια οικόπεδα, με πρόσοψη επί της οδού ..., η οποία δημιουργήθηκε από την απόσπαση εδαφικής λωρίδας από την ανωτέρω ιδιοκτησία του Γ. Μ., χωρίς ωστόσο να αλλοιώσουν νομικά τα εμπράγματα δικαιώματα που είχαν επί των εδαφών του ενοποιήθηκαν.
Για το λόγο αυτό κατά την μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στην ενάγουσα, συμβλήθηκαν και οι δύο ιδιοκτήτες (Γ. Μ. και Ν. Κ.) και καθένας μεταβίβασε τη κυριότητα του (εδαφικού) τμήματος που του ανήκε, όπως αναλυτικά εκτίθεται παραπάνω. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, 1) Ν.
Κ. του Δ. είχε αποκτήσει την μεγαλύτερη αγροτική έκταση των 5.841,75 τ.μ, λόγω αγοράς, από τον Ι. Α. του Δ., δυνάμει του με αριθμό .../1912 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Π. Π., που μεταγράφθηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στο τόμο … και με ... και επαναγράφηκε στο τόμο … με ..., σε συνδυασμό με τη με αριθμό .../1914 πράξη εξοφλήσεως τιμήματος του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Μ.. Η ανωτέρω έκταση προέκυψε κατόπιν νεώτερης καταμέτρησης εκτάσεως 10 περίπου στρεμμάτων που περιήλθε στον προαναφερθέντα δικαιοπάροχο του (Ι. Α.), κατόπιν κληρονομικής διαδοχής στη κληρονομιά που κατέλειπε ο αποβιώσας το 1900 πατέρας του, Δ. Α. του Γ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα, λόγω δωρεάς εν ζωή συσταθείσας από τον πατέρα του Γ.
Α. του Δ., δυνάμει του .../11.10.1888 δωρητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας και 2) Γ. Μ. του Δ. είχε αποκτήσει τη μεγαλύτερη έκταση των 2.984,47 τ.μ., ως διαιρετό τμήμα ευρύτερης έκτασης εννέα στρεμμάτων, λόγω δωρεάς εν ζωή συσταθείσας από τη μητέρα του Ε.
συζ. Μ. (Δ.) Μ., το γένος Γ. Α., δυνάμει του με αριθμό .../1941 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Π. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως ..., στο ... και με .... Στη δικαιοπάροχο μητέρα του, η παραπάνω έκταση περιήλθε κατά κυριότητα, ως τμήμα ευρύτερης έκτασης εννέα (9) στρεμμάτων, ως δωρεά εν ζωή συσταθείσα από τον πατέρα της Γ.
Α. του Δ., δυνάμει του προαναφερθέντος με αριθμό .../11.10.1888 δωρητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου. Τα παραπάνω εδαφικά τμήματα των 5.841,75 τ.μ και 2.984,47 τ.μ., στα οποία περιλαμβάνονταν τα εδαφικά τμήματα των 128,78 τ.μ και 114,82 τ.μ αντίστοιχα, από τα οποία προήλθε το ενιαίο αυτοτελές επίδικο ακίνητο, αποτελούσαν τμήματα ευρύτερης έκτασης αποτελούμενης από 24 διακεκριμένους όμορους αγρούς, συνολικής εκτάσεως 36 στρεμμάτων, τα οποία περιήλθαν στη νομή και κατοχή του απώτερου δικαιοπαρόχου αυτών, Γ.
Α. του Δ., κατόπιν κληρονομικής διαδοχής στην κληρονομιά που κατέλειπε ο αποβιώσας το έτος 1860 πατέρας του, Δ. Α., στην οποία (κληρονομιά) του οποίου υπεισήλθε με πρόθεση κληρονόμου και εξουσίαζε αυτά έκτοτε ως ενιαία έκταση, μέχρι το έτος 1888. Στη συνέχεια ο Γ. Α. του Δ. δυνάμει του προαναφερόμενου .../11.10.1888 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του πρώην ..., δώρισε τα αγροτεμάχια που αποτελούσαν την ανωτέρω έκταση των 32 στρεμμάτων, στα τέσσερα τέκνα του, ήτοι στο Ν. Α., στο Δ. Α. (απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας), στον Κ. Α. και στην Ε. Α. (απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας).
Ειδικότερα, στους παραπάνω απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, Α) Δ. Α. του Γ. περιήλθαν δυνάμει του ως άνω δωρητηρίου συμβολαίου οι παρακάτω αγροί στη θέση "... : 1) αγρός δύο στρεμμάτων (... κατά την αρίθμηση των ακινήτων του), 2) αγρός ενός στρέμματος (... κατά την αρίθμηση των ακινήτων της μερίδας του) 3) αγρός δύο στρεμμάτων (...
κατά την αρίθμηση των ακινήτων της μερίδας του), 4) αγρός δύο και ήμισυ στρεμάτων ( ... κατά την αρίθμηση των ακινήτων της μερίδας του), 5) αγρός ενός στρέμματος (... κατά την αρίθμηση των ακινήτων της μερίδας του, 6) αγρός δύο στρεμμάτων, τους οποίους έκτοτε κατείχε με νόμιμο τίτλο, εξουσιάζοντας αυτούς ως κύριος μέχρι το έτος 1900 που αποβίωσε, κληρονομηθείς από τον υιό του Ι.
Α. του Δ., ο οποίος τους εξουσίαζε ως κύριος μέχρι το έτος 1912 που μεταβίβασε αυτούς στον εκ των άμεσων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, Ν. Κ. και Β) Ε. Α. περιήλθαν οι παρακάτω αγροί στην ίδια ως άνω θέση: 1) αγρός δύο στρεμμάτων (... κατά την αρίθμηση των ακινήτων της μερίδας της), 2) αγρός δύο στρεμμάτων (... κατά την αρίθμηση των ακινήτων της), 3) αγρός ενός στρέμματος (αρ.
… κατά την αρίθμηση των ακινήτων της μερίδας της), 4) αγρός δύο στρεμμάτων (αρ… κατά την αρίθμηση των ακινήτων της μερίδας της), 5) αγρός ενός στρέμματος (αρ…. κατά την αρίθμηση των ακινήτων της μερίδας της), 6) αγρός ενός στρέμματος (αρ. … κατά την αρίθμησης των ακινήτων της μερίδας της). Οι δε ανωτέρω άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας εξουσίαζαν τα παραπάνω ακίνητα από το έτος 1912 και από το έτος 1888, στις 11.9.1915, αλλά και πέραν αυτής, με το συνυπολογισμό της ιδίων προσόντων, νομής των δικαιοπαρόχων τους, είχαν γίνει κύριοι των παραπάνω ακινήτων, τμήμα των οποίων είναι και το επίδικο, με έκτακτη χρησικτησία.
Πιο συγκεκριμένα, τα παραπάνω ακίνητα που κατείχαν οι ανωτέρω ιδιοκτήτες από τις προαναφερόμενες χρονολογίες, με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, εξουσιάζονταν αυτά στο σύνολο τους ως ενιαία έκταση, από το έτος 1860, αδιαλείπτως από το Γ. Α. έως το έτος 1888, με τα προσόντα κληρονόμου και την ειλικρινή πεποίθηση αληθινού κληρονόμου και κυρίου, στη συνέχεια εξουσιάζονταν κατά τις παραπάνω διακρίσεις του δωρητηρίου συμβολαίου, αφενός μεν από την Ε.
Α. έως το έτος 1941 και στη συνέχεια διαιρετό τμήμα αυτού από τον ειδικό διάδοχο της και άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Γ. Μ. μέχρι το έτος 1963, αφετέρου δε από το Δ. Α. του Γ. έως το έτος 1900 που αποβίωσε και στη συνέχεια από τον καθολικό διάδοχο του, Ι. Α. του Δ., με τα προσόντα κληρονόμου και την ειλικρινή πεποίθηση αληθινού κληρονόμου και κυρίου μέχρι το έτος 1912 και στη συνέχεια από τον ειδικό διάδοχο του και άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, Ν.
Κ. έως το έτος 1963. Όλοι οι παραπάνω που κατείχαν διαδοχικά, αρχικά το σύνολο της μείζονος εκτάσεως και στη συνέχεια τα διαιρετά τμήματα από τα οποία προήλθε το επίδικο ακίνητο, κατείχαν αυτά ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και στη μορφολογία τους διακατοχικές πράξεις, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή αμφισβήτηση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα, οι ανωτέρω καλλιεργούσαν τους ανωτέρω αγρούς με δημητριακά και αμπέλια, συλλέγοντας τους καρπούς, επιβλέποντας αυτά, συντάσσοντας τοπογραφικά διαγράμματα έχοντας πάντοτε ειλικρινή πεποίθηση, ότι με τη κτήση της νομής τους κατά το προαναφερόμενο τρόπο (καθολική και ειδική διαδοχή) και νεμόμενοι ως κύριοι αρχικά το σύνολο της μείζονος εκτάσεως και στη συνέχεια τα διαιρετά τμήματα, έχοντας πάντοτε ειλικρινή πεποίθηση, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946), ότι με την κτήση της νομής τους κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενοι ως κύριοι τα ακίνητα αυτά, μέσα στα όρια των οποίων περιλαμβανόταν και το επίδικο αγροτεμάχιο (οικόπεδο), δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό (ολόκληρο ή μέρος του), μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, έχοντας την πεποίθηση (οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας), χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στα διαιρετά τμήματα που τους μεταβιβάστηκαν με τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις, στο οποίο περιλαμβανόταν ολόκληρα τα πωλούμενα στην ενάγουσα εδαφικά τμήματα των 128,78 τ.μ και 114,82 τ.μ και επομένως, και το επίδικο ακίνητο της.
Ενόψει των εκτεθέντων, ο άμεσος και η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ν. Κ. και Ε. Α. κατέστησαν κύριοι των παραπάνω μειζόνων εδαφικών εκτάσεων, στα οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο αγροτεμάχιο, με χρησικτησία (έκτακτη, κατά το προγενέστερο δίκαιο) και ήδη την 11.09.1915 ανήκαν στην κυριότητα τους, ως νεμόμενοι μέχρι τότε αυτά συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, με συνυπολογισμό των ιδίων προσόντων νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους.
Με τα δεδομένα αυτά, το γεγονός ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους δεν τήρησαν την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του β.δ/τος της 17/29.11.1836 διαδικασία υποβολής των νόμιμων τίτλων ιδιοκτησίας τους, στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση, εντός της οριζόμενης ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευση του (ΦΕΚ 69/01.12. 1836), δεν έχει έννομη επιρροή στην προκείμενη περίπτωση, αφού, μετά την παράλειψη τους αυτή, που είχε σαν συνέπεια τα δασικά τμήματα του υπήρχαν εντός της μείζονος ως άνω εκτάσεως των 32 στρεμμάτων να θεωρούνται ως αδιαφιλονίκητα εθνικά, παραμένοντας στην κατοχή τους, εξακολούθησαν να νέμονται αυτά, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως δυνάμει καθολικών και ειδικών διαδοχών μέχρι την 11.09.1915, οπότε, κατά τα εκτεθέντα, απέκτησαν την επ’ αυτών κυριότητα, όπως και της υπόλοιπης μείζονος έκτασης του συγκεκριμένου κτήματος, δεδομένου ότι η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ήταν επιτρεπτή και επί δασών, με τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας προϋποθέσεις, που αποδείχθηκαν.
Κατά συνέπεια, στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχουν πλέον εφαρμογή για το επίδικο ακίνητο οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και πάντως μετά την 11.09.1915 δασικών κωδίκων σύμφωνα με τις οποίες το δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια γενικά δάση, έστω και αν δεν έχει ενεργήσει πράξεις νομής και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί νομή με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 85/2003 ο.π.).
Άλλωστε, τις ως άνω διακατοχικές πράξεις εξακολούθησαν να ασκούν συνεχώς οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (Ν. Κ. και Γ. Μ.), με την πεποίθηση ότι ήταν κύριοι μέχρι την 11.7.1963 που μεταβίβασαν στην ενάγουσα τα παραπάνω τμήματα της μείζονος ως άνω έκτασης στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο αγροτεμάχιο, χωρίς ποτέ μέχρι τότε να αμφισβητηθεί η ήδη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδεμία διακατοχική πράξη έχει ασκήσει επί της έκτασης αυτής.
Επομένως, οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι κατέλαβε και δήμευσε το επίδικο αγροτεμάχιο κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας, ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Οθωμανούς ή εγκαταλείφθηκε απ’ αυτούς, δυνάμει της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 03.02, 04/16.06, 19.06/01.07.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητα του ως δασικό τμήμα κατά τις διατάξεις του β.δ/τος της 17/29.11.1836, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος της 03/15.12.1833, άλλως, με τακτική, άλλως, έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενο αυτό από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, άλλως, ως αδέσποτο κατά τις διατάξεις του από 10.07.1837 β.δ/τος έχοντος ισχύ νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων".
Συνακόλουθα, η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Ε. Α., ως αποκλειστική κυρία 6 συνεχόμενων αγρών στη θέση "...", αρχικής εκτάσεως 9 περίπου στρεμμάτων, νομοτύπως μεταβίβασε (το έτος 1941) στον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, Γ. Μ., διαιρετώς, το ήμισυ αυτής (1/4) που κατά νεώτερη εμβαδομέτρηση της, είναι 2.984,47 τ.μ.
στην οποία περιλαμβάνεται τμήμα του επίδικου εκτάσεως 114,82 τ.μ. ο οποίος στη συνέχεια μαζί με τον έτερο άμεσο δικαιοπάροχο της Ν. Κ., αποκλειστικό κύριο εκτάσεως κατά νεώτερη εμβαδομέτρηση 5.841,75 τ.μ. στην οποία περιλαμβάνεται τμήμα του επίδικου εκτάσεως 128,78 τ.μ., νομοτύπως μεταβίβασαν στην ενάγουσα τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα, η οποία έτσι νομίμως απέκτησε δικαίωμα επί του ενιαίου επιδίκου ακινήτου, (αρ. ...).
Το δικαίωμα της ουδέποτε καταλύθηκε, λόγω θεμελίωσης, μεταγενεστέρως, δικαιωμάτων κυριότητας του Δημοσίου επί του επίδικου με πρωτότυπο τρόπο, αφού όλοι απώτεροι και άμεσοι δικαιοπάροχοι της το κατείχαν, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, με διάνοια κυρίου, προβαίνοντας καλόπιστα στην εκμετάλλευση και αξιοποίηση του ακωλύτως με τη συνεχή εκτέλεση σε αυτό εμφανών διακατοχικών πράξεων, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, όπως φύλαξη, εποπτεία, καθαρισμό, καλλιέργεια, κατάτμηση των μείζονων εδαφικών εκτάσεων που περιήλθαν σ’ αυτούς με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις.
Από την 11.7.1963 και μέχρι την έγερση της υπό κρίση αγωγής (16.12.2011) αποκλειστικά η ενάγουσα, συνέχισε τις παραπάνω πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της επί του διαιρετού και αυτοτελούς ακινήτου της και ειδικότερα προέβη σε περίφραξη αυτού, το δήλωνε στο αντίστοιχο έντυπο (Ε9) δώλωσης ακινήτων, το επέβλεπε και το προστάτευε ως κυρία, αποβάλλοντας τρίτους που κατείχαν παράνομα αυτό.
Έτσι, η ενάγουσα έγινε αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου, παραγώγως με τους επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας της, χωρίς να επέρχεται με αυτούς παράνομη κατάτμηση του, και σε κάθε περίπτωση και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Οι ανωτέρω παραδοχές δεν διαφοροποιούνται από το με αρ. πρωτ. ....3.2011 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ανατολικής Αττικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής που επικαλείται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο κτηματογράφησε την ευρύτερη έκταση στην οποία εμπίπτει το επίδικο, βάσει των διατάξεων του ν. 248/1976, ως δημόσια δασική τουλάχιστον από το έτος 1937 κατά την έννοια του άρθρου 3 π...
και 3 του ν. 998/1979, σημειώνεται δε (το επίδικο) στο απόσπασμα του προσωρινού κτηματικοί χάρτη (Π.Κ.Χ) και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα (Π.Κ.Π) της Κτηματικής Μονάδας του ..., που έχουν συνταχθεί από το 209ο συνεργείο κτηματογράφης της Περιφειριακής Διεύθυνσης Δασών Αττικής και Νήσων, με αριθμό εδαφοτεμαχίου ..., το οποίο εμπίπτει εντός του δασικού πολυγώνου ...
συνολικού εμβαδού 59.019,20 τ.μ του θεωρημένου Δασικού Χάρτη του ..., επί υποβάθρου Ορθοφωτοχάρτη έτους 1945 κλίμακας 1:5.000, αποσπάσματα των οποίων επισυνάπτονται στο ανωτέρω έγγραφο. Τέλος, αφού η περιοχή του ... Αττικής κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, με την με αριθμό ...4.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ 527/Β/27.4.2006) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων για το ..., ορίστηκε δε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στη περιοχή αυτή η 27.4.2006.
Στα ως άνω κτηματολογικά βιβλία το περιγραφόμενο αγροτεμάχιο καταχωρίθηκε ως γεωτεμάχιο εμβαδού 245,00 τ.μ στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ ..., όπου φέρεται εσφαλμένα ότι ανήκει στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χαρακτηριζόμενο με το ανωτέρω έγγραφο, ως δημόσια δασική έκταση, διακατεχόμενη από ιδιώτες και συνεπώς, συνάγεται, ότι πράγματι το Δημόσιο αντιποιείται εμπράγματα δικαιώματα επ’ αυτής, κατά τρόπο που προκαλεί σύγχυση στις έννομες σχέσεις της ενάγουσας, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η δικαστική αναγνώριση του δικαιώματος της και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη".
IV. Η προηγηθείσα επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύει την αβασιμότητα όλων των λόγων αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ενδελεχή αιτιολογική επάρκεια και ειρμό αλληλουχίας, χωρίς δε αντιφάσεις, ανέπτυξε το αποδεικτικό του πόρισμα, στις πτυχές του οποίου καταφάσκεται προσηκόντως η παραδοχή του στοιχείου της καλόπιστης χρησιδεσποτείας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της αρχικής ενάγουσας ως προϋποθέσεως κτήσεως της κυριότητος επί του προϊσχύσαντος BP δικαίου.
Ωσαύτως, το επίδικο ακίνητο αντιμετωπίζεται ως αγροτεμάχιο με ειρμό συνέπειας ευθυκρισίας, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα. Η δε ανωτέρω αποφατική διατύπωση, ότι, κατά συνέπεια, καθόσον αφορά στο διαφιλονικούμενο ακίνητο δεν έχουν πλέον εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων και το βάσει αυτών θέσφατο της εν πάση περιπτώσεις τεκμαρτής (επί δημοσίων δασών μετά τις 11.9.1915) νομής του Δημοσίου, δεν αποτελεί κρίση και δη αντιφατική, κατά την οποία το επίδικο θεωρείται ως "δάσος", αφού στο συγκεκριμένο σημείο με την αποφατική σκέψη (και κατ’ εφαρμογήν της μαθηματικής αρχής "διά της εις άτοπον επαγωγής"), το Εφετείο δεν διαφοροποίησε την "δικανική γραμμή" πλεύσεώς του και εξακολούθησε τον ιστό της ευθύς εξ’ αρχής δομηθείσης κρίσεώς του.
Περαιτέρω, όπως προειπώθηκε, το πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι πλήρες από αποδεικτικής απόψεως. Το Εφετείο ενδελεχώς αναπτύσσει την ανάστροφη διαδρομή των αποδεικτικών ερεισμάτων, τα οποία ριζώνουν σε όλα τα τεθέντα υπόψιν του δικαστηρίου (επικληθέντα, προσκομισθέντα και συναξιολογηθέντα), αποδεικτικά μέσα, μη ούσης απαραιτήτου της εξειδικεύσεώς τους κατά την ανάπτυξη του αποδεικτικού πορίσματος.
Γι’ αυτό και είναι αβάσιμα τα περί αναποδείκτου προρρηθέντα, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως καθίσταται απορριπτέα, στο δε αναιρεσείον πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του, μειωμένη όμως, (άρθρ. 183, 191 § 2, 176 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 2115/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ