32/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 32 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 32/2017
Legislator headnote
AI generated32/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 32 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 32/2017
Full text
Απόφαση 32 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 32/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Α. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Σακκά - Στρεβίνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 735/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2620/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 21-4-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 1-10-2009 έκθεση της ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, με την παράγραφο 3 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 και το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, απευθυνόμενη, πλην άλλων και προς τον Άρειο Πάγο, διαβιβάζεται σε αυτόν, μόνον εάν συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική ως προς ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως, η υπόθεση δε, εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου για τους οποίους υπάρχει θετική γνώμη του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, δημοσιεύθηκε ο ν. 3790/2009 στο άρθρο 13 παρ. 9 του οποίου ορίσθηκε ότι: "Το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999...... καταργούνται" ενώ στην διάταξη του άρθρου 21 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επί μέρους διατάξεις του ...". Όπως προκύπτει από τη διατύπωση των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 3790/2009, με την διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 αυτού καταργείται, εφ' όσον ο νόμος δεν ορίζει άλλως, από την δημοσίευσή του, δηλαδή από 7.8.2009 η μέχρι τότε προβλεπομένη από τον νόμο διαδικασία εκδόσεως γνωμοδοτήσεως από τα Τμήματα του Ν.Σ.Κ. περί του παραδεκτού και βασίμου των ασκουμένων από το Δημόσιο αιτήσεων αναιρέσεως, διότι, όπως εκτίθεται στην συνοδεύουσα τον νόμο αυτό εισηγητική έκθεση "όχι μόνον δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ελάφρυνσης των Ανωτάτων Δικαστηρίων, αλλά αντιθέτως επιβάρυνε υπέρμετρα το έργο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους...". Επομένως, η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ανωτέρω νόμου, δεν καταλαμβάνει την υπό κρίση αίτηση, η οποία ήτο ήδη εκκρεμής κατά την δημοσίευσή του (ΣτΕ 773/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση συνοδεύεται από την 3365/2008, εμπροθέσμως κατατεθείσα, γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι αρνητική ως προς το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των άρθρων 4 (παρ. 1) και 22 του Συντάγματος, 11 του ν. 1505/1984 και 12 του ν.2470/1997.
Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν είναι εξεταστέος και η κρινόμενη αίτηση συζητείται μόνο ως προς τον πρώτο λόγο.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για κάποια από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο όπως με τα άρθρα 90 και 94 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" ορίζεται, προκειμένου για την έναντι του Δημοσίου προβλεπόμενη διετή παραγραφή των αξιώσεων, που προέρχονται από τις κάθε είδους αποδοχές των υπαλλήλων του.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 90 και 91 του Ν. 2363/1995, μετά την προβολή από το αναιρεσείον του ισχυρισμού περί μερικής παραγραφής της επιδικασθείσης στην αναιρεσίβλητη χρηματικής απαιτήσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προεβλήθη ως λόγος εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 735/2001 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ενώ εξ άλλου, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει ότι δεν περιέχεται ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος, σημειωτέον, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, εκτίμηση η οποία δικαιολογεί και την μη αναφορά του στις αιτιολογίες της αποφάσεως.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2620/2005 αποφάσεως του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ