32/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 32 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 32 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 32/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Ε., συζύγου Ν. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Σπυρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Φ.-Μ. του Γ., συζύγου Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ζωής Μπαλαμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2012, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2013 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε την από 6-5-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ασπασίας Μαγιάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας επί του δεύτερου επίδικου ακινήτου(οικοπέδου), και να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι ίδιοι πιο πάνω καθώς και ο τέταρτος λόγοι αναίρεσης, Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης, ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πατέρας της αρχικής εναγούσης Γ. Χ. ο οποίος απεβίωσε το έτος 1952, δια της υπ’ αριθ..../1951 δημοσίας διαθήκης του ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πατρών Σωτ. Μπέτσου, η οποία εδημοσιεύθη νομίμως, άφησε εις αυτήν α) μίαν οικίαν με δύο στρέμματα αγρού έμπροσθεν αυτής, τα οποία ευρίσκονται εις την περιοχή ... Πατρών β) τρία στρέμματα άμπελου εις την ίδιαν περιοχήν και γ) τέσσερα στρέμματα αγρού εις την θέση .... Η προαναφερθείσα Μ. Α. δια της υπ’ αριθ. .../1972 πράξεως αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Πατρών Χρ. Κόττα, η οποία μετεγράφη νομίμως, απεδέχθη την ως άνω κληρονομίαν του πατέρα της, εν συνεχεία δε, δια του υπ’ αριθ. .../1972 συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίον έκτοτε μετεγράφη νομίμως εις τα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων, επώλησε αυτά εις την Κ. Κ., ηγουμένην τότε της εναγόμενης Ιεράς Μονής, η οποία απεβίωσε μετά ταύτα και εκληρονομήθη από την τελευταία. Εις την ως άνω διαθήκην του Γ. Χ. δεν αναφέρονται τα όρια των καταλιπομένων ακινήτων, ενώ εις την πράξη αποδοχής κληρονομιάς και εις το πωλητήριον συμβόλαιον αναφέρονται ορισμένα όρια των πωλουμένων ακινήτων, αν και με σχετικήν ασάφειαν. Συγκεκριμένα, εις το πωλητήριον συμβόλαιον αναφέρεται δια το ως άνω υπό στοιχείον α’ ακίνητον (μέρος του οποίου είναι το επίδικον) ότι η αρχική ενάγουσα Μ. Α. πωλεί εις την Κ. Κ. "μίαν πεπαλαιωμένην και κατερειπωμένην οικίαν μετά της περιοχής της, εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εκατόν (100) περίπου κειμένην εις θέσιν "..." της κτηματικής περιφέρειας ... και συνορευομένην γύρωθεν με ιδιοκτησίες Β. Κ. Κ. και ... ... και δρόμον". Ομοίως δια του ιδίου συμβολαίου πωλεί εις την ως άνω αγοράστριαν και τον ως άνω υπό στοιχείον β’ αγρόν τριών στρεμμάτων και τον ως άνω υπό στοιχείον γ’ αγρόν τεσσάρων στρεμμάτων. Οι αγροί αυτοί ευρίσκονται εις την αυτήν ως άνω θέση και περιφέρεια, αλλά αποτελούν ιδιαίτερα αγροτεμάχια, ανεξάρτητα από την οικία και την περιοχή της. Η διεκδικουμένη από τους ενάγοντες έκταση των 1845 τ.μ. ευρίσκεται πέραν του δυτικού τοίχου της Ιεράς Μονής και μεταξύ αυτού και της πωληθείσης οικίας, την οποία περιβάλλει από βορρά, ανατολή και νότον, εν είδη ημικυκλίου. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου εις την περιοχήν της πωληθείσης οικίας περιλαμβάνεται και η ως άνω διεκδικούμενη έκταση, η δε αναγραφόμενη εις το πωλητήριο συμβόλαιο έκταση των "100 περίπου" τετραγωνικών μέτρων, αναφέρεται προφανώς εις την έκταση του κτίσματος της οικίας. Τούτο συνάγεται α) από την περιγραφήν των ορίων του πωληθέντος ακινήτου εις το άνω συμβόλαιον: "ιδιοκτησία Β. Κ. Κ., ... και δρόμον", εντός των οποίων περιλαμβάνεται τόσον η οικία όσον και η διεκδικούμενη έκταση. (Σημειωτέον ότι ως δρόμος αναφέρεται ο κοινοτικός δρόμος προς ... και Πάτρα, πλάτους 6 μέτρων περίπου, ο οποίος είχε ήδη διανοιχθή κατά το έτος 1972, ότε συνετάγη το πωλητήριον συμβόλαιον, όπως τούτο προκύπτει από το υπ’ αριθ. πρωτ. ...1996 έγγραφο του Δήμου Πατρέων προς την εναγομένη, β) από το ότι εις το πωλητήριον συμβόλαιο αναγράφεται ως ανατολικόν όριον της πωλουμένης εκτάσεως "ιδιοκτησία ..." και όχι υπόλοιπος ιδιοκτησία της εναγούσης πωλητρίας, το οποίον ασφαλώς θα ανεγράφετο εάν εις την πωληθείσα έκταση δεν είχε συμπεριληφθή και η ήδη διεκδικουμένη έκταση, καθ’ όσον μεταξύ της οικίας και του κτιρίου της Ι. Μονής μεσολαβεί απόσταση 25 μέτρων περίπου και αγρός αντιστοίχου πλάτους. Πέραν αυτών, ο μάρτυρας της εναγόμενης Γ. Γ. καταθέτει ότι μέσα στο πωληθέν περιλαμβάνεται περιοχή δύο περίπου στρεμμάτων (1 στρέμμα περιοχή οικίας και 1 στρέμμα αμπέλι), τούτο δε επιβεβαιώνουν και οι ενώπιον συμβολαιογράφου εξετασθέντες μάρτυρες Μ. Γ.-Λ., Β. Κ., Ν. Κ.Ι. και Κ. Γ. , οι οποίοι χαρακτηριστικά καταθέτουν η πρώτη "το έτος 1969 η Μ. και Π. Α. συμφώνησαν με την τότε ηγουμένη Κ. να πωλήσουν στην Ιερά Μονή μία οικία, με όλη την περιοχή της", η δεύτερη "...η οικία έχει πωληθή με όλη την περιοχή της...", ο τρίτος "ο χώρος αυτός, ο οποίος είχε συμφωνηθή ήταν στρέμματα 10 περίπου, μαζί με το σπίτι που βρίσκεται μέσα στον χώρο αυτό και σε απόσταση από το Μοναστήρι 20 μέτρα περίπου ..." και ο τέταρτος "βεβαιώνω ότι το 1969 έγινε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό και συμφώνησαν η Κ. Κ. και η οικογένεια Α. να αγοράση η Κ. ολόκληρη την περιουσία του Α. ...το κτήμα συνορεύει με το ......" Οι περισσότεροι δε των ως άνω μαρτύρων καταθέτουν προσέτι ότι, ήδη από το έτος 1969, όταν συνετάγη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της αρχικής εναγούσης Μ. Α. και του συζύγου της Π. Α. αφ’ ενός, και της Κ. Κ. αφ’ ετέρου,δια την πώληση των ακινήτων των πρώτων πέριξ της Ιερής Μονής, οι μοναχές περιέφραξαν, τουλάχιστον μερικώς, την διεκδικουμένη έκταση γύρω από την οικία και εχρησιμοποιούσαν αυτήν δια την βόσκηση αιγών και ορνίθων, χωρίς η ενάγουσα να διαμαρτυρηθή ή να διεκδίκηση την έκταση και μόνο μετά την πάροδο 17 ετών, δηλαδή το έτος 1985, προέβη σε συμπληρωματική αποδοχή κληρονομίας δύο στρεμμάτων αγρού εις την ως άνω περιοχήν και εν συνεχεία ήγειρε την κρινομένη αγωγή, διεκδικούσα την ως άνω έκταση. Το ότι η αρχική ενάγουσα Μ. Α. επώλησε ολόκληρη την διεκδικουμένη έκταση γύρω από την ως άνω οικία ενισχύεται και από το ότι μεταξύ του συζύγου της Π. Α., (ενεργούντος προφανώς κατόπιν εντολής της) και της ηγούμενης Κ. Κ. συνετάγη το από 28-6-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίον προσυμφωνήθη η πώληση εις την δευτέραν 10 στρεμμάτων αγρών και μιας ανωγείου οικίας αντί του ποσού των 150.000 δραχμών, το οποίον ποσόν, όπως προκύπτει από τις κάτωθι της βασικής συμφωνίας σημειώσεις, οι οποίες φέρουν την υπογραφή του Π. Α., κατεβλήθη τμηματικά εις αυτόν πλην ποσού 8.000 δραχμών το οποίον φέρεται ότι οφείλεται. Σημειωτέον ότι η τελευταία των ως άνω σημειώσεων υπογράφεται και από την πωλήτρια (αρχική ενάγουσα) Μ. Α.. Πέραν αυτών, η αναφερόμενη εις το υπ’ αριθ. .../1972 πωλητήριον συμβόλαιον έκταση των πωλουμένων ακινήτων, χωρίς την επίδικο έκταση, ανέρχεται εις 7 στρέμματα, ενώ συνυπολογιζομένης και της επιδίκου εκτάσεως, μόλις πλησιάζει τα 9 στρέμματα, υπολειπομένη όμως και πάλιν της άνω εκτάσεως των 10 στρεμμάτων του ιδιωτικού συμφωνητικού κατά 1 στρέμμα. Ανεξαρτήτως αυτών, θα ήτο τουλάχιστον περίεργον να προβή η ηγουμένη της εναγόμενης Μονής εις την αγοράν μόνον της "πεπαλαιωμένης και κατερειπωμένης οικίας", κατά την περιγραφήν του πωλητηρίου συμβολαίου, η οποία ευρίσκεται εις απόστασιν 25 μέτρων περίπου πέραν του κτιρίου της Μονής και όχι και του ενδιαμέσου χώρου, ο οποίος μάλιστα εφάπτεται με τον βόρειον μανδρότοιχον του συγκροτήματος της Μονής, όπου ευρίσκεται και η κυρία είσοδος αυτής (βλ. και την κατάθεση του μάρτυρα Ν.Κ.), δοθέντος μάλιστα ότι η άνω ηγούμενη, στην προσπάθειαν της να διασφαλίση την απομόνωση και την περιβαλλοντική προστασία της Μονής, είχε προβή εις την αγοράν πολλών αγροκτημάτων γύρω από την Μονήν, αλλά και γύρω από το επίδικο τμήμα (ιδιοκτησία Κ., Ι. Β. Κ. Κ. κ.λ.π). Πρέπει να σημειωθεί ότι από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Ι. Σ. δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα δια την πώληση η μή του διεκδικουμένου τμήματος, διότι αυτός δεν αναφέρεται σε γεγονότα αλλά σε κρίσεις ("συμπεραίνω ότι είναι δικά της τα δύο στρέμματα" δηλ. της εναγούσης), δέχεται όμως ότι η περιοχή των 100 μ2 της οικίας δεν συνορεύει με ιδιοκτησία της εναγούσης, όπως βεβαίως θα έπρεπε να αναγράφεται εις το πωλητήριον συμβόλαιον εάν δεν είχε πωληθεί και η διεκδικουμένη έκταση. Επίσης από την από 18-2-1987 αρχική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από 21-2-1992 συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αρχιτέκτονα-μηχανικού α) Ά.Κ., δεν είναι δυνατόν να εξαχθή διάφορο συμπέρασμα από το προεκτεθέν, αφού, παρά την εντολή του Δικαστηρίου, δεν προέβη εις την αποτύπωση όλης της πωληθείσης ιδιοκτησίας εις την ηγουμένη της Μονής, αλλά αρκέσθη εις την αποτύπωση της Νομαρχίας Αχαϊας του έτους 1938, ενώ είναι βέβαιον ότι έκτοτε έχουν διαφοροποιηθεί τα όρια των αγροτεμαχίων, ούτε έκανε προσπάθεια να προσδιορίση τα όρια των κατ’ ιδίαν ακινήτων με αναγραφή των όμορων ιδιοκτητών προσέτι δε εντοπίζει το επίδικον ακίνητον εις το υπ’ αριθ. 38 κληροτεμάχιο της διανομής του 1338, πράγμα το οποίον δεν ισχυρίζεται ούτε η ενάγουσα εις την αγωγήν της, δι ο και το Δικαστήριον αυτό, με την υπ’ αριθ. 712/1994 απόφασή του, διέταξε την διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης από άλλον πραγματογνώμονα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ κατά την περιγραφήν του ακινήτου εις την αγωγήν αλλά και εις την από 29-8-1985 εξώδικον δήλωση της ενάγουσας προς την Ι. Μονή, προκύπτει ότι τούτο ευρίσκεται κυρίως μεταξύ της πωληθείσης οικίας και της Μονής, ο άνω πραγματογνώμων Α. Κ. εις την από 21-2-1992 έκθεσή του εντοπίζει, όπως προαναφέρθη, αυτό εις το υπ’ αριθ. … κληροτεμάχιον της διανομής του έτους 1938 (σύμφωνα, όπως αναφέρει, και με τις απόψεις του εκ των εναγόντων Γ.Α.), δηλαδή σε ικανή απόσταση από το κτίριον της I. Μονής. Οι ενάγοντες εις τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως επαναλαμβάνουν την γνώμην του πραγματογνώμονος χωρίς να την αντικρούουν, χωρίς να εντοπίζουν σαφώς το επίδικον, έτι δε και χωρίς να αντικρούουν τις απόψεις της εναγομένης ότι τούτο ευρίσκεται μεταξύ οικίας και μονής, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση ως προς τον προσδιορισμόν αυτού από τους ενάγοντες και να δημιουργείται η εντύπωση ότι αυτοί, σε κάθε περίπτωση, διεκδικούν από την εναγόμενη δύο περίπου στρέμματα, από οποιοδήποτε ακίνητο αυτής. Ο διορισθείς νέος πραγματογνώμων Ι. Κ. τοπογράφος-μηχανικός, εις την από Οκτωβρίου 1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης καταλήγει εις το συμπέρασμα όχι το επίδικο τεμάχιο δεν επωλήθη εις την εναγόμενη με το υπ’ αριθ. .../1972 ως άνω συμβόλαιο. Πλην όμως αυτό δεν μπορεί να γίνη δεκτόν από το Δικαστήριο, αφού δεν εξηγεί περαιτέρω, πως τα εις το άνω συμβόλαιο αναγραφόμενα όρια του πωλουμένου ακινήτου (Β. Χ., ... ... και δρόμος), τα οποία εντοπίζονται εις το από του μηνός Αυγούστου 1996 τοπογραφικό διάγραμμά του, το οποίον συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εμφανέστερα δε εντοπίζονται εις το όμοιον σχεδιάγραμμα του τεχνικού συμβούλου της εναγόμενης Μονής Ι. Κ., περιλαμβάνουν όχι μόνον την οικίαν- η πώληση της οποίας δεν αμφισβητείται- αλλά και την πέριξ αυτής επίδικο περιοχήν. Αντιθέτως, ο νομίμως διορισθείς τεχνικός σύμβουλος της εναγόμενης I. Μονής, Ν. Μ. πολιτικός μηχανικός, (δια τον διορισμόν του οποίου δεν προεβλήθη αντίρρηση) εις την από 6-4-1997 τεχνική έκθεσή του διατυπώνει την γνώμην ότι η επίδικος έκταση ευρίσκεται μεταξύ της προαναφερθείσης οικίας και της I. Μονής ότι αυτή επωλήθη από την αρχική ενάγουσα εις την τότε ηγουμένην της Ιεράς Μονής, με το προαναφερόμενον υπ’ αριθ. .../1972 συμβόλαιον, και ότι η έκταση των Ι00 τ.μ. αναφέρεται μόνον εις την οικίαν και όχι εις όλον το πωληθέν ακίνητον, συνάγων τούτο από το εις το συμβόλαιο αυτό αναγραφόμενα όρια, τα οποία το περικλείουν. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το από του μηνός Αυγούστου 1996 σχεδιάγραμμά του και από τις προσαγόμενες φωτογραφίες της περιοχής του επιδίκου και της Ι. Μονής, οι οποίες δεν αμφισβητούνται. Σημειωτέον ότι οι επικαλούμενες από του ενάγοντες φωτογραφίες δεν προσήχθησαν εις το Δικαστήριον. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το επίδικο ακίνητο μετεβιβάσθη με το υπ’ αριθ. .../1972 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Χρ. Κόττα εις την ηγουμένη Κ. Κ., και επομένως η αρχική ενάγουσα απώλεσε την κυριότητα αυτού. Εκτοτε η ηγουμένη και μετά τον θάνατο η Ι. Μονή ενέμετο αυτό επί 13 έτη, χωρίς η ενάγουσα να διατυπώση διαμαρτυρία μέχρι το έτος 1985 όταν άσκησε την κρινόμενη αγωγή". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιστηρίζουν το διατακτικό της και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα του τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, την επάρκεια και την πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη απαράδεκτα.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-1998 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1209/1997 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ