32/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated32/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν διά του αυτού πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Παπαθανασίου και του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων κατ' άρθρο 22 § 1β' του Ν. 3693/1957.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 32 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 32/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Σ. του Ι. και 2) Σ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Παπαθανασίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γ.Γ Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο του ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των άλλων διαδίκων.
Εκδόθηκε η 982/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν μεταξύ άλλων και οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 2-3-2007 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1902/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 131/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 29-1-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ιωάννας Πετροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του έκτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 8/1999).
Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη ιδίως και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης τα απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμενου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2882/2001, με την οποία ορίζεται ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του εδάφους, αλλά και των συστατικών του (ΑΠ 1013/2004).
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρ. 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και ισχύει ορίζεται ότι: "4. Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού ν. 4070/2012, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις. Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 προκύπτει ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη μειώνεται σημαντικά σε σχέση με τη χρήση για την οποία προορίζεται.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε προ της απαλλοτριώσεως, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για το κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ ορισμένο του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας του απομένοντος τμήματος αυτού, να επικαλείται, πέραν του ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο είχε πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα έστω προορισμό, την ανοικοδόμηση και σωρευτικώς ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, πριν απ' αυτή, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επειδή το Εφετείο δεν διέλαβε σ' αυτή καθόλου ή διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, που αφορά στην πλήρη αποζημίωσή τους και ειδικότερα ως προς ζήτημα της καθοριστέας οριστικής αποζημίωσης των αναιρεσειόντων για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους και τα επικείμενα σ' αυτά κτίρια και τα συστατικά τους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας επί της από 16-11-2005 αίτησης των (μεταξύ άλλων) αιτούντων Χ. Σ. του Ι. και Σ. Σ. του Ι., και ήδη αναιρεσειόντων, μόνο ως προς τα αιτήματά της που αφορούν καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενα σ' αυτές συστατικά και παραρτήματά τους, που απαλλοτριώθηκαν με τη νομίμως δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 1099017/10576/0010/20-1-2003 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της Ε.Ο.
Αντιρρίου - Ιωαννίνων με την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Δυτικής Ελλάδος (Ιόνια Οδός) καθώς και τον καθορισμό ιδιαίτερης κατ' άρθρο 13 του ν. 2882/2001 αποζημίωσης για εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ως άνω ακινήτων τους, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1902/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 982/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών μόνο ως προς τα σχετικά με τα ως άνω αιτήματα κεφάλαιά της, δέχτηκε ανελέγκτως ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα που αφορούν οι ως άνω αιτιάσεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 1099017/10576/0010/20. 1.2003 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στο ΦΕΚ 54/Δ/5.2.2003 κηρύχθηκε αναγκαστική, απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της Ε.Ο.
Αντιρρίου - Αμφιλοχίας - Ιωαννίνων με την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Δυτικής Ελλάδας (Ιόνια οδός), τμήμα ευρείας παράκαμψης Αγρινίου, υπότμημα από χ.θ. 18 + 700 έως χ.θ. 34 + 400, έκτασης συνολικού εμβαδού 1.179.181,2 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή, των Δήμων Φυτειών, Στράτου και Αστακού Νομού Αιτωλοακαρνανίας και εικονίζεται με κλίμακα 1 προς 1000 στα από μηνός Ιουλίου 2000 ακριβή, αντίγραφα με αριθμούς σχεδίων ΚΔ1, ΚΔ2, ΚΔ3 και ΚΔ26 κτηματολογικών διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ειδικής υπηρεσίας Δημοσίων Έργων, Μεγάλων Έργων Δυτικής Ελλάδας, Τμήμα Μελετών του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχουν συντάξει οι Ανάδοχοι Μελέτης (Συμπράττοντα γραφεία Μελετών 1.
Δρόμος ΑΕΜ Ξ. Δ. - Κ. Ζ. - Δ. Τ. 2. Α. - Π. Μ., 3. Σ. Λ., 4. Εδαφομηχανική ΕΠΕ, 5. Γραφείο Α. Π. - Σ. Π. και Συνεργάτες - Τεχνική Ομάς Μελετών ΕΕ και 6. Ι. Κ.) και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12/Τμήμα δ του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ.. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου και έγινε, όπως προαναφέρθηκε, για την κατασκευή της Ιόνιας οδού, αυτοκινητόδρομου Ευρωπαϊκών προδιαγραφών.
Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι και οι υπ' αριθμ. ΑΚ 399, 399Α και 399Β ιδιοκτησίες με εικαζόμενο ιδιοκτήτη τον Χ. Σ., οι υπ' αριθμ. ΑΚ 398 και 398Α ιδιοκτησίες με εικαζόμενο ιδιοκτήτη, τον Σ. Σ., η υπ' αριθμ. 405 ιδιοκτησία με ιδιοκτήτες εξ' αδιαιρέτου τους Σ. Τ. και Π. Τ., οι υπ' αριθμ. ΑΚ 479, 482, 484, 487 και 487Α ιδιοκτησίες με φερόμενους ιδιοκτήτες τους κληρονόμους Α.
Γ. και η υπ' αριθμ. ΑΚ 526 ιδιοκτησία με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Ε. χα Ι. Μ. κ.λπ. Οι άνω ιδιοκτησίες που απαλλοτριώνονται βρίσκονται στις περιφέρειες των δημοτικών διαμερισμάτων (Δ.Δ.) Σκουρτούς και Φυτειών του δήμου Ξηρομέρου. Στο σύνολο της η απαλλοτριούμενη έκταση είναι αρδευόμενη, και αποτελείται από αγρούς, καλλιεργούμενους με καπνά, τριφύλλι, ελαιώνες κ.λπ.
Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μέσα στις οποίες εκτός από τα δένδρα (ελιές, αχλαδιές, ροδιές κ.λπ.) υπάρχουν και κτίσματα, όπως υπόστεγα λαμαρινοσκεπή, πλακοσκεπή, κεραμοσκεπή, θερμοκήπια, γεωτρήσεις, πηγάδια κ.λπ., στην πλειονότητα τους έχουν προέλθει από τις προσχώσεις του ποταμού Αχελώου και ως εκ τούτου είναι εύφορες, σχεδόν επίπεδες, και παρουσιάζουν σχετική ομοιομορφία, προσφερόμενες λόγω της καλής μηχανικής συστάσεως του εδάφους της για οποιαδήποτε γεωργική καλλιέργεια.
Πρόκειται για μικροϊδιοκτησίες (5 έως 20 στρεμμάτων), οι οποίες δεν απαλλοτριώνονται εξ ολοκλήρου, βρίσκονται δε εκτός σχεδίου πόλεως. Το καθού η αίτηση ζήτησε να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος για τους αρδευόμενους αγρούς από 0,70 ευρώ/μ2 έως 1,21 ευρώ/μ2, ενώ με βάση εκτίμηση της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου του Ν.
Αιτωλοακαρνανίας οι αξίες των απαλοτριούμενων ανέρχεται από 0,41ευρώ/μ2 έως 0,90 ευρώ/μ2, ανάλογα με τα δημοτικά διαμερίσματα, όπου αυτά κείνται, ενώ την αξία αυτών επιβεβαίωσε στο ακροατήριο του Μ. Πρ. Μεσολογγίου ο εξετασθείς για λογαριασμό του καθού η αίτηση μάρτυρας Δ. Δ., υπάλληλος της ΔΟΥ Μεσολογγίου, τονίζοντας παράλληλα ότι ως προς τα επικείμενα και τα συστατικά των απαλλοτριωθέντων ακινήτων εφαρμόσθηκε το αντικειμενικό σύστημα.
Αντίθετα οι αιτούντες προσδιορίζουν την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους για τους αρδευόμενους αγρούς σε 7,06 ευρώ/μ2, και ως προς τα επικείμενα τις αναφερόμενες στην αίτηση τιμές για καθένα τούτων, επικαλούνται δε προς απόδειξη της αξίας τους και ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία: α) τις από 1.3.2004 εκθέσεις εκτίμησης του Γεωπόνου Κ.
Π., β) φωτογραφίες των επιδίκων και των συστατικών (κτισμάτων) αυτών, και γ) την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 ν. 2882/29001. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την υπ' αριθμ. 60/2005 απόφασή του "καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης ως εξής: Α) ως προς τις εδαφικές εκτάσεις: α) για αρδευόμενους αγρούς σε 4,00 ευρώ/μ2, β) για χέρσους αγρούς σε 1,00 ευρώ/μ2, Β) ώς προς τα επικείμενα:
α) για ελιές (μεγάλη, μεσαία, μικρή, φυτώριο) σε 300, 250, 200 και 60 ευρώ αντίστοιχα, β) για αμυγδαλιές, καρυδιές, μουριές, συκιές, κερασιές, βυσινιές, μουσμουλιές και ροδιές (μεγάλη, μεσαία, μικρή) σε 150, 100 και 80 ευρώ αντίστοιχα, γ) για πορτοκαλιές, μανταρινιές, λεμονιές, κυδωνιές, δαμασκηνιές και ροδακινιές (μεγάλη, μεσαία, μικρή) σε 170, 150 και 130 ευρώ αντίστοιχα, δ) για πεύκα και κυπαρίσσια ή άλλο δένδρο (μεγάλο, μεσαίο, μικρό) σε 100, 80 και 60 ευρώ αντίστοιχα, Γ) για λοιπά επικείμενα:
α) συρματόπλεγμα, ύψους 1,5 μέτρων, 2 μέτρων και 2,5 μέτρων, 13, 17 και 21 ευρώ αντίστοιχα, β) ξερολιθιά, 4,00 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, γ) μονόροφο κτίσμα λαμαρινοσκεπές, αλουμινοσκεπές ή αμιαντοσκεπές, 140 ευρώ/Μ3 και 170 ευρώ/μ3 για το πλακοσκεπές, δ) διώροφο πλακοσκεπές κτίσμα σε 60.000 ευρώ, ε) αποθήκες λαμαρινοσκεπείς σε 60,00 ευρώ/μ2, στ) κρηπίδωμα με βάση σκυροδέματος σε 15,00 ευρώ/μ2, και 20,00 ευρώ/μ2 για το πλακόστρωτο, ζ) ερειπωμένο κτίσμα σε 1,00 ευρώ/μ3, η) πηγάδι σε 2.000 ευρώ, θ) γεώτρηση σε 2.500 ευρώ και ι) υδατόπυργος της υπ' αριθμ. 399Α ιδιοκτησίας σε 30.000 ευρώ.
Από την εκτίμηση των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την έκταση και τον αγροτικό χαρακτήρα της απαλλοτριούμενης περιοχής, την έλλειψη οικιστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης σε αυτή, την υποβάθμιση της περιοχής λόγω της ηχορύπανσης και με βάση, τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να ληφθεί υπόψη ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας τους μετά τη, δημοσίευση της ανωτέρω περί απαλλοτριώσεως αποφάσεως και μόνον εξαιτίας αυτής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η 9η Απριλίου 2013 (χρόνος συζήτησης για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος, καθόσον εάν η αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, κρίσιμος χρόνος θεωρείται εκείνος της νέας ενώπιόν του συζητήσεως και όχι ο χρόνος της προγενέστερης συζητήσεως, δηλαδή η αξία που ανταποκρίνεται στην πραγματική αγοραία αξία τους με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και εξασφαλίζει τη δυνατότητα των αιτούντων να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριωθέντα με άλλα ισάξια, παρέχοντάς τους έτσι πλήρη αποζημίωση, λαμβάνοντας υπόψη και την αρνητική οικονομική συγκυρία και την έλλειψη ενδιαφέροντος αγοράς ακινήτων, απόρροια της οποίας αποτελεί η έλλειψη πρόσφατων συγκριτικών στοιχείων, ανέρχεται για όλες τις επίδικες εδαφικές εκτάσεις, ως προς τις οποίες λόγω της ομοιομορφίας και των χαρακτηριστικών αυτών δεν υπάρχει ανάγκη διαφορετικής κρίσης σε 5,50 ευρώ ανά μ2.
Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση συναπαλλοτριώνονται και τα επικείμενα των άνω ακινήτων, ήτοι εσπεριδοειδή, καρποφόρα, κωνοφόρα δένδρα κ.λπ., η αξία των οποίων με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου είδους κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο ανέρχεται: α) Για τα ελαιόδενδρα (μεγάλα, μεσαία, μικρά) σε 300, 250 και 200 ευρώ αντίστοιχα και για φυτώρια σε 60 ευρώ, β) για πορτοκαλιές, μανταρινιές, λεμονιές (μεγάλες, μεσαίες, μικρές) σε 180, 150 και 130 ευρώ αντίστοιχα, γ) για αχλαδιές, αμυγδαλιές, κερασιές, βερυκοκιές, ροδακινιές, δαμασκηνιές, κυδωνιές (μεγάλες, μεσαίες, μικρές) σε 150, 130 και 110 ευρώ αντίστοιχα, δ) για λεύκες, κυπαρίσσια, μουριές και πεύκα (μεγάλα, μεσαία, μικρά) σε 100, 80 και 60 ευρώ αντίστοιχα, ε) για τα καλλωπιστικά φυτά σε 40 ευρώ ανά τεμάχιο, στ) για τις κληματαριές σε 10 ευρώ/μ2, ζ) φυτεία αμπελιού, 2.955,00 μ2 της ΑΚ 399Β ιδιοκτησίας σε 10 ευρώ/μ2.
Εξάλλου, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτων, όταν στα απαλλοτριούμενα ακίνητα υπάρχουν κτίσματα μόνιμης κατασκευής, όπως συστατικά γενικώς του πράγματος, κατά την έννοια των άρθρων 953 ΑΚ επ. του ΑΚ, τα τελευταία απαλλοτριώνονται αυτοδικαίως με την απόφαση, περί απαλλοτριώσεως, ανεξάρτητα αν αυτά αναφέρονται ή όχι στον σχετικό κτηματολογικό πίνακα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την απόφαση περί απαλλοτριώσεως και τους σχετικούς με αυτήν συνταχθέντες κτηματολογικούς πίνακες συναπαλλοτριώνονται και τα ακόλουθα συστατικά των επίδικων εδαφικών εκτάσεων, η αξία ενός εκάστου των οποίων κατά τον κρίσιμο χρόνο με βάση την ποιότητα, τα υλικά και το χρόνο κατασκευής τους, το μέγεθός τους και την εν γένει χρήση ανέρχεται:
Α) ως προς τα κτίσματα της ΑΚ 398 ιδιοκτησίας, ήτοι: α) ένα μονόροφο λαμαρινοσκεπές κτίσμα 578 μ3, σε 20 ευρώ/μ3, β) ένα διώροφο πλακοσκεπές κτίσμα 353 μ3, 60 ευρώ/μ3, γ) ένα μονόροφο πλακοσκεπές κτίσμα 110 μ3 σε 60 ευρώ/μ3, και δ) ένα μονόροφο κτίσμα σκεπασμένο με ελλενίτ 64 μ2, σε 40 ευρώ/μ2, Β) ως προς το μονόροφο αλουμινοσκεπές κτίσμα, 2.685 μ2 της ΑΚ 398Α ιδιοκτησίας σε 30 ευρώ/μ2, Γ) ως προς τα κτίσματα της ΑΚ 399Α ιδοκτησίας:
α) ένα υπόστεγο 20 μ2, σε 30 ευρώ/μ2, β) ένα σιλό ζωοτροφών ύψους 7 μέτρων και βάθους 2 μέτρων, επιφάνειας 50 μ2 σε 100 ευρώ/μ2, γ) μία δεξαμενή 6 μ2 σε 600 ευρώ/μ2, δ) έναν υδατόπυργο, ύψους 7 μέτρων σε 20.000 ευρώ κατ' αποκοπή, ε) ένα μεταλλικό αναβατόριο, ύψους 10 μέτρων σε 6.000 ευρώ κατ' αποκοπή, στ) μεταλλικοί σωλήνες 30 μέτρων σε 1000 ευρώ κατ' αποκοπή, ζ) ένα μονόροφο αλουμινοσκεπές κτίσμα 1027 μ2 (χοιροστάσιο) σε 35 ευρώ/μ2, και η) ένα μονόροφο αλουμονισκεπές κτίσμα 1795 μ2 (χοιροστάσιο) σε 35 ευρώ/μ2, θ) ένα μεταλλικό θερμοκήπιο 50 μ2 σε 20 ευρώ/μ2, Δ) ως προς τα κτίσματα της ΑΚ 399Β ιδιοκτησίας:
α) ένα μεταλλικό θερμοκήπιο 265 μ2, σε 20 ευρώ/μ2, β) ένα υπόστεγο 10 μ2, σε 30 ευρώ/μ2,... Τέλος, ως προς όλες τις ιδιοκτησίες, όπου υπάρχουν σχετικά: α) για το συρματόπλεγμα, ύψους 1,5, 2 και 2,5 μέτρων στο ποσό των 10, 12 και 14 ευρώ το μέτρο αντίστοιχα, β) για βάση από μπετόν, 10 ευρώ/μ2. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι πέραν των ανωτέρω συστατικών που έχουν αποτυπωθεί από την εκτιμητική επιτροπή στους κτηματολογικούς πίνακες έχουν παραλειφθεί και άλλα τέτοια, όπως μετά από σχετική αίτηση των ιδιοκτητών διαπιστώθηκε.
Έτσι, στην ΑΚ 399Α ιδιοκτησία παραλείφθηκαν: α) ένα σιλό ζωοτροφών, επιφάνειας 24 μ2 και ύψους 7 μέτρων, κατασκευασμένο από μεταλλικό σκελετό και επένδυση από φύλλα γαλβανισμένης λαμαρίνας, με εκτιμώμενη αξία 100 ευρώ/μ2, β) ένα κτίσμα (αρμεκτήριο προβάτων), διαστάσεων 1240 X 5,00 X 3,00, συνολικού όγκου 208,32 μ3, κατασκευασμένο από μεταλλικό σκελετό και επένδυση από κυματοειδή φύλλα λαμαρίνας, με εκτιμώμενη αξία 70 ευρώ/μ3, γ) ένα υπόστεγο, εμβαδού 188,48 μ2, κατασκευασμένο από μεταλλικό σκελετό και επένδυση από κυματοειδή φύλλα λαμαρίνας, με εκτιμώμενη αξία 30 ευρώ/μ2.
Επίσης, στην ΑΚ 399Β ιδιοκτησία, παραλείφθηκαν: α) δύο υπόστεγα, επιφάνειας 168 και 76,80 μ2 αντίστοιχα, κατασκευασμένα από μεταλλικό σκελετό και επένδυση, από κυματοειδή φύλλα λαμαρίνας, με εκτιμώμενη αξία 70 ευρώ/μ3, και β) δάπεδα σκυροδέματος από άοπλο σκυρόδεμα, όγκου 10,65 και 23,72 μ3 αντίστοιχα, αξίας 15 ευρώ/μ3.
Συνεπώς, πρέπει και για τα ως άνω παραλειφθέντα από τους κτηματολογικούς πίνακες συστατικά να ορισθεί η οριστική τιμή μονάδος ως ανωτέρω... Οι δύο πρώτοι των αιτούντων πέραν της καθορισθείσας ήδη οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης για τα κτίσματα αυτά καθεαυτά των απαλλοτριωθέντων χοιροστασίων, επιφάνειας 1027 και 1975 μ2 αντίστοιχα, αιτούνται και την επιδίκαση αποζημιώσεως για τα εντός αυτών παραρτήματα, δυνάμει των οποίων καθίσταται δυνατή η εκμετάλλευση χοιροστασίων και για σχαρωτά δάπεδα, κλωβούς χοιρομητέρων, κλωβούς τοκετών, κλωβούς παχυνομένων, μύλο -χαρμανιέρα ζωοτροφών, δεξαμενή αποβλήτων, ειδική ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση, ταΐστρες ζώων, εξαερισμό κτιρίων, άδεια οικοδομής και άδεια χοιροστασίου, προσδιορίζοντας την αιτούμενη αποζημίωση σε 2.820 ευρώ ανά χοιρομητέρα.
Κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί, ότι αν και δεν προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία της ετήσιας προσόδου ανά χοιρομητέρα από τους αιτούντες, στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης δεν περιλαμβάνεται η εμπορική αξία της διοικητικής άδειας ειδικού κτηρίου για τη λειτουργία της επιχειρήσεως στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε και συνεπώς το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο.
Περαιτέρω, ως προς τα λοιπά αναφερόμενα παραρτήματα, πλην της ειδικής ηλεκτρικής και υδραυλικής εγκατάστασης, από την ίδια την περιγραφή τους αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής προκύπτει ότι πρόκειται περί κινητών πραγμάτων μη στερρώς συνδεδεμένων με τα συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είναι ευκόλως αποσυνδεόμενα και δυνατή η χωριστή μεταφορά τους και εκμετάλλευσή τους σε νέα μονάδα.
Επομένως, το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Ως προς την ειδική ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση και εγκατάσταση εξαερισμού κτιρίων των απαλλοτριωθέντων χοιροστασίων, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη εκτέθηκαν, αποτελούν παραρτήματα κατά την έννοια των άρθρων 953 σε συνδυασμό με το 959 ΑΚ και, μη δυνάμενες να αποχωριστούν χωρίς αλλοίωση του προορισμού τους και της λειτουργικότητάς τους και πρέπει να οριστεί οριστική τιμή μονάδος για αυτές τις εγκαταστάσεις.
Ωστόσο, για το ορισμένο του σχετικού αιτήματος θα έπρεπε να προσδιορίζεται με το δικόγραφο της αίτησης η αξία μιας εκάστης εγκατάστασης με βάση την παλαιότητα της κατασκευής, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, το μήκος που κάθε μία καταλαμβάνει και την εν γένει κατάστασή της. Στην προκειμένη αίτηση δεν περιέχονται τα ανωτέρω στοιχεία ώστε να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός οριστικής τιμής μονάδος και η αντίκρουσή του από το καθού Ελληνικό Δημόσιο, αλλά αντίθετα επιχειρείται η αποζημίωση των άνω απαλλοτριωθέντων παραρτημάτων συλλήβδην με τα λοιπά πιο πάνω αναφερόμενα και μη αποτελούντα παραρτήματα κινητά πράγματα με αναφορά τη συνολική πρόσοδο ανά χοιρομητέρα.
Επομένως, ως προς το συγκεκριμένο αίτημα η αίτηση είναι απορριπτέα λόγω αοριστίας. Μόλις πρέπει να σημειωθεί, ότι η απόκλιση των καθοριζομένων τιμών μονάδος τόσο για τις εδαφικές εκτάσεις όσο και για τα συστατικά και επικείμενα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων από εκείνες της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, αναγόμενη, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιδίκων ακινήτων, τη θέση τους, το εμβαδόν και την εγγύτητά τους προς την κατασκευασθείσα Ευρωπαϊκών προδιαγραφών Ε.Ο., καθίσταται απόλυτα δικαιολογημένη, λαμβανομένου υπόψη ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής και ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδος με αντικειμενικά κριτήρια δεν δεσμεύει το Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων ως προς το αίτημά της για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους και τα επικείμενα σ' αυτά κτίρια και τα συστατικά τους. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα παραπάνω ζητήματα και δεν εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τέταρτο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγους αναίρεσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τις εδαφικές εκτάσεις των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και των επικειμένων τους στα αναφερόμενα σ' αυτήν παραπάνω ποσά, αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους, αφού λήφθηκε υπόψη απ' αυτό, καθόσον αφορά στις εδαφικές εκτάσεις, η θέση, η έκταση, ο αγροτικός χαρακτήρας της απαλλοτριούμενης περιοχής, η έλλειψη οικιστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης σε αυτή, η υποβάθμιση της περιοχής λόγω της ηχορύπανσης καθώς και οι υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, και ακόμη η αρνητική οικονομική συγκυρία και η έλλειψη ενδιαφέροντος αγοράς ακινήτων, απόρροια της οποίας αποτελεί η έλλειψη πρόσφατων συγκριτικών στοιχείων, καθόσον αφορά στα επικείμενα δέντρα, η τιμή μονάδος αποζημιώσεως των οποίων καθορίστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' αποκοπήν, όπως, άλλωστε, κατ' αποκοπήν οριζόταν και στην ένδικη αίτηση, το είδος τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκάστου τούτων και καθόσον αφορά στα λοιπά επικείμενα (κτίσματα κ.λπ.) την ποιότητα, τα υλικά και το χρόνο κατασκευής τους, το μέγεθός τους και την εν γένει χρήση τους.
Οι ίδιοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή το Εφετείο δεν μνημονεύει ειδικώς ποιά αποδεικτικά στοιχεία έλαβε υπόψη και αξιολόγησε προκειμένου να καθορίσει τις τιμές μονάδων των εδαφικών εκτάσεων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων που απαλλοτριώθηκαν καθώς και των επικειμένων σ' αυτές κτισμάτων και των συστατικών τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι επικαλούμενες ως ελλείψεις ανάγονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με την αξία των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων και των ως άνω επικειμένων τους, το οποίο κατά τα προεκτιθέμενα εκτίθεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην προκειμένη δε περίπτωση υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, κατά ένα μέρος του και τέταρτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά άλλο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επίσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, επειδή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης των αναιρεσειόντων κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, για απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων τους που απαλλοτριώθηκαν, για τον καθορισμό της οποίας υπέβαλαν σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, εφόσον, στην μεν πρώτη περίπτωση ουδόλως απαντά στα επιχειρήματά τους ότι δεν είναι δυνατόν να έχουν αξία εναπομένοντα τμήματα των αγροτεμαχίων τους, επιφάνειας μικρότερης των τεσσάρων στρεμμάτων, στη δε δεύτερη περίπτωση, διότι, ενώ το Δικαστήριο αυτό αποδέχεται την "απομειωτική επίδραση" στα "εναπομένοντα αγροτεμάχιά τους" από την εκτέλεση του έργου, εν τούτοις, παντελώς αντιφατικά, απορρίπτει τα αιτήματά τους για επιδίκαση σε καθένα απ' αυτούς ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριούμενων ακινήτων τους, ανάλογα με την επιφάνεια των εναπομενόντων τμημάτων και ανάλογα με την οριστική τιμή της μονάδος απαλλοτριώσεως.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά μεν τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω παράλειψης του Εφετείου να απαντήσει σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν, το δικαστήριο δεν αναλύει τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, κατά δε τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ουδόλως περιλαμβάνει παραδοχές για "απομειωτική επίδραση" στα εναπομένοντα αγροτεμάχιά τους από την εκτέλεση του έργου.
Σε κάθε περίπτωση αιτιολογείται με σαφήνεια και επάρκεια η απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατ' άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 για εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης "τμήματα" των ιδιοκτησιών τους, όπως ζήτησαν με την αίτησή τους και όχι για εναπομένοντα "αγροτεμάχια" της όλης ιδιοκτησίας τους, όπως διατείνονται με το λόγο αυτό, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αίτησή τους απαλλοτριώθηκαν ολόκληρα αγροτεμάχια και όχι τμήματα αγροτεμαχίων και ειδικότερα, καθόσον αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα Χ.
Σ. απαλλοτριώθηκαν: 1) ένα αρδευόμενο αγροτεμάχιο που εμφαίνεται στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό ιδιοκτησίας …, εκτάσεως 687,2 τ.μ., 2) ένα αρδευόμενο αγροτεμάχιο που εμφαίνεται στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό ιδιοκτησίας …, εκτάσεως 3.358,4 τ.μ. με τα επικείμενά του και 3) ένα αρδευόμενο αγροτεμάχιο που εμφαίνεται στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό ιδιοκτησίας … εκτάσεως 7.910,6 τ.μ., καθόσον δε αφορά στο δεύτερο αναιρεσείοντα Σ.
Σ.: 1) ένα αρδευόμενο αγροτεμάχιο που εμφαίνεται στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό ιδιοκτησίας …, εκτάσεως 15,500,4 τ.μ. και 2) ένα αρδευόμενο αγροτεμάχιο που εμφαίνεται στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό ιδιοκτησίας …, εκτάσεως 2.774,3 τ.μ. και στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν εξ ολοκλήρου δεν είναι νοητή απομείωση απομένοντος εδαφικού τμήματος.
Κατά το άρθρ. 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Η αναιρετική αυτή πλημμέλεια δεν ιδρύεται, αν απορρίφθηκε η αγωγή ή η αίτηση ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη και για το λόγο αυτό δεν ερευνήθηκε από ουσιαστική άποψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο, κατά το ένα μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ λόγο, προβάλλουν την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με το αίτημά τους καθορισμού αποζημίωσής τους για την οικονομική αξία των επιχειρήσεών τους (δύο χοιροτροφικών μονάδων δυναμικότητας 100 χοιρομητέρων εκάστη), οι οποίες περιλαμβάνουν πέραν των κτιριακών τους εγκαταστάσεων, γα τις οποίες ζήτησαν και καθορίστηκε χωριστά αποζημίωση, και επί πλέον συστατικά και παραρτήματα των εν λόγω κτιριακών εγκαταστάσεων, τα οποία δεν υπάρχουν σε απλά κτίσματα, ήτοι σχαρωτά δάπεδα, κλωβούς χοιρομητέρων, κλωβούς τοκετού, κλωβούς παχυνομένων, μύλο - χαρμανιέρα ζωοτροφών, δεξαμενή αποβλήτων, ειδική ηλεκτρική εγκατάσταση, ειδική υδραυλική εγκατάσταση, ταΐστρες ζώων, ποτίστρες ζώων, εξαερισμό κτιρίων, καθώς και άδειες οικοδομής και άδειες χοιροστασίου, δεν έλαβε υπόψη προσκομισθέντα και επικληθέντα απ' αυτούς αποδεικτικά μέσα κατά τη συζήτηση της παραπάνω αίτησής τους και ειδικότερα:
τις από 1-3-2004 δύο τεχνικοοικονομικές μελέτες - τεχνικές εκθέσεις του γεωπόνου Κ. Π., στις οποίες αναφέρονται και προσδιορίζονται επακριβώς τα κατά νόμο αποδεικτικά στοιχεία περί της ετήσιας προσόδου ανά χοιρομητέρα, την υπ' αριθμ. πρωτ. 797/9-7-2012 βεβαίωση της ΑΤΕ και τα υπ' αριθμ. 60/2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στο οποίο περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων τους, τις άδειες λειτουργίας των χοιροτροφικών τους μονάδων καθώς και φωτογραφίες του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου αυτών κι έτσι έκρινε εσφαλμένα απορριπτέο το αίτημά τους καθορισμού αποζημίωσης για τα παραπάνω συστατικά των χοιροστασίων του (σχαρωτά δάπεδα, κλωβούς χοιρομητέρων, κ.λπ.) και τις άδειες οικοδομής και χοιροστασίου.
Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά στις άδειες λειτουργίας χοιροτροφικών μονάδων, αφ' ενός και την ειδική ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση και εγκατάσταση εξαερισμού κτιρίων των απαλλοτριωθέντων χοιροστασίων, αφ' ετέρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν το σχετικό αίτημα, αλλά το τελευταίο όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και αόριστο, αντίστοιχα, με την αιτιολογία, καθόσον αφορά στις ως άνω άδειες ότι "στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης δεν περιλαμβάνεται η εμπορική αξία της διοικητικής άδειας ειδικού κτιρίου για τη λειτουργία της επιχειρήσεως στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε και συνεπώς το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο" καθόσον δε αφορά στην ειδική ηλεκτρική εγκατάσταση, ειδική υδραυλική εγκατάσταση, και στον εξαερισμό κτιρίων, ότι "για το ορισμένο του σχετικού αιτήματος θα έπρεπε να προσδιορίζεται με το δικόγραφο της αίτησης η αξία μιας εκάστης εγκατάστασης με βάση την παλαιότητα της κατασκευής, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, το μήκος που κάθε μία καταλαμβάνει και την εν γένει κατάστασή της, (πλην, όμως) στην προκειμένη, αίτηση δεν περιέχονται τα ανωτέρω στοιχεία ώστε να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός οριστικής τιμής μονάδος και η αντίκρουσή του από το καθού Ελληνικό Δημόσιο, αλλά αντίθετα επιχειρείται η αποζημίωση των άνω απαλλοτριωθέντων παραρτημάτων συλλήβδην με τα λοιπά πιο πάνω αναφερόμενα και μη αποτελούντα παραρτήματα κινητά πράγματα με αναφορά τη συνολική πρόσοδο ανά χοιρομητέρα και επομένως, ως προς συγκεκριμένο αίτημα η αίτηση είναι απορριπτέα λόγω αοριστίας".
Τέλος, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθόσον αφορά στο αίτημα καθορισμού αποζημίωσης για τα λοιπά επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ως συστατικά των ως άνω κτιριακών εγκαταστάσεων, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ουσιαστικά αβάσιμο, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες "ως προς τα λοιπά αναφερόμενα παραρτήματα, πλην της ειδικής ηλεκτρικής και υδραυλικής εγκατάστασης, από την ίδια την περιγραφή τους αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής προκύπτει ότι πρόκειται περί κινητών πραγμάτων μη, στερρώς συνδεδεμένων με τα συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είναι ευκόλως αποσυνδεόμενα και δυνατή η χωριστή μεταφορά τους και εκμετάλλευσή τους σε νέα μονάδα", και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν ερεύνησε την αξία των ως άνω παραρτημάτων προκειμένου να καθορίσει οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για καθένα απ' αυτά ώστε να τίθεται θέμα μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων για τον καθορισμό αποζημίωσης, ως προς αυτά.
Επομένως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης (από το άρθρ. 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ), και κατά το εν λόγω σκέλος του είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
Κατά το άρθρο 4 ν. 2882/2001, η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα.
Η δε αποζημίωση, για να είναι πλήρης, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, πρέπει να περιλαμβάνει και την αξία όχι μόνο του εδάφους, αλλά και των συστατικών του. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 953 ΑΚ συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού ή του κυρίου πράγματος, δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος.
Κατά δε το άρθρο 954 του αυτού Κώδικα συστατικά του ακινήτου, με την έννοια του προηγούμενου άρθρου, είναι και τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα. Τέλος, κατά το άρθρο 959 ΑΚ, σε περίπτωση οικοδομήματος, που έχει κατασκευαστεί για διαρκή εξυπηρέτηση βιομηχανικής επιχειρήσεως, λογίζονται παραρτήματά του, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, τα μηχανήματα, τα σκεύη και τα εργαλεία που έχουν προοριστεί γι' αυτήν.
Εξάλλου, ως συστατικά, κατά την έννοια του άρθρου 4 ν. 2882/2001, δύναται να θεωρηθούν και οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις εργοστασίου, υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις αυτού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 953 ΑΚ, δηλ. είναι σταθερά συνδεδεμένες με το κτίριο αυτό, μη δυνάμενες να αποχωριστούν από αυτό χωρίς αλλοίωση του προορισμού και της λειτουργικότητάς τους.
Για τα συστατικά αυτά μέρη καθορίζεται ιδιαίτερη τιμή μονάδας αποζημίωσης και δεν αρκεί η λήψη αυτών υπόψη και η αξιολόγησή τους κατά τον προσδιορισμό της αξίας των κτισμάτων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (ΑΠ 868/ 2012). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζεται ότι "ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο νια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 του Κ.Α.Α.Α ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από τη μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημιώσεως" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού της αποζημίωσης αυτής καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας.
Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες διατάξεις δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης", αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 7 - 8/2006).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, καθόσον το Εφετείο, αναφορικά με το αίτημά τους για τον καθορισμό αποζημίωσης των χοιροτροφικών μονάδων τους, παρά το νόμο έκρινε ότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες παραπάνω συστατικά των κτιριακών εγκαταστάσεων των χοιροστασίων τους (σχαρωτά δάπεδα, κλωβοί κ.λπ.) πλην της ειδικής ηλεκτρικής και υδραυλικής εγκατάστασης είναι παραρτήματα των χοιροστασίων τους και όχι συστατικά αυτών και με την παραδοχή αυτή απέρριψε το αίτημά τους καθορισμού αποζημίωσης γι' αυτά ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και την κοινή λογική πρόκειται περί συστατικών τα οποία είναι αναπόσπαστα μέρη των συνολικών εγκαταστάσεων στερρώς συνδεδεμένα με την όλη κτιριακή εγκατάσταση και δεν είναι δυνατή η αποσύνδεσή τους χωρίς βλάβη αυτών ή της υποδομής με την οποία είναι συνδεδεμένα ούτε είναι δυνατή η μεταφορά τους σε νέα μονάδα, δεδομένου ότι όλα τα ανωτέρω συστατικά (σχαρωτά δάπεδα, κλωβοί κ.λπ.) δεν μετακινούνται αλλά είναι πακτωμένα με οπλισμένο μπετόν και στερεωμένα στο δάπεδο του χοιροστασίου, του οποίου αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, καθόσον οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 16-11-2005 αιτήσεώς τους, δεν ζητούν να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης ειδικά για καθένα από τα επικαλούμενα απ' αυτούς ως συστατικά και παραρτήματα των κτιριακών εγκαταστάσεων των χοιροτροφικών μονάδων τους (σχαρωτά δάπεδα, κλωβούς κ.λπ.) αλλά ζητούν τον καθορισμό αποζημιώσεως για τις απαλλοτριούμενες χοιροτροφικές μονάδες ως επιχειρήσεων ενιαίως μετά των συστατικών και των παραρτημάτων τους στο ποσό των 2.820 ευρώ ανά θέση χοιρομητέρας, και συνολικά για κάθε χοιροτροφική μονάδα στο ποσό των 282.000 (100 χοιρομητέρες Χ 2820 ευρώ) χωρίς αναφορά της αξίας εκάστου των ως άνω συστατικών και παραρτημάτων, τα οποία απαριθμούν μόνο ως στοιχεία προσδιοριστικά της αξίας των επιχειρήσεών τους που ασκούνται στα ακίνητά τους που απαλλοτριώνονται, η οποία σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης".
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1β' ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του δεύτερου των αναιρεσειόντων και ειδικότερα της διορόφου πλακοσκεπούς οικίας 353 μ3 και της ισογείου πλακοσκεπούς οικίας του ίδιου 110 μ3, καθώς και των μονόροφων αλουμινοσκεπών κτισμάτων 2685 μ3 και 1795 μ3 των αναιρεσειόντων, ήτοι των κτισμάτων των χοιροτροφικών τους μονάδων παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι η αξία σύγχρονων κατοικιών με υποστηλώματα και πλάκα από μπετόν που διαθέτουν κεντρική θέρμανση καθώς και των κτισμάτων των χοιροτροφικών μονάδων που είναι περίκλειστα γύρωθεν με τοίχο τουβλοποιείας και επιχρίσματα, όπως τα ανωτέρω των αναιρεσειόντων, είναι υπέρτερη της καθορισθείσας των 60, 30 και 35 ευρώ ανά μ3 αντίστοιχα για τις πλακοσκεπείς οικίες και τις χοιροτροφικές μονάδες.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ως παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου, ή στην υπαγωγή σ' αυτόν από το Εφετείο αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την αξία των παραπάνω κτισμάτων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά άλλο μέρος του και τον τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την αξία των εδαφικών εκτάσεων των αναιρεσειόντων που απαλλοτριώθηκαν και των επ' αυτών δένδρων (ελαιοδένδρων - καρποφόρων) (τρίτος λόγος) και ότι δεν υπέστησαν απομείωση της αξίας τους συνεπεία της απότμησης των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους οι ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων (πρώτος λόγος) δεν έλαβε υπόψη νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα απ' αυτούς αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα:
Α) καθόσον αφορά στον πρώτο λόγο: α) την από 17-3-2004 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ν. Π. με τα παραρτήματα αυτής και β) τις μαρτυρικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα πρακτικά της 60/2005 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού και Β) καθόσον αφορά στον τρίτο λόγο:
α) τις από 1-3-2004 τεχνικοοικονομικές μελέτες εκτιμήσεως του γεωπόνου Κ. Π. καθώς και την από 18-2-2004 έκθεση εκτίμησης των γεωπόνων Β. Ζ. και Ζ. Σ., β) την από 17-3-2004 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Νικολάου Πετρούλα και το με ίδια ημερομηνία προσάρτημα αυτής, γ) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Β. Ζ. και Ν.
Π., οι οποίες περιέχονται στα με αρ. 65/2004 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, δ) το με αρ. .../1994 συμβόλαιο του συμβ/φου Εχίνου Χρήστου Παπαμήτσου καθώς και τα με αρ. .../1994, .../1997 και .../1997 συμβόλαια του συμβ/φου Βάλτου Γεωργίου Παπαπάνου από τα οποία αποδεικνύεται ότι η αξία των μεταβιβασθέντων αγροτεμαχίων με τα .../1994, .../1995 και .../1997 συμβόλαια τα οποία βρίσκονται αντίστοιχα στη θέση "Σπαρτόραχη" της κτηματικής περιφέρειας Φυτειών Ξηρομέρου καθώς και στη θέση "Ταμπούρι" της κτηματικής περιφέρειας Στάνου Βάλτου εκτιμήθηκε από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ.
στο ποσό των 4,40, 4,70, και 5,75 ευρώ ανά τ.μ. καθώς και το με αρ. .../1997 συμβόλαιο του συβ/φου Βάλτου Γ. Παπαπάνου από το οποίο αποδεικνύεται ότι η αξία του μεταβιβασθέντος με αυτό οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού Ρίβιου Παπαδάτου Ξηρομέρου, εκτιμήθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αστακού στο ποσό των 15,91 ευρώ ανά τ.μ.
και ε) τις με αρ. 754/2003 και 594/2003 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών με τις οποίες καθορίστηκε, αντίστοιχα, οριστική τιμή μονάδος για απαλλοτριωθέντα αγροτεμάχια στην περιοχή Ρίβιο Φυτειών και Ρίγανης Αιτωλοακαρνανίας το ποσό των έξι και πέντε ευρώ ανά τ.μ. αντίστοιχα και στ) την από 8-9-2011 και με αριθμ. κατ. 420/2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με την οποία ζητείται ο καθορισμός προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριούμενα ακίνητα - αγροτεμάχια μετά των επικειμένων, συστατικών και παραρτημάτων αυτών, που απαλλοτριώνονται για το αμέσως επόμενο τμήμα της Ιόνιας Οδού, κατ' ελάχιστο για τα αγροτεμάχια στο ποσό των 9,03 ευρώ ανά τ.μ.
μέχρι και το ποσό κλιμακούμενη των 69,30 ευρώ ανά τ.μ. Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά: α) στην από 17-3-2004 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ν. Π. με τα παραρτήματα αυτής, β) στα υπ' αριθμ. 65/2004 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και στα υπ' αριθμ. .../1994, .../1994, .../1997 και .../ 1997 συμβόλαια του συμβ/φου Εχίνου Χρήστου Παπαμήτσου, το πρώτο και Βάλτου Γεωργίου Παπαπάνου τα λοιπά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των από 8-4-2013 προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, δεν γίνεται επίκληση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά στα λοιπά φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, από τη ρητή διαβεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη εκτός από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα υπ' αριθ. 60/2005 πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και όλα εν γένει τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι από 1-3-2004 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ιδιωτικές γνωματεύσεις) του γεωπόνου Κ.
Π., που εκτιμώνται ελεύθερα καθώς και οι φωτογραφίες των επιδίκων ακινήτων, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται σε συνδυασμό με τις σχετικές αιτιολογίες της, αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 19 και 20 του ν. 2882/2001, προκύπτει, ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, μόνιμης κατασκευής, δένδρου ή φυτείας που υπάρχει σ' αυτό, καθώς και όλων των κατά το άρθρο 953 επ. ΑΚ συστατικών του πράγματος, ανεξάρτητα από το αν μνημονεύονται στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή τον κτηματολογικό πίνακα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση αποτελεί και η προσφυγή στο εφετείο για τον καθορισμό τιμής μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέν ακίνητο με τα επ' αυτού επικείμενα και συστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ. Σ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν προσδιόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το διώροφο πλακοσκεπές κτίσμα της απαλλοτριωθείσας υπό στοιχ. 399Β ιδιοκτησίας του, 350 μ3.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 16-11-2005 και με αριθμό κατ. 133/2005 αίτηση, ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ. Σ., ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης εκτός άλλων και για το διώροφο πλακοσκεπές κτίσμα της απαλλοτριωθείσας υπό στοιχ. 399Β ιδιοκτησίας του, 350 μ3, στο ποσό των 340 ευρώ/μ3 και συνολικά στο ποσό των 119.000 ευρώ Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος αυτού, το οποίο άφησε αδίκαστο. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει: α) Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα Σ. Σ., β) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ. Σ., κατά το ως άνω κεφάλαιο που αφορά καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως ως προς το επικείμενο στην απαλλοτριωθείσα υπό στοιχ. 399Β ιδιοκτησία του, διώροφο πλακοσκεπές κτίσμα, και στη συνέχεια, ενόψει του ότι πρόκειται για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης, δεδομένου ότι η προηγουμένως εκδοθείσα επί της ένδικης διαφοράς υπ' αριθμ. 982/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1902/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατ' αποδοχή της από 2-3-2007 αίτησης αναίρεσης των και ήδη αναιρεσειόντων και ήδη αναιρείται και η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, (πρέπει) να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν τα αναγκαία για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης αποδεικτικά στοιχεία.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν διά του αυτού πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Παπαθανασίου και του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων κατ' άρθρο 22 § 1β' του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2013 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 131/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος ως προς τον αναιρεσείοντα Σ. Ι. Σ..
Δέχεται την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τον αναιρεσείοντα Χ. Ι. Σ.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 131/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της. Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ