Legislator Case Law & Legislation
32/2014 AI generated

32/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 32/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 32 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 32/2014

Legislator headnote

AI generated

32/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 32 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 32/2014

Keywords

AI generated
motorcycle road accident motor vehicle liability insurance driving while unfit to drive excessive speed offenses against legal certainty extreme speeding offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 32 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 32/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γρηγόριο Λαπατά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Β., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο απαδημητρίου και

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ά. Μ. του Μ., 2 Π. Α. Μ., 3 Μ. Μ. του Α.,4 Θ. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Στρατηγού και κατέθεσαν προτάσεις και 5. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΟΣ Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Ζημιών" της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αρ 234472/11518/23-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 28-4-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή του 5ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1248/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5720/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 27-11-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 6-12-2011 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι όνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, για να καταλήξει στο συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας από αδικοπραξία συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, ως είναι και η κρίση Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (5720/2011), όπως απ'αυτήν προκύπτει δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...Στις 26-8-2007 και περί ώρα 7.00 π.μ., ο Π. Κ., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής OPEL, τύπου ASTRA-G-CABRIO (ανοικτού τύπου χωρίς κάλυμμα οροφής), κυλινδρισμού 1598 cc, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΟΣ Α.Ε.Α.Ζ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", με συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού τον 29χρονο Κ. Μ., εκινείτο στην επαρχιακή οδό Ρόδου-Καμείρου, στο νησί της Ρόδου, με κατεύθυνση προς την πόλη της Ρόδου. Το ως άνω όχημα είχε ξεκινήσει από το κέντρο διασκέδασης με την ονομασία "ASTRA", που βρίσκεται στην περιοχή Κρητικών Ρόδου, όπου οδηγός και συνοδηγός διασκέδαζαν ως μέλη παρέας, η οποία αποφάσισε να βρεθεί σε εστιατόριο της Ρόδου για φαγητό, ο δε οδηγός προσφέρθηκε να μεταφέρει με το αυτοκίνητο του τον Κ. Μ., τον οποίο είχε γνωρίσει εκείνο το βράδυ. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η επαρχιακή οδός Ρόδου-Καμείρου, στο ύψος του 2ου χιλιομέτρου της, είναι μονής κατεύθυνσης, ευθεία με ελαφρά ανωφέρεια, έχει πλάτος οδοστρώματος 4,90 μέτρων και έρεισμα πλάτους 0,90 μέτρων, το όριο ταχύτητας ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ κατά τον ως άνω χρόνο ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα ξηρό και υπήρχε φως ημέρας. Όταν το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο προσέγγιζε στο 2° χιλιόμετρο της προαναφερθείσας επαρχιακής οδού, ο οδηγός, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 110 χιλιόμετρων την ώρα, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, το οποίο εκτράπηκε της πορείας του προς τα αριστερά, προσέκρουσε αρχικά με σφοδρότητα και με το οπίσθιο δεξιό φτερό του σε κολώνα δημοτικού φωτισμού, την οποία κατέστρεψε, και στη συνέχεια, με το εμπρόσθιο τμήμα του, σε βράχο, ακολούθως δε ανατράπηκε εκτός οδοστρώματος στο πρανές της οδού, στο οποίο υπήρχαν αυτοφυή δενδρύλλια, ακανθώδη και μη, και τελικά ακινητοποιήθηκε αναποδογυρισμένο σε απόσταση 8 μέτρων από το οδόστρωμα, ενώ οι επιβαίνοντες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι μέσα σ' αυτό. Εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, ο μεν οδηγός τραυματίστηκε βαρύτατα, ο δε συνοδηγός τραυματίστηκε θανάσιμα, υποστάς ρωγμώδες κάταγμα οπίσθιου κρανιακού βόθρου, υπαραχνοειδή αιμορραγία, πολλαπλά κατάγματα πλευρών αριστερά, θλάσεις καρδίας και πνευμόνων, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος του, κατά την από 27-8-2007 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Ι. Φ., από βαριά κάκωση θώρακος, πολλαπλά κατάγματα οστών και εσωτερική αιμορραγία. Από τον οδηγό λήφθηκε αίμα και η εργαστηριακή εξέταση έδειξε περιεκτικότητα οινοπνεύματος 0,80‰ γραμμάρια ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη εξέταση και 0,71 ‰ γραμμάρια ανά λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη εξέταση Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στις ως άνω εκθέσεις γίνεται η σημείωση ότι αμέσως μετά τη χρήση οινοπνευματωδών ποτών η συγκέντρωση της αιθανόλης στο αίμα αυξάνεται για χρονικό διάστημα περίπου μιας ώρας, ενώ μετά αρχίζει ο μεταβολισμός της από τον οργανισμό και κατά συνέπεια η ελάττωση της περιεκτικότητας στο αίμα του εξεταζομένου, στην υπό κρίση περίπτωση δε, ενόψει του ότι μεταξύ του χρόνου του ατυχήματος και της στιγμής της αιμοληψίας του Π. Κ. (οδηγού του ζημιογόνου οχήματος) μεσολάβησαν 240 λεπτά της ώρας, είχε ήδη αρχίσει ο μεταβολισμός της αιθανόλης από τον οργανισμό και υπολογίζεται ότι η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα του εξετασθέντος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, θα πρέπει να κυμαινόταν μεταξύ 1,40 και 1,52 ‰ γραμμάρια ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη εξέταση και μεταξύ 1,31 και 1,43‰ γραμμάρια ανά λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη εξέταση. Με τα παραπάνω δεδομένα, αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον εξαιτίας αυτού θάνατο του Κ. Μ. είναι ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλεια του, και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, όχι μόνον δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες οδικές συνθήκες και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, αλλά, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και έχοντας αναπτύξει την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 110 χιλιομέτρων την ώρα, ενόψει του ότι το όριο ταχύτητας στην περιοχή ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του και προκάλεσε το ένδικο ατύχημα (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 και 42 παρ. 1 και 7 του ΚΟΚ). Η ταχύτητα του αυτοκινήτου προέκυψε σαφώς τόσο από την έκταση των ζημιών του (ολοσχερής καταστροφή) από τις αλλεπάλληλες και με σφοδρότητα προσκρούσεις σε σταθερά σημεία (κολώνα φωτισμού, βράχο), όσο και από το γεγονός ότι το κοντέρ του βρέθηκε ακινητοποιημένο στα 110 χιλιόμετρα την ώρα και η ένδειξη του στροφόμετρου στις 4.100 στροφές. Ακόμη, είναι σαφές ότι στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος συνετέλεσε ουσιωδώς το γεγονός ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, βρέθηκαν αυξημένα ποσοστά στο αίμα του, ενώ η όλη οδηγική του συμπεριφορά (απώλεια ελέγχου του οχήματος του χωρίς προφανή αιτία, απουσία ιχνών πέδησης στο οδόστρωμα, αυξημένη ταχύτητα) καταδεικνύει υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του, μειωμένα ανακλαστικά και μειωμένη ικανότητα αντίδρασης στην παρουσία κινδύνου, που προφανώς οφείλονται στην κατανάλωση οινοπνεύματος. Ο ισχυρισμός του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, διότι, τη στιγμή που μία δίκυκλη μοτοσικλέτα τον προσπέρασε με μεγάλη ταχύτητα, ο συνεπιβάτης του πανικοβλήθηκε λόγω του θορύβου και τράβηξε το τιμόνι του αυτοκινήτου προς τα δεξιά, όταν δε ο ίδιος (οδηγός) επιχείρησε με ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να επαναφέρει το όχημα, αυτό, λόγω ολισθηρότητας του οδοστρώματος, παρεξέκλινε της πορείας του και προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα, δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος.... Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συνυπαίτιος για το θανατηφόρο αποτέλεσμα είναι και ο ίδιος ο θανών, διότι αυτός α)δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και β)γνώριζε ότι ο οδηγός ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ και παρ' όλα αυτά δέχθηκε να επιβιβαστεί στο όχημα του, και μάλιστα χωρίς να τον γνωρίζει, αφού τον είχε συναντήσει μόλις το ίδιο βράδυ, ενώ όταν αντιλήφθηκε την επικίνδυνη οδήγηση του δεν ζήτησε να αποβιβαστεί από αυτό. Ωστόσο, οι σχετικές νόμιμες ενστάσεις συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) ελέγχονται απορριπτέες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Και τούτο, διότι, όσον αφορά στο πρώτο σκέλος αποδείχθηκε μεν ότι πράγματι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ούτε ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ούτε ο θανών συνεπιβάτης φορούσαν ζώνες ασφαλείας, πλην όμως, λόγω της φύσης του οχήματος (τύπου CABRIO), των σφοδρών διαδοχικών προσκρούσεων σε σταθερά εμπόδια, της ολοσχερούς καταστροφής του ζημιογόνου οχήματος και των εκτεταμένων ζημιών αυτού περιμετρικά, και ιδίως στο εμπρόσθιο τμήμα του, της ανατροπής αυτού και του εγκλωβισμού του συνεπιβάτη μέσα σ' αυτό, το θανατηφόρο αποτέλεσμα δεν θα είχε αποφευχθεί ακόμη και αν ο τελευταίος φορούσε ζώνη ασφαλείας. Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος πρέπει να λεχθεί ότι ο θανών συνοδηγός, ο οποίος είχε γνωριστεί με τον εναγόμενο οδηγό το ίδιο βράδυ και διασκέδαζαν μαζί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, πράγματι εμπιστεύτηκε τη μεταφορά του με το ΙΧΕ αυτοκίνητο εκείνου, μη γνωρίζοντας προφανώς ή μη δυνάμενος να γνωρίζει τη μειωμένη ικανότητα του για οδήγηση συνεπεία της μέθης του. Και τούτο διότι η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ και οι συνέπειες της είναι ορατές στο μέσο άνθρωπο εφόσον και αυτός είναι νηφάλιος, ενώ αποδείχθηκε ότι και ο συνεπιβαίνων είχε προβεί σε αυξημένη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, αφού βρέθηκε, μετά από εξέταση αίματος, περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα του 0,71‰ γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3022/10/ 1810α/8-10-2007 έκθεση εξέτασης αίματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση και να αντιδράσει ανάλογα... .Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΟΣ Α.Ε.Α.Ζ.", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το παρεμπιπτόντως ενάγον Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο κατάρτισε με τον κύριο και οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, παρεμπιπτόντως εναγόμενο, Π. Κ., κάλυπτε, για το χρονικό διάστημα από 4-5-2007 έως 4-5-2008, την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του ως άνω ζημιογόνου οχήματος. Σύμφωνα με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τον οποίο αποδέχθηκε ο αντισυμβαλλόμενος, αυτό διέπεται από τις διατάξεις της Α.Υ.Ε. Κ4-585/1978/ΦΕΚ 795, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το άρθρο 25 παρ. 8, βάσει του οποίου αποκλείονται της ασφάλισης ζημιές που προξενούνται καθ' ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά το άρθρο 42 του ΚΟΚ. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, Π. Κ., κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα τελώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος, γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, με το επελθόν ένδικο ατύχημα, δηλαδή με τα περιστατικά που συνιστούν την αμελή συμπεριφορά του. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ευθύνη του παρεμπιπτόντως ενάγοντος έναντι του παρεμπιπτόντως εναγομένου.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αποκλειστικά υπαίτιος, για το θανάσιμο τραυματισμό στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα του Κ. Μ., είναι ο Π. Κ. ο οποίος κατά το χρόνο της οδήγησης του παραπάνω οχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης και δεν καλυπτόταν από την οικεία ασφαλιστική σύμβαση του με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΟΣ Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών", που διαδέχθηκε το Επικουρικό Κεφάλαιο. Στο ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αρ. 1248/2010 απόφαση του. Έτσι το Εφετείο απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό λόγο περί συνυπαιτιότητας της, από 26.5.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4477/2010, έφεσης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, και στη συνέχεια απέρριψε καθ' ολοκληρία την παραπάνω έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο Αθηνών με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του (5720/2011), α)ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για το θανάσιμο τραυματισμό του Κ. Μ. και την απόρριψη ως αβάσιμης της ένστασης συνυπαιτιότητας του τελευταίου για το θανάσιμο τραυματισμό του, και β)ως προς την μη κάλυψή του από την ασφαλιστική σύμβαση με συνακόλουθο την ευδοκίμηση της παρεμπίπτουσας αγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του ασφαλισμένου της εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, 10 του Νόμου ΓΠΝ/1911, 12 παρ.1, 19 παρ.1-2-3, 20, 42 παρ.1 και 7 του Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), 10 και 11 του Ν.489/1976, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επί πλέον, διέλαβε στην ίδια προσβαλλόμενη απόφασή του (5720/2011) πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των αμέσως προηγουμένων εφαρμοσθεισών διατάξεων και ως προς τα παραπάνω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης. Επομένως, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται, κατ'ορθή υπαγωγή και εκτίμηση των σχετικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. II. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. Β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας "δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ. ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το ως άνω άρθρο πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο την προταθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του θανάσιμα τραυματισθέντος Κ. Μ. για την πρόκληση του θανάτου αυτού, με την επίκληση των περιστατικών: α) ότι δεν φορούσε και αυτός ως συνεπιβάτης του οχήματος που οδηγούσε ο αναιρεσείων, ζώνη ασφαλείας και β) της ίδιας διακινδύνευσης του θανόντος να μετακινηθεί με όχημα οδηγούμενο από οδηγό που τελούσε σε κατάσταση μέθης και είχε μειωμένη ικανότητα για οδήγηση. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ανωτέρω με τα δύο σκέλη ένσταση του αναιρεσείοντος, αλλά την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επομένως, ο σχετικός και από το ως άνω άρθρο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 671 παρ.1 και 681Α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, όταν εκδικάζει και τις διαφορές από αυτοκινητικά ατυχήματα, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα τα οποία ο διάδικος νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε σ' αυτό, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως σ' αυτή βεβαιώνεται, επί του ουσιώδους ζητήματος της υπαιτιότητος του αναιρεσείοντος Π. Κ. για το θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη του αυτοκινήτου που οδηγούσε Κ. Μ. και της συνυπαιτιότητας ή μη τον τελευταίου σ' αυτόν (το θανάσιμο τραυματισμό του), "α)τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Μ. και Β. Κ. που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, β)τις υπ' αριθμ. 18659 και 18660/9-3-2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αθηνάς συζύγου Αναστασίου Κουταλιανού, γ) τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους, και δ)όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, που συνεκτίμηση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Με τα δεδομένα αυτά, καθίσταται βέβαιο ότι το Δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο Αθηνών), το οποίο εξέδωσε την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, Έλαβε υπόψη του ανεξαιρέτως όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις - ένορκες βεβαιώσεις και όλα Τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι εκθέσεις εξέτασης και επανεξέτασης του αίματος του αναιρεσείοντος και του θύματος Κ. Μ. και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Π., που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της Τροχαίας Ρόδου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ'του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη i)τις φερόμενες ως ευνοϊκές για εκείνον (αναιρεσείοντα) μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις, και ii)τις εκθέσεις εξέτασης και επανεξέτασης αίματος του αναιρεσείοντος και του θύματος από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων και τη, με βάση αυτά, κατάληξη της κρίσης του Εφετείου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων.

IV. Έπειτα, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει προτάσεις αναιρεσιβλήτων με βάση την αυτοτελή αυτών παράσταση (άρθρο 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 6-12-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 990/7-12-2011, αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθμόν 5720/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ για το πέμπτο των αναιρεσίβλητων και στο αυτό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ