Legislator Case Law & Legislation
32/2010 AI generated

32/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 32/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης. Εάν αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, δεν ασφαλίζεται και η από τη νέα υποχρέωση προκύπτουσα απαίτηση εκτός αν προκύπτει ταυτότητα των δύο υποχρεώσεων. Απορρίπτονται οι από τους αρ. 8 και 19. του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

32/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 720/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3181/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή της.

Keywords

AI generated
late objection to debt enforcement suspension period expiry of statutory deadline untimely request for extension time limits for seeking redress extinction of obligation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 32 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ερημοδικία αναιρεσίβλητης λόγω μη πληρεξουσιότητας δικηγόρου της.

Αναγγελία σε πλειστηριασμό και Ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεως.

Περιεχόμενο αναγγελτηρίου και ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως.

Εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης. Εάν αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, δεν ασφαλίζεται και η από τη νέα υποχρέωση προκύπτουσα απαίτηση εκτός αν προκύπτει ταυτότητα των δύο υποχρεώσεων. Απορρίπτονται οι από τους αρ. 8 και 19. του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.

Απορρίπτεται, ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου (άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ) αν δεν προσκομίζεται τούτο ή επικυρωμένο αντίγραφό του.

Αριθμός 32/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαδούλη.

Των αναιρεσιβλήτων:1.... χας Δ1 2.... και 3...., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολαΐδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 720/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3181/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του Α.Κ. "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Η θεσμοθέτηση της διατάξεως αυτής προς το συμφέρον της έννομης τάξης, στο οποίο αποβλέπει και ο θεσμός της παραγραφής γενικότερα, υπαγορεύθηκε από το ότι, μετά τη βεβαίωση της αξιώσεως με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό δεν υφίσταται ούτε δυνατότητα αμφισβητήσεώς της ούτε δυσχέρεια στην απόδειξή της, που με την πάροδο του χρόνου, λόγω εξασθενήσεως των αποδεικτικών μέσων, δημιουργεί αβεβαιότητα, καθιστώντας την απονομή της δικαιοσύνης προβληματική και επισφαλή.

Διότι, μετά την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως ή τη βεβαίωση με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό για την απαίτηση παύει να υφίσταται η ανάγκη αποφυγής των προαναφερόμενων δυσμενών για την απονομή της δικαιοσύνης συνεπειών, η οποία (ανάγκη) αποτελεί και το λόγο για τον οποίο καθιερώθηκαν οι διάφορες βραχυχρόνιες παραγραφές (Ολ.

ΑΠ 30/1987, 610/1976). Στη ρύθμιση του άρθρου 268 του Α.Κ. εμπίπτουν και οι απαιτήσεις κατά ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, οι οποίες προ της παρόδου πενταετίας από τη λύση της εταιρίας έχουν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε βάρος των εις ολόκληρον ευθυνομένων ομορρύθμων εταίρων - μη εκκαθαριστών (άρθρο 22 Ε.Ν.), οπότε δεν ισχύει έναντι αυτών ή των κληρονόμων τους η βραχυπρόθεσμη (5ετής) παραγραφή του άρθρου 64 του Ε.Ν., αλλά η εικοσαετής παραγραφή.

Και τούτο, ενόψει του ότι ναι μεν η θεσπιζόμενη χάριν των ομορρύθμων εταίρων ειδική (πενταετής παραγραφή του άρθρου 64 του Ε.Ν. ισχύει ανεξάρτητα από την παραγραφή έναντι της εταιρίας και δεν μεταπίπτει σε εικοσαετή κατά την Α.Κ. 268 έναντι του ομόρρυθμου εταίρου με μόνη την έκδοση εναντίον της εταιρείας τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως για το εταιρικό χρέος (Ολ.

Α.Π. 889/1983), ωστόσο από τη βεβαίωση του εταιρικού χρέους, πριν από την πάροδο της εν λόγω πενταετίας, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων προσωπικά, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Εμπ.Ν. δεν συντρέχει πλέον αποχρών λόγος μη ισχύος και έναντι αυτών της εικοσαετούς παραγραφής του άρθρου 268 του Α.Κ., εφόσον έχει παύσει έτσι να υφίσταται η ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των εταιρικών χρεών, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης του άρθρου 64 του Ε.Ν., χάριν μετριασμού της απεριόριστης και εις ολόκληρον ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων.

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της από 10-7-2000 ανακοπής των αναιρεσιβλήτων, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στις αναιρεσίβλητες την από ...επιταγή της προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της αρ. 5/1974 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του μεταγενεστέρως θανόντος συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των λοιπών (κληρονομηθέντος από αυτές) Δ1 ως ομορρύθμου μέλους της ετερόρρυθμης εταιρίας "...

Ε.Ε." και με την οποία υποχρεώθηκε ο τελευταίος, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, (για χρέος της εταιρείας στην οποία μετείχε), να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 1.828.694 δραχμών νομιμοτόκως από 4-3-1972. Κατά της ως άνω επιταγής, ως πρώτης πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, άσκησαν οι αναιρεσίβλητες την από 10-7-2000 ανακοπή και ζήτησαν την ακύρωση της επιταγής, προβάλλοντας απόσβεση της αξιώσεως της αναιρεσείουσας που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, λόγω της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 64 Ε.Ν., ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα είχε επιδόσει στον κληρονομηθέντα από τις αναιρεσίβλητες Δ1 την από ...

επιταγή της, ενώ στις 27-12-1988 λύθηκε η ως άνω ετερόρρυθμη εταιρία με έγγραφο (συμφωνητικό) που δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και έκτοτε μέχρι την επίδοση στις αναιρεσίβλητες της από ... (δεύτερης) επιταγής προς πληρωμή του τελεσιδίκως επιδικασθέντος ποσού των 1.828.694 δραχμών παρήλθε πενταετία.

Η ανακοπή έγινε δεκτή με την 720/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η εναντίον αυτής έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η τελεσιδικία της καταψηφιστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς το εταιρικό χρέος του κληρονομηθέντος από τις αναιρεσίβλητες δεν μετέβαλε το χρόνο παραγραφής, από 5ετή κατά το άρθρο 64 του Ε.Ν., σε 20ετή κατά το άρθρο 268 του Α.Κ..

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 64 του Ε.Ν. και 268 του Α.Κ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της πρώτης και μη εφαρμογή της τελευταίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, αλλά και τις παραδοχές του Εφετείου, εφόσον κατά τη λύση της ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, στην οποία μετείχε ο δικαιοπάροχος αυτών Δ1 ως ομόρρυθμο μέλος, είχεν εκδοθεί εναντίον του τελευταίου η 5/1974 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για το επίμαχο εταιρικό χρέος προς την αναιρεσείουσα, άρχισε έκτοτε να ισχύει ως προς αυτό το χρέος η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 268 του Α.Κ., η οποία διεκόπη με την επίδοση στις ...προς τον Δ1 της από ...

επιταγής της αναιρεσείουσας και μέχρι την επίδοση της ανακοπτόμενης από ...(δεύτερης) επιταγής της αναιρεσείουσας προς τις αναιρεσίβλητες δεν είχε συμπληρωθεί και πάλι η εικοσαετής παραγραφή, που διεκόπη έτσι για δεύτερη φορά, ενώ η κατά την 27-12-1988 λύση της εταιρίας δεν επέφερε μεταβολή του χρόνου της παραγραφής του εταιρικού χρέους, το οποίο ήταν ήδη εκκαθαρισμένο με την ως άνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 64 του Ε.Ν., αλλά εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 268 του Α.Κ. και έπρεπε γι' αυτό να απορριφθεί ως προς τον πρώτο λόγος της η ανακοπή. Εντεύθεν έπεται ότι είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3181/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ