Legislator Case Law & Legislation
329/2019 AI generated

329/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 329/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

329/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 159 § 3, 160 § 1 και 106 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, μόνο όμως στην περίπτωση της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης, της οποίας πρέπει να γίνεται συγκεκριμένα επίκληση από το διάδικο που υφίσταται αυτή (ΑΠ 652/1988, ΑΠ 1372/1982, ΑΠ 32/1967).

Keywords

AI generated
disproportionate sanction modification of sentence disciplinary action rectification of judgment fines for procedural infringement remission of procedural costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 329 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 329/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χασιώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Δ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτυχία Χίου - Γιαννίκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 403/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ανακοπή της οποίας ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-4-2014 ανακοπή της και επί της οποίας εκδόθηκε η 472/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που την απέρριψε. Την αναίρεση των δύο ως άνω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 552 Κ.Πολ.Δικ., με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, των Μονομελών και των Πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων. Ακόμη κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 242/2015). Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΑΠ 439/2012). Αν κατά της ερήμην πρωτόδικης απόφασης ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και αυτή απορριφθεί ο διάδικος μπορεί να προσβάλει και την απορριπτική απόφαση με έφεση.

Το εφετείο, κάνοντας δεκτή την έφεση, θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, θα δεχθεί την ανακοπή, θα ακυρώσει την ερήμην πρωτόδικη συζήτηση και την πρωτόδικη απόφαση και, αφού διατάξει την απόδοση του παραβόλου, θα προχωρήσει αμέσως στην εξέταση της διαφοράς. Η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, που απέρριψε την ανακοπή, αρχίζει να τρέχει, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την επίδοση της εν λόγω αποφάσεως (ΑΠ 1222/2000).

Aν η ανακοπή ερημοδικίας απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εφόσον δεν έχει ασκηθεί έφεση κατά της απορριπτικής απόφασης και παρέλθει η προθεσμία προς άσκηση αυτής είναι τόσο η ερήμην πρωτόδικη απόφαση όσο και η απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας. Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αναίρεσης από τον ερημοδικασθέντα, δηλαδή κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης και ενώ διαρκεί η προθεσμία τους (άρθρ. 503, 518 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης απ` αυτόν ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης (άρθρ. 299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98 περ.

β' ΚΠολΔ (ΑΠ 938/2018, ΑΠ 1261/2011). Στην κρινόμενη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται: α) κατά της υπ` αριθμ. 403/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης ερήμην της αναιρεσειούσας εναγομένης και β) κατά της υπ` αριθμ. 472/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από αυτήν από 24-4-2014 ανακοπή ερημοδικίας κατά της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 403/2014 αποφάσεως, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της.

Συνεπώς η αίτηση καθόσον στρέφεται και κατά των δύο αποφάσεων είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω προαναφερόμενα, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Όπως αποδεικνύεται από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων και των εγγράφων που προσκόμισαν οι διάδικοι η υπ' αριθμ. 403/2014 απόφαση που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε σ' αυτή την 9-4-2014, η δε ανακοπή ερημοδικίας κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε την 9-4-2014.

Η απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας υπ' αριθμ. 472/2016 απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 13-10-2016, όπως αναφέρει και η ίδια στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου της, στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την 14-11-2016. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η ερήμην οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, η οποία αρχίζει ταυτόχρονα από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει τα εν λόγω ένδικα μέσα.

Σε περίπτωση δε που ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ερημοδικίας και απορριφθεί, ο διάδικος μπορεί να προσβάλει και την απορριπτική απόφαση με έφεση. Κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας για άσκηση έφεσης το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 518 ΚΠολΔ, εφόσον ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημερών και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης η οποία περατώνει τη δίκη, αναστέλλεται η έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως τόσο κατά της ερήμην αποφάσεως, όσο και κατά της απορριπτικής της, η οποία επαναρχίζει, αφότου παρέλθει η προθεσμία προς άσκηση της έφεσης και δεν έχει εν τω μεταξύ ασκηθεί έφεση.

Στην προκειμένη περίπτωση η υπ` αριθ. 472/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας κατά της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 403/2014 αποφάσεως επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 13-10-2016 και επομένως από την επομένη (14-10-2016) άρχιζε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατ' αυτής, η οποία έληγε την 14-11-2016.

Εφόσον δε, δεν είχε ασκηθεί έφεση, η προθεσμία για άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής της απόφασης, υπ` αριθμ. 472/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και κατά της υπ` αριθμ. 403/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης ερήμην της αναιρεσειούσας εναγομένης, άρχιζε από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία περατώνεται η προθεσμία για άσκηση έφεσης, οπότε η απόφαση θα καθίστατο τελεσίδικη, καθόσον η προθεσμία της αναίρεσης ηρεμεί κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της έφεσης και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 14-11-2016, ήτοι την τελευταία ημέρα που έληγε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης. Η αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας δικηγόρο Χασιώτη Παναγιώτη του Εμμανουήλ, ο οποίος προσκομίζει το μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης συνταχθέν …45/9-2-2017 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ν.

Α.. Από το πληρεξούσιο αυτό προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα Α. Α., διόρισε τον ως άνω δικηγόρο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της για να παραστεί και να την αντιπροσωπεύσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και να υποστηρίξει την αναίρεσή της κατά των υπ` αριθμ. 403/2014 και 472/2016 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δήλωσε δε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από τότε όλες τις πράξεις του παραπάνω πληρεξουσίου, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παραπάνω εντολών ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και επομένως και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα της (αναιρεσείουσας) για άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ. 472/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η έγκριση αυτή, που ενεργεί αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κατέστησε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις τελεσίδικες και υποκείμενες έκτοτε σε αναίρεση. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ.

Το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, ορίζει ότι: Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 159 § 3, 160 § 1 και 106 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, μόνο όμως στην περίπτωση της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης, της οποίας πρέπει να γίνεται συγκεκριμένα επίκληση από το διάδικο που υφίσταται αυτή (ΑΠ 652/1988, ΑΠ 1372/1982, ΑΠ 32/1967).

Θεωρείται πάντως ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεασθεί η δυνατότητα της άμυνας του διαδίκου, ιδία δε δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, αν ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι` αυτήν.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 16-2-2018 επιδόθηκε σ' αυτή την 29-12-2017, ήτοι σε μικρότερη προθεσμία από αυτή των εξήντα ημερών που ορίζει ο νόμος για την επίδοση της κλήσης και ως εκ τούτου είναι άκυρη η επίδοση της κλήσης και απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης.

Ο ισχυρισμός της αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ίδια δεν επικαλείται τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής της βλάβης από τη μη εμπρόθεσμη κλήτευσή της, ούτε κάνει αναφορά στην βλάβη που τυχόν υπέστη. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, όταν από την παράλειψη που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεαστεί, η δυνατότητα της άμυνάς της, ιδίως δε δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, καθόσον αυτή που την προτείνει παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντέταξε πλήρη υπεράσπιση γι` αυτήν.

Πέραν αυτού η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16-2-2018 για την παρούσα δικάσιμο της 7-12-2018, οπότε η αναιρεσιβαλλόμενη είχε χρόνο για να προετοιμάσει την υπεράσπισή της και εντεύθεν να μην ανακύψει γι' αυτή δικονομική βλάβη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 862/2011, 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735/2008).

Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ., 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 503/2018, 371/2008, 370/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσας με αριθμ. 403/2014 πρωτοδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέληξε δε στην κρίση του αυτή, αφού δέχθηκε τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 652 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι οκτώ ημέρες από την επομένη της επίδοσης της απόφασης (144 παρ. 1) και αν ο ανακόπτων διαμένει στην αλλοδαπή, ή είναι άγνωστης διαμονής είναι τριάντα ημερών... Η υπό κρίση ανακοπή κατά της υπ' αριθμ. 403/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ.

Κ.Πολ.Δ.. πλην όμως, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ακριβές και νομίμως επικυρωμένο και χαρτοσημασμένο αντίγραφο της ως άνω απόφασης επιδόθηκε στην ανακόπτουσα νόμιμα (βλ. την σχετ. επισημείωση στο σώμα του δικογράφου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θωμά Παπαγιανόπουλου) στις 9-4-2014 και η ανακοπή ασκήθηκε στις 24-4-2014 (βλ.

την υπ' αριθμ. ..45/24-4-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Σ. Μ.), δηλαδή μετά την προθεσμία (8 ημέρες) άσκησης της ανακοπής και πρέπει συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στη μείζονα σκέψη της παρούσας να απορριφθεί αυτή (ανακοπή) ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της".

Έτσι κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατ` ορθή εφαρμογή των προειρημένων διατάξεων απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της τελευταίας, με την υπό κρίση αίτηση τυγχάνουν αβάσιμες.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 472/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο κηρύχθηκε απαράδεκτη η ανακοπή ερημοδικίας ως εκπρόθεσμη, καθόσον η απόφαση επί της ανακοπής δημοσιεύθηκε την 22-3-2016, όταν είχε ήδη καταργηθεί το άρθρο 656 ΚΠολΔ, με το νόμο 4335/2015 η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2016, το οποίο άρθρο προέβλεπε προθεσμία οκτώ ημερών για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας στις μισθωτικές διαφορές και από τότε ίσχυε το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει προθεσμία 15 ημερών από την επίδοση της απόφασης για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, εντός δε αυτής της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών ασκήθηκε η απορριφθείσα ανακοπή ερημοδικίας.

Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, που εισάγει διαχρονικού δικαίου αρχή, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης.

Επομένως, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο θα κριθεί, αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποιά, ο χρόνος εντός του οποίου επιτρέπεται να ασκηθούν, καθώς και για ποιους λόγους επιτρέπεται κάθε ένα απ` αυτά.

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δημοσιεύθηκε την 13-3-2014. Με βάση λοιπόν τα προαναφερόμενα, ο χρόνος κατά τον οποίο ήταν επιτρεπτή η άσκηση κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας εφόσον πρόκειται για απόφαση πρωτοδικείου που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος με τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, θα κριθεί σύμφωνα με το νόμο, που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσής της. Η διάταξη του άρθρου 652 ΚΠολΔ, που ίσχυε το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, ορίζει ότι, "Η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι οκτώ ημέρες από την επομένη της επίδοσης της απόφασης (144 παρ. 1) και αν ο ανακόπτων διαμένει στην αλλοδαπή, ή είναι άγνωστης διαμονής είναι τριάντα ημέρες". Τα ίδια δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της, αναφέροντας ότι, όπως αποδείχθηκε, αντίγραφο της απόφασης επιδόθηκε στην τότε ανακόπτουσα, νυν αναιρεσείουσα στις 9-4-2014 και η ανακοπή ασκήθηκε στις 24-4-2014, δηλαδή μετά την προθεσμία (8 ημέρες) άσκησης της ανακοπής. Επομένως, ο προβαλλόμενος εν προκειμένω από την αναιρεσείουσα πρώτος λόγος (ότι το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1863/1980). Δεν εφαρμόζεται όμως η εν λόγω διάταξη, όταν δικάσθηκε κατ` αντιμωλίαν, η δε άκυρη ερημοδικία είχε γίνει σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 641/2017, ΑΠ 361/2004, ΑΠ 216/1999).

Συνεπώς, η απόφαση που κατ' αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας δεν προσβάλλεται με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, εάν προσάπτεται σ' αυτήν ότι παρά τον νόμο δεν δέχθηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία παρότι δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ο διάδικος που ερημοδικάσθηκε, αλλά με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο για μη κήρυξη ακυρότητας παρά το νόμο, για την απόρριψη, δηλαδή, της ανακοπής ερημοδικίας και τη μη κήρυξη άκυρης της ερημοδικίας παρά το νόμο (ΑΠ 1689/2009).

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 472/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από κατ' αντιμωλία των διαδίκων συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας και απέρριψε την ανακοπή, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρθμ. 6 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, διότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου της, λόγω αιφνίδιας ασθένειάς του, εξαιτίας της οποίας δεν κατέστη δυνατόν να παραστεί κατά τη συζήτηση της αγωγής της με αποτέλεσμα να δικασθεί ερήμην, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η ερημοδικία είχε γίνει σε προηγούμενη συζήτηση και όχι κατά τη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας που δικάσθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Αλλά και η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας της ερημοδικίας της λόγω ανωτέρας βίας, συνισταμένης στην αντικειμενική αδυναμία παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου της, λόγω αιφνίδιας ασθένειάς του, εξαιτίας της οποίας δεν κατέστη δυνατόν να παραστεί κατά τη συζήτηση της αγωγής της, κρίνεται απορριπτέα καθόσον το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 472/2016 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και δεν ερεύνησε, ούτε το παραδεκτό, ούτε το βάσιμο των λόγων αυτής για να διαπιστώσει αν κακώς η ανακόπτουσα και νυν αναιρεσείουσα δικάσθηκε ερήμην.

Η ίδια αναιρετική αιτίαση τόσο του άρθρου 559 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ,, όσο και του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται και κατά της συμπροσβαλλόμενης με αριθμ. 403/2014 οριστικής απόφασης που εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ερήμην της αναιρεσείουσας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή για καταβολή αποζημίωσης χρήσης μετά τη λήξη της μίσθωσης και για όσο χρονικό διάστημα παρέμεινε σ' αυτό η μισθώτρια αναιρεσείουσα, η οποία όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μεν ερήμην της αναιρεσείουσας, αφού προηγουμένως όμως ερευνήθηκε η νομότυπη κλήτευσή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εν λόγω απόφασης, δεν ήταν δε δυνατή η έρευνα από το δικαστήριο του λόγου ανωτέρας βίας, συνισταμένης στην αντικειμενική αδυναμία παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου της, λόγω αιφνίδιας ασθένειάς του, εξαιτίας της οποίας δεν κατέστη δυνατόν να παραστεί κατά τη συζήτηση της αγωγής, καθόσον τα γεγονότα αυτά ήταν άγνωστα στο δικαστήριο, αφού σε ουδεμία ενημέρωσή του προέβη η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση των πρακτικών της εν λόγω δίκης, προκειμένου το δικαστήριο να προβεί στην αναβολή της συζήτησης σε άλλη δικάσιμο ή να απορρίψει το αίτημα αυτό.

Ο ισχυρισμός αυτός εξάλλου προβάλλεται ως λόγος έφεσης αν δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας ή ως λόγος της ανακοπής ερημοδικίας και ζητείται η ακύρωση της ερήμην εκδοθείσας απόφασης λόγω της άκυρης ερημοδικίας, όπως και στην προκειμένη περίπτωση που η ερημοδικασθείσα άσκησε τη σχετική ανακοπή ισχυριζόμενη ότι κακώς δικάσθηκε ερήμην με την 403/2014 οριστική απόφαση, ισχυρισμός όμως που απορρίφθηκε λόγω του εκπροθέσμου της άσκησης της ανακοπής.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 781/2018).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 861/1984, ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 892/2011) Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του κωδικοποιήσαντος τις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων 34/1995 προεδρικού διατάγματος η υπομίσθωση του μισθίου σε τρίτο δεν επιτρέπεται, εκτός αντίθετης συμφωνίας των μερών.

Σε αντίθεση με το άρθρο 593 ΑΚ, με την οποία καθιερώνεται ο κανόνας του επιτρεπτού της υπομίσθωσης και επομένως για να επέρχονται οι συνέπειες (ΑΚ 594, 361) πρέπει να υπάρχει συμβατική απαγόρευση, στις εμπορικές μισθώσεις το άρθρο 11 παρ. 1 καθιερώνει τον αντίθετο κανόνα, δηλαδή απαγορεύεται, εκτός αν συμφωνηθεί το επιτρεπτό.

Με την έννοια αυτή η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 είναι ενδοτικού χαρακτήρα, αφού επιτρέπεται αντίθετη ρύθμιση (ΑΠ 1084/2014, ΑΠ 1052/2011).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του ΑΚ συνάγεται ότι η μίσθωση ως ενοχική σχέση δύναται να μεταβιβασθεί στο σύνολό της σε τρίτον, με το συνδυασμό εκχωρήσεως δικαιωμάτων και αναδοχής χρέους, κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή. Η μεταβιβαστική σύμβαση μπορεί να είναι και άτυπη, το ίδιο δε και η συναίνεση του αντισυμβαλλομένου, η οποία συνήθως είναι ρητή δεν αποκλείεται όμως και σιωπηρή, όπως όταν μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας μεταβίβασης μεταξύ εκμισθωτή και τρίτου ή μισθωτή και τρίτου, ο μισθωτής πληρώνει τα μισθώματα στο διάδοχο του εκμισθωτή ή αντίστοιχα ο εκμισθωτής τα εισπράττει από το διάδοχο του μισθωτή χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία (ΑΠ 33/ 2014).

Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή, ήτοι ως προς τα δικαιώματα και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή, δηλαδή ως προς τις υποχρεώσεις. Με την τοιαύτη δε μεταβίβαση υπεισέρχεται στη συμβατική θέση του μισθωτή ο τρίτος προς τον οποίο η μεταβίβαση, ο οποίος επομένως συνεχίζει την αρχική μίσθωση (ΑΠ 640/2016, ΑΠ 734/1998).

Τα παραπάνω ισχύουν και επί εμπορικών μισθώσεων (ΑΠ 479/2001, ΑΠ 734/1998). Η έτσι μεταβιβαζόμενη ενοχική σχέση δεν είναι νέα, αλλά συνέχεια της παλαιάς, η οποία δεν μεταβάλλεται κατά περιεχόμενο, παρά μόνο αν τροποποιηθεί με κοινή συμφωνία όλων των συμβαλλομένων. Αποτέλεσμα τούτου είναι να μη μεταβάλλεται η διάρκειά της, δηλαδή ο προδιαδραμών χρόνος προσμετράται για κάθε συνέπεια σε εκείνον που θα έχει τη χρήση του μισθίου, ήτοι στον προς ον η μεταβίβαση (ΑΠ 734/1998).

Περαιτέρω, βασικό αποτέλεσμα της κατά τα ανωτέρω μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως είναι ότι, από και με τη σύναψη ή την έγκριση της συμβάσεως μεταβιβάσεως, όπου αυτή απαιτείται, αποκόπτεται από τη μισθωτική σχέση ο παλαιός μισθωτής και στη θέση του υπεισέρχεται ο ειδικός διάδοχός του νέος μισθωτής.

Όμως, η κατά τον τρόπο αυτό υπεισέλευση του νέου μισθωτή στη μισθωτική σχέση διέπεται από την αρχή της μη αναδρομικότητας, λόγω της οποίας η μεταβίβαση αναφέρεται στο μέλλον και διέπει τις σχέσεις των μερών από την επέλευσή της και εφεξής, γι' αυτό και ο χρόνος της αποκοπής του παλαιού και υπεισελεύσεως του νέου μισθωτή στη σχέση της μισθώσεως αποτελεί το κρίσιμο χρονικό σημείο της οριοθετήσεως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών, τα οποία συνδέονται με τη μισθωτική σχέση.

Έτσι ο ειδικός διάδοχος νέος μισθωτής δεν υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοδόχου του μισθωτή που προϋπήρχαν της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 601 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις σύμφωνα με τα άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει λόγω αποζημίωσης το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς να αποκλείεται στον εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι γεννιέται ιδιότυπη, αντικειμενική ευθύνη του μισθωτή για την περίπτωση που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης και ότι η αποζημίωση αυτή ισούται από το νόμο με το ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατ' αποκοπή (ΑΠ 1221/01 ΕλλΔνη 2002.145, ΑΠ 212/00 ΕλλΔνη 2000.758). Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 599, 601, 297, 298 Α.Κ., ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρ. 574 Α.Κ.

Η ως άνω αποζημίωση χρήσης δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος (ΑΠ 565/96 ΕλλΔνη 1997.107). Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 29-11-2012 αγωγή της ζήτησε την καταβολή αποζημίωσης χρήσης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έκανε χρήση του ακινήτου που μισθώθηκε από αυτή (ενάγουσα), στην ΟΕ με την επωνυμία "...

ΟΕ", το οποίο ακίνητο μετά τη λύση της εταιρίας συνέχισε να το χρησιμοποιεί ως ατομική επιχείρηση η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου και μετά τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, αλλά και την εκ του νόμου αναγκαστική παράταση αυτής μέχρι την 1-7-2010 οπότε και αποχώρησε από το μίσθιο.

Μετά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην της εναγομένης εκδόθηκε η με αριθμ. 403/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που έκανε δεκτή την αγωγή. Με αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων "Δυνάμει της από 1-10-1990 έγγραφης συμβάσεως επαγγελματικής μισθώσεως, η ενάγουσα εξεμίσθωσε στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", της οποίας η εναγόμενη ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και ομόρρυθμο μέλος αυτής, το υπ' αριθ. 14 ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας της, εμβαδού 60 τ.μ., αποτελούμενο από ενιαίο χώρο και W.C., που βρίσκεται στο εμπορικό κέντρο ... στην ..., επί της ..., για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, ήτοι από την 1-10-1990 έως την 1-10-1996. προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, είδη δώρων, αντί μηνιαίου μισθώματος, για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, ίσου με το ποσό των 120.000 δρχ., πλέον του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο μετά το δεύτερο έτος της μίσθωσης και για κάθε επόμενο έτος μέχρι τη λήξη της μίσθωσης, κατά ποσοστό 15% κατ' έτος, επί του εκάστοτε προηγούμενου καταβαλλόμενου μισθώματος.

Με τον υπ' αριθ. 7 όρο της μισθωτικής σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "Η τυχόν μετά τη λήξη ή λύση της μίσθωσης παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο δεν δημιουργεί σιωπηρά αναμίσθωση, η οποία ρητώς απαγορεύεται, υποχρεώνει όμως τον μισθωτή στην πληρωμή αποζημίωσης χρήσης...". Ακολούθως, ως προκύπτει από το προσαγόμενο μετ' επικλήσεως από 10-11-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, λύθηκε η άνω εταιρεία και συνεχίστηκε η άνω εμπορική δραστηριότητα στο μίσθιο κατάστημα από την εναγομένη ως ατομική επιχείρηση.

Μετά δε τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, αλλά και την εκ του νόμου αναγκαστική παράταση αυτής, η εναγομένη εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου μέχρι και την 1-7-2010, οπότε και αποχώρησε από αυτό, χωρίς η παραμονή της σε αυτό να συνιστά, κατά τα ανωτέρω, σιωπηρά αναμίσθωση, η οποία ρητώς απαγορεύτηκε. Έτσι, για τον μετά τη λήξη της μίσθωσης χρόνο, όπως προφορικώς συμφωνήθηκε, η αποζημίωση χρήσης για το έτος 2007, ανερχόταν στο ποσό των 886,88 € μηνιαία, για τα έτη 2008 και 2009 στο ποσό των 975,57 € μηνιαία και για το έτος 2010 στο ποσό των 888,03 € μηνιαία.

Όμως, παρότι η εναγόμενη έκανε ανενόχλητα χρήση του μισθίου μέχρι την 1-7-2010, οπότε και αποχώρησε αυτοβούλως από το μίσθιο, δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα - εκμισθώτρια την οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης για όλο το έτος 2007, συνολικού ποσού [12 μήνες χ 886,88 € =] 10.642,56 €, για όλο το έτος 2008. συνολικού ποσού [12 μήνες χ 975,57 € =] 11.706,84 €, για όλο το έτος 2009, συνολικού ποσού [12 μήνες χ 975,57 € =] 11.706,84 €, καθώς και για το διάστημα από 1-1-2010 έως 30-6-2010, συνολικού ποσού [6 μήνες χ 888,03 € =] 5.328,18 €, ήτοι δεν της έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 39.384,42 €.

Η ενάγουσα, με την από 22-10-2012 εξώδικη όχληση - δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη την 30-10-2012, διαμαρτυρόμενη, ζήτησε την άμεση καταβολή του ποσού τούτου, μέχρι σήμερα όμως η εναγομένη δεν έχει προβεί στην πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα για την ανωτέρω αιτία, το συνολικό ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα δύο λεπτών [39.384,42 €], νομιμοτόκως από την 31-10-2012 έως ολοσχερούς εξοφλήσεως".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης χρήσης από την αναιρεσείουσα για όσο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της μίσθωσης έκανε χρήση του μισθίου ακινήτου.

Τα πραγματικά δε περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, αρκούσαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και κατέστησαν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, ότι μετά τη λύση της ΟΕ με την επωνυμία "... ΟΕ" την 10-11-1997, μισθώτριας του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, η οποία ως εκμισθώτρια είχε μισθώσει το ακίνητο την 1-10-1990, για την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας από την μισθώτρια, λειτουργία καταστήματος με είδη δώρων, και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και ομόρρυθμο μέλος ήταν η αναιρεσείουσα, συνέχισε στο μίσθιο την ως άνω εμπορική δραστηριότητα η αναιρεσείουσα ως ατομική επιχείρησή της, η οποία και συνέχισε να καταβάλει μισθώματα στην αναιρεσίβλητη, αυτή δε συνέχισε να τα εισπράττει από τη διάδοχο της μισθώτριας χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία, οπότε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα επήλθε έστω και άτυπα η μεταβιβαστική σύμβαση της μίσθωσης, της οποίας όμως η διάρκεια δεν μεταβάλλεται, δηλαδή ο προδιαδραμών χρόνος προσμετράται για κάθε συνέπεια σε εκείνον που θα έχει τη χρήση του μισθίου, ήτοι στον προς ον η μεταβίβαση.

Περαιτέρω δέχθηκε ότι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της αρχικής μίσθωσης και την εκ του νόμου αναγκαστική παράταση αυτής, η αναιρεσείουσα εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου μέχρι και την 1-7-2010, οπότε και αποχώρησε από αυτό, χωρίς η παραμονή της σε αυτό να συνιστά σιωπηρά αναμίσθωση, η οποία ρητώς απαγορεύτηκε και γι' αυτό το λόγο για τον μετά τη λήξη της μίσθωσης χρόνο, οφείλει την συμφωνηθείσα αποζημίωση χρήσης.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του π.δ/τος 34/1995, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.και ως εκ τούτου απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία κρίνεται ο συγκεκριμένος τέταρτος λόγος αναίρεσης.

Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-11-2016 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας επί ανακοπής ερημοδικίας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ` αριθμ. 472/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 403/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ