329/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated329/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της αγωγής, η οποία περιορίσθηκε κατά τη συζήτηση σε εν μέρει αναγνωριστική, εκδόθηκε η 66/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της αυτή. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας, ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες, εκδόθηκε η 4166/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 329 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 329/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Μ. του Λ., κατοίκου ... και 2)Μ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μαρτσέκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Η. Μ. του Μ. και 2)Γ. Μ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρίζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 3272/2009, 5912/2012 μη οριστικές και 4166/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/5/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ολ. ΑΠ 17/2013, 5/2001 και 9/1996). Kατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημερών, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία, που αρχίζει πάντοτε από την επίδοση της ερήμην απόφασης, η οποία (προθεσμία) σημειωτέον κινείται διαδοχικά με την προθεσμία της αναίρεσης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ (ολ ΑΠ 17/2013, AΠ 1836/2014).
Ερήμην του εφεσιβλήτου εκδίδεται η απόφαση και όταν ο διάδικος αυτός, που απουσιάζει, δικάζεται σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.4 του ΚΠολΔ (ολ.ΑΠ15/2001, ΑΠ 1830/2012). Εξάλλου, από τα άρθρα 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία άσκησης αναίρεσης είναι τριάντα ημερών από την επόμενη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης ή, σε περίπτωση που η προσβαλλομένη με την αναίρεση απόφαση εκδόθηκε ερήμην κάποιου διαδίκου, από την επομένη της παρόδου της κατά τα ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού, τη συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας (ΑΠ 1836/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 8.8.2001, αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι εργατικό ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του πατέρα τους, που συνδεόταν με τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, εις ολόκληρον έκαστος, να τους καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στον καθένα τους το ποσό των 20.000 ευρώ.
Επί της αγωγής, η οποία περιορίσθηκε κατά τη συζήτηση σε εν μέρει αναγνωριστική, εκδόθηκε η 66/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της αυτή. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας, ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες, εκδόθηκε η 4166/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως, δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως και καταδίκασε τους εναγομένους να καταβάλλουν, εις ολόκληρον, σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, αναγνώρισε δε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος επί πλέον, για τον ίδιο λόγο, σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ.
Η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις 7250Β' και 7251Β' από 10.2.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Γ. Δ. και τις παραπόδας των εκθέσεων αυτών: α) από 10.2.2015 αποδείξεις παραλαβής απλού αντιγράφου της αποφάσεως από τον αξιωματικό υπηρεσίας του ΑΤ Κορωπίου, Ε. Χ. και β) από 11.2.2015 βεβαιώσεις παραλαβής συστημένου γράμματος με έγγραφη ειδοποίηση, υπογεγραμμένες από τον δικαστικό επιμελητή και τον υπάλληλο του καταστήματος Ομονοίας των ΕΛ.ΤΑ Κ.
Φ., επιδόθηκε νομότυπα στους εναγομένους αναιρεσείοντες την 10.2.2015. Σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, από την επομένη της εν λόγω ημερομηνίας άρχισε η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία παρήλθε την 25.2.2015, από την επομένη δε της τελευταίας αυτής ημερομηνίας, δηλαδή την 26.2.2015 άρχισε η προθεσμία της αναίρεσης.
Κατά της ως άνω αποφάσεως, οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία, όπως προκύπτει από την πράξη που υπάρχει στο τέλος αυτής, κατατέθηκε στην αρμόδια γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 28η Μαΐου 2015, ήτοι μετά την εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας. Επομένως, η ένδικη αίτηση, που ασκείται από ηττηθέντες διαδίκους και στρέφεται κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μη υποκείμενης, μετά την πάροδο της σχετικής προθεσμίας, σε ανακοπή ερημοδικίας, πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση πρέπει, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.5.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 545/28.5.2015, αίτηση των Ι. Μ. και Μ. Δ., περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 4166/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ