Legislator Case Law & Legislation
329/2015 AI generated

329/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 329/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

329/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Aπό τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Keywords

AI generated
failure to prove solvency financial stress test bank resolution mismanagement monetary measures satisfaction of claim
AI generated
1601/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 473/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4213/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/3/2010 αίτησή της.
482/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
936/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
1612/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2001 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2442/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7054/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/3/2005 αίτησή της.
331/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 329 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 329/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Παναγιώτη Kατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία, "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E." (πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E" ΦΕΚ 8195/3-8-2012 τεύχοςΑΕ-ΕΠΕ και ΓΕΜΗ)που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Λεβέντη και Φώτη Σαρρή.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Β. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-9-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 Κ ΠολΔ και παρίσταται

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση: 1246/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5625/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 14-2-2014 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, υπέρβαση η οποία καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, ο δε εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του απολυθέντος μισθωτού είναι υποχρεωμένος στην καταβολή, κατ` άρθρο 656 ΑΚ, των μισθών υπερημερίας.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν η τελευταία έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, ως αποδειχθέντα, τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος τυγχάνει πτυχιούχος του Τμήματος Διοικήσεως Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕ και κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών στην Οικονομική Ανάλυση του Πανεπιστημίου της πόλεως Κεντ της Αγγλίας, προσελήφθη την 1.11.1985 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώην Τράπεζα Κρήτης, ως υπάλληλος αυτής και δη αρχικώς ως Αναπληρωτής Διευθυντής σε διάφορά Καταστήματα αυτής και στη συνέχεια από το έτος 1994 ως Διευθυντής της Διευθύνσεως Επενδύσεων και Κεφαλαιαγοράς αυτής, ενώ παράλληλα από του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1993 διετέλεσε μέλος του Δ.Σ.

της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΜΙΝΩΙΚΗ Α.Ε.", συμφερόντων της Τραπέζης Κρήτης και ελεγκτής της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, θυγατρικής της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." και τέλος κατά το χρονικό διάστημα από 11.1997 έως 31.12.1998 μέλος της Επιτροπής Επενδύσεως της εταιρίας ΑLΡΗΑ ΑΕΔΑΚ.

Προ της προσλήψεώς του από την Τράπεζα Κρήτης ο ενάγων είχε απασχοληθεί κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1967 και μέχρι το έτος 1975 στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, από 1.7.1977 και μέχρι 31.7.1978 στην ελεγκτική εταιρεία με την επωνυμία "ΡΕΑΤ ΜΑRWICK" και από 1.10.1978 μέχρι 31.10.1985 στην Τράπεζα Εργασίας. Στις 4.10.1999 η ως άνω Τράπεζα Κρήτης συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως από την εναγομένη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK Α.Ε." και με τον τρόπο αυτό η τελευταία υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της Τράπεζας Κρήτης, ως εργοδότιδος έναντι του προσωπικού της, στο οποίο περιελαμβάνετο και ο ενάγων.

Στις 12.9.2000 η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) κατήγγειλε τον μέχρι τότε ισχύοντα Εσωτερικό Κανονισμό της απ' αυτή απορροφηθείσης Τραπέζης Εργασίας και στη συνέχεια συνήψε αυθημερόν με την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική Οργάνωση της νέας ενιαίας Τραπέζης, δηλαδή με το Σωματείο των εργαζομένων της Τραπεζικής επιχειρήσεως "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." ΣΣΕ με την οποία θεσπίστηκε μεν ο νέος Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της εναγομένης Τραπέζης, ο οποίος και έκτοτε ισχύει, ορίστηκε όμως με τον όρο 20 αυτού ότι διατηρείται η ισχύς της από 20.7.1999 μεταξύ της Τραπέζης Κρήτης και του Συλλόγου των υπαλλήλων αυτής καταρτισθείσης Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που είχε κατατεθεί αυθημερόν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Ανατολικού Τομέα Αττικής και με την οποία είχε θεσπιστεί ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της Τραπέζης Κρήτης, στις διατάξεις του οποίου εξακολουθεί να υπάγεται και μετά την απορρόφηση το προερχόμενο απ' αυτή προσωπικό της εναγομένης.

Σύμφωνα, με τους όρους του ως άνω Κανονισμού (άρθρ. 19) οι συμβάσεις των υπαλλήλων της Τραπέζης αυτής είναι αορίστου χρόνου λήγουν δε ή μπορούν να καταγγελθούν κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Ειδικότερα, οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δύνανται να καταγγελθούν εκτός των άλλων και για ελλιπή υπηρεσιακή απόδοση ή επαγγελματική ανεπάρκεια του υπαλλήλου, μη τήρηση των νομίμων και συμβατικών υποχρεώσεών του, ανεξαρτήτως αν εκ τούτων προεκλήθη ή όχι ζημία στην Τράπεζα και έχει επίπτωση στη φήμη και την εικόνα της.

Επίσης, λόγο καταγγελίας κατά τον ίδιο Κανονισμό συνιστά και κάθε πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου που δικαιολογεί απώλεια ή κλονισμό της εμπιστοσύνης της Τραπέζης προς τον υπάλληλο. Στην περίπτωση καταγγελίας αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα πρέπει να εκτίθενται συνοπτικά οι λόγοι αυτής με απλή αναφορά σε μια η περισσότερες από τις άνω αιτίες, με τη διευκρίνιση ότι τα ανωτέρω δεν σημαίνουν ότι η καταγγελία μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο κατά τη διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ.

Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι μετά την ως άνω συγχώνευσή της Τράπεζας Κρήτης με την εναγομένη Τράπεζα, ο ενάγων τοποθετήθηκε το έτος 2000 από τη τελευταία ως Διευθυντής (ΜΑΝΑGER) του Τμήματος Διαχείρισης Παραπόνων αυτής, στην θέση δε αυτή συνέχισε έκτοτε υπό την άνω ιδιότητά του να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρι την 15.03.2007, οπότε αυτή με το υπό ιδία χρονολογία επιδοθέν σ' αυτόν έγγραφό της, επικαλουμένη ελλιπή υπηρεσιακή του απόδοση και μη τήρηση από μέρους του των συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεών του, ανεξάρτητα αν απ' αυτή προκλήθηκε ή μη ζημία της, κατήγγειλε την μετ' αυτού σύμβαση εργασίας και εκάλεσε αυτόν να εισπράξει την νόμιμη αποζημίωσή του.

Όμως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι οι προαναφερόμενο λόγοι, τους οποίους επικαλέστηκε η εναγομένη, προκειμένου να δικαιολογήσει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος για δήθεν δηλαδή μη τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων και μειωμένη υπηρεσιακή του απόδοση όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται προς την αλήθεια, αλλ' αντιθέτως ότι τυγχάνουν εξ ολοκλήρου ανακριβείς και προσχηματικοί και επί πλέον αποτελούν προϊόν μεθοδευμένων ενεργειών συγκεκριμένων διευθυντικών στελεχών της εναγομένης, τα οποία αισθανόμενα αντιπάθεια, εχθρότητα προς τον ενάγοντα λόγω της προελεύσεώς του από την Τράπεζα Κρήτης και της μέχρι τότε ομαλής και επιτυχούς υπηρεσιακής του εξελίξεως, επεδίωξαν με αυτές να οδηγήσουν αυτόν σε μη οικειοθελή αποχώρηση από την υπηρεσία του και να επιτύχουν οπωσδήποτε την εξ αυτής απομάκρυνσή του.

Έτσι, στα πλαίσια του σκοπού και των επιδιώξεών τους αυτών παρά την μέχρι τότε, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα ευδόκιμη υπηρεσιακή του εξέλιξη, κατά τα τελευταία δύο προ της απολύσεώς του έτη, επ' ευκαιρία των κατ' έτος πραγματοποιουμένων αξιολογήσεων των υπαλλήλων της εναγομένης και κατά την σύνταξη των οικείων εκθέσεων αξιολογήσεώς του, επιχειρήθηκε από τις κατωτέρω αναφερόμενες δύο αξιολογήτριες η σταδιακή υποβάθμιση της υπηρεσιακής του απόδοσης με την αναφορά σ' αυτές γεγονότων όχι μόνο ανακριβών, αλλ' επί πλέον και μη εχόντων σχέση με την προσόντα του και τις πραγματικές του ικανότητες, ώστε με τον τρόπο αυτό να εμφανιστεί αυτός ως υπηρεσιακώς ανεπαρκής, μη δυνάμενος να ανταποκριθεί στις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις της θέσεως που κατείχε και ως εκ τούτου η παραμονή του σ' αυτήν να θεωρείται ότι ασκεί αρνητική επίδραση στην επίτευξη των στόχων της εναγομένης.

Ειδικότερα, ενώ στις υπηρεσιακές εκθέσεις αξιολογήσεως του ενάγοντος των ετών 2002,2003 και 2004, οι οποίες συνετάγησαν, οι δυο πρώτες από την αρμόδια Διευθύντρια της εναγομένης Ε. Μ. και η τρίτη από κοινού από την ίδια και την Γενική Διευθύντρια της εναγομένης Π. Χ., με βάση τις προβλεπόμενες σ' αυτές πέντε κλίμακες αξιολογήσεως των ελεγχομένων υπαλλήλων της (ήτοι η 1 η :

Αρίστη, 2α Ξεπέρασε τις προσδοκίες, 3η Ικανοποιητική, 4η : Επιδέχεται βελτίωση και 5η : Συνολικά ανεπαρκής) κατατάσσεται από τις ανωτέρω αξιολογήτριες στην τρίτη, δευτέρα και τρίτη κλίμακα αντιστοίχως και η υπηρεσιακή του απόδοση χαρακτηρίζεται στην πρώτη τούτων ως ικανοποιητική, στην δευτέρα ως υπερβαίνουσα τις απαιτήσεις και στην τρίτη ως ικανοποιητική και στα σχόλια που συνοδεύουν αυτές αναφέρεται επίσης, στην πρώτη τούτων (εκθέσεων) ότι με την πολυετή πείρα του και τις σφαιρικές Τραπεζικές γνώσεις που διαθέτει συμβάλλει θετικά στην ανάπτυξη του CRΟ, στην δευτέρα ότι διακρίνεται για την ολοκληρωτική γνώση του αντικειμένου και τις επικοινωνιακές του ικανότητες με τους πελάτες και στην τρίτη ότι χρησιμοποιεί τις εργασιακές του γνώσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του, συνοδεύοντας αυτές παράλληλα με στοιχεία προηγουμένων εμπειριών του για την εξεύρεση λύσεων, εντελώς αντίθετα με τις υπηρεσιακές εκθέσεις των ετών 2005 και 2006, τις οποίες συνέταξαν oι ίδιες ως άνω αξιολογήτριες, κατατάσσεται αυτός στην πέμπτη κλίμακα και η υπηρεσιακή του απόδοση χαρακτηρίζεται συνολικά μη ικανοποιητική.

Προς ενίσχυση δε της κρίσεώς τους αυτής περί της ως άνω υπηρεσιακής αποδόσεως του ενάγοντος, στα σχόλια αξιολογήσεως αυτών που περιέχονται στις ως άνω εκθέσεις διαλαμβάνονται μεταξύ των άλλων και οι ακόλουθες παρατηρήσεις. Στην πρώτη τούτων, του έτους 2005 ότι "Το έτος 2005 ήταν πολύ δύσκολη χρονιά για την διεύθυνση λόγω του υπερδιπλασιασμού του όγκου των εργασιών μας και λόγω των μακροχρόνιων απουσιών.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο κ. Κ.ς επέδειξε απροθυμία να τροποποιήσει το πρόγραμμά του και δεν επεδίωξε ως όφειλε λόγω θέσης, να διαχειριστεί τα προβλήματα που αντιμετώπισαν σι συνεργάτες του λόγω των προαναφερομένων γεγονότων. Επί πλέον, η αντιεπαγγελματική συμπεριφορά του απέναντι μου (αποφεύγει να επικοινωνεί μαζί μου καθώς και να με ενημερώνει για σημαντικά θέματα Τ.τ.Ε.,Τ.Μ.

κ.α.) λειτουργεί αρνητικά δυσχεραίνοντας την επικοινωνία και την ανάπτυξη καλού εργασιακού κλίματος, προκαλεί ενστάσεις σε όλα τα στελέχη και δεν ευνοεί την γενικότερη ανάπτυξη της Διεύθυνσης" στη δε δευτέρα του έτους 2006, στην οποία σημειωτέον, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα, τα γνωστικά χαρακτηριστικά, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τις διοικητικές ικανότητες του ενάγοντος δεν περιέχονται ειδικά σχόλια, όπως ορίζετο από την υπ'αριθμ. 30/22.11.2006 εγκύκλιο και τις από 29.11.2006 οδηγίες του Τομέα Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης, αναφέρεται "ότι δεν παρατηρήθηκε καμία βελτίωση του ενάγοντος, αλλά διαπιστώθηκε καθημερινή απροθυμία του για ανάληψη ευθύνης, ότι δυσχεραίνει την συνολική λειτουργία της Διεύθυνσης και ότι δεν προάγει το συνολικό πνεύμα και την συνεργασία".

Κατά της πρώτης των ως άνω εκθέσεων αξιολογήσεως του έτους 2005 ο ενάγων άσκησε ενώπιον του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της εναγομένης την από 14.6.2006 προσφυγή του, η οποία τον Οκτώβριο του 2006 έγινε δεκτή, διατάχτηκε η διόρθωση αυτής και κατετάγη αυτός αντί της πέμπτης στην 4η κλίμακα, ενώ παράλληλα η υπηρεσιακή του απόδοση κρίθηκε από συνολικά μη ικανοποιητική σε επιδεκτική βελτιώσεως.

Εξάλλου, ενδεικτικό των προσπαθειών των ως άνω αξιολογητριών για την υποβάθμιση της υπηρεσιακής απόδοσης του ενάγοντος, είναι και οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν αυτές προ της συντάξεως των ως άνω δυσμενών για τον ενάγοντα εκθέσεων αξιολογήσεως προκειμένου το πόρισμα αυτών να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα ορθής και αμερόληπτης κρίσης.

Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι την 1.12.2005, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη η αναφερόμενη στο έτος αυτό έκθεση αξιολογήσεώς του, η εκ των αξιολογητριών Ε. Μ. απέστειλε σ' αυτόν το ταυτόχρονο ηλεκτρικό μήνυμα με Θέμα "ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ", το οποίο διαλαμβάνονταν μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: "Το τμήμα Διαχείρισης Παραπόνων ελέγχει καθημερινά τις εκκρεμότητες παραπόνων- εξωδίκων και επικοινωνεί με τις αρμόδιες Μονάδες και Πελάτες για την ομαλότερη και ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων.

Συγκεκριμένα, ως προς τον έλεγχο των εκκρεμοτήτων, θα ήθελα να διευκρινίσω τα εξής: Τις υποθέσεις CRΟ Νομική Υπηρεσία, Γραφείο Νομικού Συμβούλου, Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Αιτημάτων, Εμπλοκών και Καθυστερήσεων, Corporate, ΠΥΕΠ, Χρηματιστηριακής, Personal Financial Planning και Private Banking θα τις χειρίζεται ο Διευθυντής του Τμήματος Παραπόνων κος Κ.ς.

Τις υπόλοιπες εκκρεμότητες θα κατανέμει κατά την κρίση του στα στελέχη του Τμήματος και θα πραγματοποιεί καθημερινά δειγματοληπτικό έλεγχο. Η οριστική επίλυση παραπόνων (Solved by CRO) στο CSS και εξωδίκων χειρόγραφα θα πραγματοποιείται πλέον από την "Control Manager" κα Λ..

Συνεπώς καταργείται το στάδιο ελέγχου μετά το κλείσιμο των υποθέσεων το οποίο πραγματοποιείται μέχρι σήμερα από την κα Λ.. Σε περίπτωση απουσίας του "Control Manager" το κλείσιμο πραγματοποιείται από τον "Manager" κον Κ., σε περίπτωση δε απουσίας και των δυο τα παράπονα θα επιλύονται οριστικά από τον "Complaints Depart Assistant Mgr κα Α... . ".

Στη συνέχεια και ενώ είχε διορθωθεί η έκθεση αξιολογήσεως του ενάγοντος για το έτος 2005 η ιδία ως άνω αξιολογήτρια Ε. Μ. απέστειλε στον ενάγοντα το υπ' αριθ. πρωτ. 06.10.01.194.6396/20.10.2006 υπηρεσιακό σημείωμα στο οποίο ανέφερε "Όπως γνωρίζετε τόσο από την περιγραφή των δραστηριοτήτων και καθηκόντων σας, όπως αυτά περιγράφονται στο "Job description", το οποίο σας έχει γνωστοποιηθεί, όσο και από τις παρατηρήσεις/συστάσεις μας οι οποίες κατά κανόνα πραγματοποιούνται γραπτώς, οι απαιτήσεις της θέσης σας υπαγορεύουν μεγαλύτερη εκ μέρους σας προσπάθεια, αφενός, για την καθοδήγηση, υποστήριξη και ανάπτυξη των συνεργατών σας, αφετέρου, μεγαλύτερη συμμετοχή για την εκπλήρωση των ποιοτικών στόχων της Διεύθυνσης.

Επιπλέον, εφιστώ την προσοχή σας καθόσον υποθέσεις, οι οποίες έχουν ανατεθεί σε εσάς με τα από 12.12.2005 και 4.7.2006 e-mail μου, τελικά τυγχάνουν διαχειρίσεως και παρακολούθησης από άλλα στελέχη του ΡFΡ όπου οι χειρισμοί σας δεν έχουν καταφέρει να ενεργοποιήσουν τα αρμόδια στελέχη του χώρου για αμεσότερη διαχείριση των υποθέσεων που τους αφορούν...." Μετά ταύτα οι προαναφερόμενες αξιολογήτριες κατά την σύνταξη της από 3.1.2007 εκθέσεως αξιολογήσεως του ενάγοντος για το έτος 2006 διέλαβαν περί αυτού τα κατωτέρω εκτιθέμενα ήτοι "Δεν παρατηρήθηκε καμία βελτίωση σε συνέχεια του από 20.10.2006 ενημερωτικού υπηρεσιακού σημειώματος μου, τουναντίον διαπιστώνουμε καθημερινά απροθυμία ανάληψης ευθύνης π.χ.

άρνηση έγκρισης των υποδειγμάτων επιστολών, ελλιπής έλεγχος των θεμάτων που του έχουν ανατεθεί (διαχείριση εκκρεμότητας παραπόνων συγκεκριμένων μονάδων). Κατ' αυτόν τον τρόπο δυσχεραίνει την συνολική λειτουργία της επιχειρήσεως και δεν προάγει το ομαδικό πνεύμα και τη συνεργασία". Δεν αποδείχτηκε όμως περαιτέρω ότι οι αναφορές που περιέχονται στα ανωτέρω υπηρεσιακά σημειώματα της προαναφερομένης αξιολογήτριας του ενάγοντος για πλημμελή από μέρους του άσκηση των καθηκόντων του ως υπευθύνου της Διευθύνσεως παραπόνων και για ανάθεση της διεκπεραιώσεως των σχετικών υποθέσεων σε υφισταμένους του ήταν βάσιμες και ανταποκρίνονταν στην αλήθεια.

Αντιθέτως αποδείχτηκε ότι τα σημειώματα αυτά απεστάλησαν στον ενάγοντα σκοπίμως, προκειμένου να τον εμφανίσουν ως ανεπαρκή και έτσι να προετοιμάσουν και δικαιολογήσουν την επακολουθήσασα δυσμενή αξιολόγησή του για τα έτη 2006 και 2007, ενώ και ο χρόνος της αποστολής των δεν εδικαιολογείτο, αφού ο ενάγων είχε ασκήσει την προαναφερομένη προσφυγή του κατά της εκθέσεως αξιολογήσεώς του του έτους 2005 και ανεμένετο η έκδοση επ' αυτής αποφάσεως του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Πέραν όμως αυτών αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων του ενάγοντος έναντι εκείνων της Προϊσταμένης της Διευθύνσεως παραπόνων της εναγομένης, Λ., η οποία είχε και την τελική ευθύνη της διαχειρίσεως των σχετικών παραπόνων, με συνέπεια να μην είναι δυνατό να αποδοθεί στον ενάγοντα ευθύνη για μη διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων και συνακόλουθα να μη δικαιολογούνται oι περί της αποδόσεως του στις ανωτέρω εκθέσεις των ετών 2006 και 2007 διαλαμβανόμενες δυσμενείς κρίσεις.

Και τούτο διότι αποδείχτηκε ότι ο ενάγων ήταν ένας ικανός και αποδοτικός υπάλληλος, ο οποίος ουδέποτε είχε υποπέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα, ούτε του είχε επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, ούτε τέλος είχε κληθεί να δώσει οποιεσδήποτε γραπτές εξηγήσεις για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, ιδίως κατά το χρονικό διάστημα μετά τις ως άνω δυσμενείς κρίσεις των προαναφερομένων αξιολογητών του.

Είναι εξ άλλου χαρακτηριστικό ότι οι περιεχόμενες τόσο στις ως άνω εκθέσεις των ετών 2005 και 2006 όσο και στα προαναφερόμενα σημειώματα δυσμενείς για τον ενάγοντα κρίσεις, είναι σε πολλά σημεία γενικόλογες και αόριστες και δεν συμπορεύονται ούτε με το περιεχόμενο των μέχρι του έτους 2005 εκθέσεων αξιολογήσεως του, αλλ' ούτε και με την συνολική εικόνα του ως υπαλλήλου από του χρόνου της προσλήψεώς του από την Τράπεζα Κρήτης και εντεύθεν, ενώ ενδεικτικό της επιθυμίας της εναγομένης ν' απομακρύνει τον ενάγοντα τυγχάνει και το γεγονός ότι ενώ αυτός είχε ασκήσει προσφυγή και κατά της εκθέσεως αξιολογήσεώς του του έτους 2006 και ως εκ τούτου όφειλε η εναγομένη, συμμορφούμενη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναμένει τουλάχιστον την έκδοση της σχετικής επ' αυτής αποφάσεως του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, έσπευσε να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεώς του αμέσως μετά την αξιολόγηση του έτους 2006 προτού καν να εκδοθεί απόφαση επί της ως άνω προσφυγής του.

Τα ανωτέρω, περί της υπηρεσιακής ικανότητας του ενάγοντος και των λόγων της καταγγελίας της συμβάσεώς του προκύπτουν τόσο από την κατάθεση του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρος, όσο και από τις ως άνω προσκομιζόμενες και επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις των με επιμέλεια αυτού εξετασθέντων μαρτύρων του και δεν ανατρέπονται από όσα αντίθετα κατά τρόπο ασαφή και αντιφατικό κατέθεσαν τόσο η ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επίσης εξετασθείσα μάρτυς της εναγομένης Σ.

Π. όσο και η ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών εξετασθείσα μάρτυς Β. Ρ., οι οποίες δεν ηδυνήθησαν να παράσχουν οποιαδήποτε πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί η υπηρεσιακή απόδοση του ενάγοντος των ετών 2002, 2003 και 2004 κρίθηκε ως ικανοποιητική και ως υπερβαίνουσα τις απαιτήσεις ενώ στη συνέχεια χαρακτηρίστηκε για τα έτη 2005 και 2006 ως συνολικά μη ικανοποιητική.

Εν όψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο κρίνει ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης Τραπέζης να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ως γενόμενη προσχηματικά μεν για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, στην πραγματικότητα όμως λόγω αντιπάθειας και εχθρότητας των ως αν οργάνων της εναγομένης λόγω της προέλευσης του από την πρώην Τράπεζα Εργασίας και της αρνήσεώς του σε οικειοθελή αποχώρηση και εκ του λόγου αυτού τυγχάνει αυτή καταχρηστική και συνεπώς κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ άκυρη, η δε εναγομένη αρνουμένη ν' αποδεχθεί τις νομίμως προσφερόμενες σ αυτή υπηρεσίες του, πραγματική προσφορά των οποίων σημειωτέον δεν απαιτείται, κατέστη υπερήμερη και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν τους μισθούς υπερημερίας του από 15.3.2007 έως 15.11.2007 επιδίκου χρονικού διαστήματος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε περαιτέρω ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που με την 1246/2009 απόφασή του αναγνώρισε: α) την ακυρότητα της από 15.3.2007 καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου (τότε ενάγοντος) και β) την υποχρέωση της αναιρεσείουσας (τότε εναγομένης) να καταβάλει στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο , ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 34.520 ευρώ δεν έσφαλε και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της. Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική διότι αποτελεί ουσιαστικά αποτέλεσμα μεθοδευμένων ενεργειών των διευθυντικών στελεχών της αναιρεσείουσας που έκαναν την αξιολόγησή του αναιρεσίβλητου, τα οποία αισθάνονταν αντιπάθεια και εχθρότητα προς το πρόσωπό του, επειδή προερχόταν από την Τράπεζα Κρήτης, δεν αιτιολογεί περαιτέρω αν η συμπεριφορά αυτή ήταν αποτέλεσμα γενικευμένης τακτικής προς όλα τα στελέχη και υπαλλήλους που προέρχονταν από την Τράπεζα Κρήτης και αν αυτό συνέβαινε ποια άλλα συγκεκριμένα στελέχη ή υπαλλήλους αφορούσε (η συμπεριφορά αυτή) ή αφορούσε μόνο τον αναιρεσίβλητο και αν τούτο το τελευταίο συνέβαινε τους λόγους που προκάλεσαν τη διαφορετική αυτή αντιμετώπισή του σε σχέση με τα λοιπά στελέχη και υπαλλήλους που είχαν την ίδια με αυτόν υπηρεσιακή προέλευση.

β) Ενώ δέχεται ότι κατά τα τελευταία δύο προ της απολύσεώς του έτη (2005 και 2006), επ' ευκαιρία των κατ' έτος πραγματοποιουμένων αξιολογήσεων των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και κατά την σύνταξη των οικείων εκθέσεων αξιολογήσεώς του, επιχειρήθηκε από τις δύο αξιολογήτριες, Ε. Μ. αρμόδια Διευθύντρια της αναιρεσίβλητης και Π.

Χ. Γενική Διευθύντρια της αναιρεσίβλητης, λόγω αντιπάθειας και εχθρότητας αυτών προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, οφειλομένης στο γεγονός της προέλευσης του από την πρώην Τράπεζα Κρήτης, η σταδιακή υποβάθμιση της υπηρεσιακής του απόδοσης με την αναφορά σ' αυτές (εκθέσεις αξιολόγησης) γεγονότων όχι μόνο ανακριβών, αλλά επί πλέον και μη εχόντων σχέση με την προσόντα του και τις πραγματικές του ικανότητες, ώστε με τον τρόπο αυτό να εμφανιστεί αυτός ως υπηρεσιακώς ανεπαρκής, μη δυνάμενος να ανταποκριθεί στις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις της θέσεως που κατείχε και ως εκ τούτου η παραμονή του σ' αυτήν να θεωρείται ότι ασκεί αρνητική επίδραση στην επίτευξη των στόχων της εναγομένης, ταυτόχρονα δέχθηκε, ότι αφενός μεν τοποθετήθηκε από την αναιρεσείουσα αμέσως μετά την απορρόφηση από αυτήν της Τράπεζας Κρήτης, στο προσωπικό της οποίας αυτός ανήκε, σε θέση ευθύνης και συγκεκριμένα του Διευθυντή (Manager) του Τμήματος Διαχείρισης Παραπόνων, αφετέρου δε ότι στις υπηρεσιακές εκθέσεις αξιολογήσεως του αναιρεσείοντος των ετών 2002,2003 και 2004, οι οποίες συνετάγησαν, οι δυο πρώτες από την ίδια ως άνω αρμόδια Διευθύντρια Ε.

Μ. και η τρίτη από κοινού από αυτήν και την Γενική Διευθύντρια Π. Χ., με βάση τις προβλεπόμενες σ' αυτές πέντε κλίμακες αξιολογήσεως των ελεγχομένων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας (ήτοι η 1 η : Αρίστη, 2α Ξεπέρασε τις προσδοκίες, 3η Ικανοποιητική, 4η : Επιδέχεται βελτίωση και 5η : Συνολικά ανεπαρκής) κατατάχθηκε από τις ανωτέρω αξιολογήτριες στην τρίτη, δεύτερη και τρίτη κλίμακα αντιστοίχως και η υπηρεσιακή του απόδοση χαρακτηρίσθηκε στην πρώτη τούτων ως ικανοποιητική, στην δεύτερη ως υπερβαίνουσα τις απαιτήσεις, και στην τρίτη ως ικανοποιητική στα δε σχόλια που τις συνόδευαν αναφερόταν, στην πρώτη τούτων (εκθέσεων) ότι με την πολυετή πείρα του και τις σφαιρικές τραπεζικές γνώσεις που διαθέτει συμβάλλει θετικά στην ανάπτυξη του CRΟ, στην δεύτερη ότι διακρίνεται για την ολοκληρωτική γνώση του αντικειμένου και τις επικοινωνιακές του ικανότητες με τους πελάτες και στην τρίτη ότι χρησιμοποιεί τις εργασιακές του γνώσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του, συνοδεύοντας αυτές παράλληλα με στοιχεία προηγουμένων εμπειριών του για την εξεύρεση λύσεων, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί οι αξιολογήσεις των τριών πρώτων ετών, η δεύτερη μάλιστα εκ των οποίων υπήρξε βελτιωμένη κατά μία κλίμακα στον πίνακα αξιολόγησης έναντι της πρώτης , από την ίδια αξιολογήτρια, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ενώ οι αξιολογήσεις των δύο τελευταίων ετών, συνέπεια των οποίων υπήρξε η καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά αποτελούν αυτές και η καταγγελία εκδικητική συμπεριφορά και περαιτέρω δεν αιτιολογεί, εν όψει της αιτίας δημιουργίας της αντιπάθειας που δέχθηκε, της προελεύσεως δηλαδή του αναιρεσίβλητου από το στελεχιακό δυναμικό της απορροφηθείσας Τράπεζας Κρήτης, γιατί αυτή η εκδικητική συμπεριφορά εκδηλώθηκε πέντε χρόνια μετά τη συγχώνευση των δύο τραπεζών και όχι απ' αρχής.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ. Πολ.Δ., παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου, ν` αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 5625/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ