329/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1575/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4933/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/1/2007 αίτησή του και τους από 19/10/2007 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated329/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον ανωτέρω πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η δεύτερη, επάλληλη, αιτιολογία. Λόγο αναίρεσης, κατά της πρώτης αιτιολογίας, η οποία, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή μη των αναφερομένων σ' αυτή, στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 329 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 329/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΤΕnet Ανώνυμη Εταιρία", ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως δι'απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "TRAVEL GR by OTEnet ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1575/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4933/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/1/2007 αίτησή του και τους από 19/10/2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 22/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και ν'απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μια στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μια δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς (διότι απορρίπτονται οι λόγοι κατ' αυτής), οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, ότι παρά το νόμο απέρριψε την αντένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, που νόμιμα πρότεινε προωτοδίκως και επανέφερε ενώπιόν του με λόγο έφεσης, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη, κατά κατάχρηση δικαιώματος πρότεινε, κατ' ένσταση, την απόλυτη ακυρότητα της εργασιακής σύμβασης, την οποία αυτός στήριξε την αγωγή του (κύρια βάση και πρώτη επικουρική βάση).
Σχετικώς το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Για την εγκυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που συνήψε ο αναιρεσείων με την αρχική διάδικο ( εναγόμενη) εταιρία με την επωνυμία "TRAVEL GR by OTEnet", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως, είναι η αναιρεσίβλητη, και η οποία (σύμβαση) εξερχόταν των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας, έπρεπε να προηγηθεί υποχρεωτικά (σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην απόφαση) ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας.
Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν τηρήθηκε και επομένως η σύμβαση εργασίας είναι εξαρχής άκυρη, λόγω μη τήρησης των διατάξεων του άρθρου 23α παρ. 2 του ν. 2190/1920, γεγονός που εξετάζεται αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, ανεξάρτητα από την αυτεπάγγελτη έρευνα της εγκυρότητας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι η καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγομένης εταιρίας ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος πάσχει από απόλυτη ακυρότητα για τον πιο πάνω λόγο, αυτός (ενάγων - αναιρεσείων) πρότεινε αντένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 και 919 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι πρέπει να απορριφθεί η προβληθείσα ένσταση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, ως ασκούμενη καταχρηστικώς.
Όμως και ασχέτως από τη γενόμενη αυτεπάγγελτη έρευνα της εγκυρότητας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, που έχει ως συνακόλουθο αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς αντικείμενο η πρόταση και έρευνα της ένστασης ακυρότητας της σύμβασης αυτής από την καθολική διάδοχο της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων προς στήριξη της αντένστασής του.
Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρεται στο καθένα από τα επικαλούμενα, για την κατάχρηση δικαιώματος, περιστατικά. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από το άρθρο 281 ΑΚ αντένσταση του αναιρεσείοντος κατά πρώτο λόγο ως άνευ αντικειμένου, αφού, ενόψει της αυτεπαγγέλτως λαμβανομένης υπόψη απόλυτης ακυρότητας της εργασιακής σύμβασης, αντικείμενο, επίσης, δεν είχε ούτε η ένσταση και κατά δεύτερο λόγο κατ' ουσίαν, ως αναπόδεικτη.
Με τον ανωτέρω πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η δεύτερη, επάλληλη, αιτιολογία. Λόγο αναίρεσης, κατά της πρώτης αιτιολογίας, η οποία, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή μη των αναφερομένων σ' αυτή, στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται.
Συνεπώς, σύμφωνα με τ' αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Επειδή, οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ περί ερμηνεία των δικαιοπραξιών και των συμβάσεων, με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παραβιάζονται όταν, παρά τη διάγνωση, έστω και εμμέσως, ατέλειας στη διατύπωση της βούλησης ή αμφιβολίας για την έννοιά της το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει, είτε να προσφύγει σ'αυτούς, για να διατυπώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων είτε να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Παραβίαση των άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, που, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει και όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αν το δικαστήριο δέχεται ή όχι ότι η δικαιοπραξία είναι ασαφής ή έχει κενό και παρά ταύτα εφαρμόζει ή αποκρούει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και προβαίνει στην ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας κατά τις απαιτήσεις της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα :
Στις .... υπογράφηκε μεταξύ της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας που την εκπροσωπούσε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Γ1, και του αναιρεσείοντος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (από ... έως .....), δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων θα παρείχε υπηρεσίες διευθύνοντος συμβούλου, έναντι συνολικής μηνιαίας αντιμισθίας 2.700.000 δραχμών, πλέον ποσού 150.000 δραχμών το μήνα, με τη μορφή κάλυψης δαπανών αγορών, μέσω εταιρικής πιστωτικής κάρτας, που είχε παραχωρηθεί σ' αυτόν προς χρήση, ενώ με ειδικό όρο υπό τον τίτλο "Bonus" ορίστηκε ότι "η εταιρία θα καθορίζει ετησίως τους στόχους της και αναλόγως της επίτευξής τους θα καταβάλεις τον υπάλληλο Bonus που θα ισούται με το 30% των ετήσιων αποδοχών του".
Ακολούθως, αφού το Εφετείο έκρινε ότι η άνω σύμβαση εργασίας έπασχε απόλυτη ακυρότητα, συνεχίζει : Περαιτέρω σε ότι αφορά την επικουρικότερη βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος για την καταβολή των αιτούμενων ποσών (bonus) με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν αποδείχθηκε ότι με την παροχή της εργασίας τούτου επιτεύχθηκαν οι στόχοι της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας-εργοδότριάς του, ώστε να δημιουργείται η υποχρέωση παροχής σ' αυτόν της ωφέλειας, η οποία συνίσταται στις αντίστοιχες επιπλέον αποδοχές (bonus) που θα κατέβαλε αυτή, με βάση έγκυρη σύμβαση εργασίας σε άλλο διευθύνοντα σύμβουλο, με την ίδια απόδοση με αυτή του αναιρεσείοντος, αφού τα οικονομικά αποτελέσματα, που είναι ο κύριος στόχος, δεν ήταν τ' αναμενόμενα και συγκεκριμένα στο τέλος του 2002, δηλαδή μετά από 18 μήνες λειτουργίας της, τα έσοδά της ανέρχονταν στο ποσό των 9.132 € και τ' αποτελέσματα αυτής έκλεισαν με ζημία 672.784,44 € στο τέλος του 2002, 348.945,05 € το 2003 και 271.202,83 € το διάστημα από 1-1-έως 29-2-2004 και συνολικά με συσσωρευμένες ζημιές ύψους 1.292.932,32 €, παρά τη, με εισήγηση του αναιρεσείοντος, αναθεώρηση δύο φορές του αρχικού επιχειρησιακού σχεδίου και την πρόβλεψη αυτού, και μάλιστα με συντηρητικές εκτιμήσεις για έσοδα 127.000.000 δραχμών (372.707, 26 Ευρώ) το έτος 2002, 270.000.000 δραχμών (792.369,77) ευρώ το έτος 2003 και 335.000.000 δρχ. (983.125,46 €) το έτος 2004, ενώ κατά τη συνεδρίαση της 19-11-2003 του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, η οποία ήδη είχε καταστεί ο κύριος μέτοχος της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας, ο αναιρεσείων "αναφέρεται στα υφιστάμενα προβλήματα της εταιρίας και συγκεκριμένα ότι τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας είναι σήμερα κάτω από το 10% του μετοχικού κεφαλαίου της, γεγονός που συνεπάγεται την ανάγκη ανεύρεσης άμεσης λύσης, προκειμένου ν' αποφευχθούν οι συνέπειες που προβλέπει ο νόμος περί ανωνύμων εταιριών".
Την κακή οικονομική σχέση της εταιρίας επισήμανε και ο πρόεδρος του Δ.Σ. κατά τη συνεδρίαση αυτού στις 3-2-3004 και στις 25-2-2004, οπότε και αποφασίστηκε να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για την εξαγορά της εταιρίας και τη συγχώνευσή της με την ήδη αναιρεσίβλητη "OTEnet ΑΕ". Με αυτά τα δεδομένα, τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, που φέρονται ότι δικαιολογούν την επίτευξη των στόχων της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας, της συμμετοχής και αυτής από τις αρχές του 2002 έως το τέλος του 2003 στο επιδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή 'Ενωση πρόγραμμα, eMate (για τη δημιουργία ενός πολυγλωσσικού τουριστικού Portal), της δημιουργίας από το Μάϊο του 2002 ενός πληροφοριακού τουριστικού Portal (ιντερνετικής πύλης), της λειτουργίας από το 2003 συστήματος προγραμματισμού και υλοποίησης επαγγελματικών ταξιδίων, της σύναψης σύμβασης τριετούς διάρκειας μεταξύ αυτής και του ΟΤΕ προκειμένου να διατίθενται από τον τελευταίο τα προϊόντα και οι υπηρεσίες αυτής, της αναζήτησης στρατηγικού επενδυτή, της ανάληψης από αυτήν του ταξιδιωτικού έργου του προγράμματος Ολυμπιακής Φιλοξενίας για τις εταιρίες ΟΤΕ και COSMOTE και της συμβολής αυτού στην εξοικονόμηση δαπανών, που έγιναν με εισηγήσεις του και ενέργειές του, δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι ο ενάγων πέτυχε τους στόχους της εργοδότριάς του, ώστε να δικαιούται το bonus και συνακόλουθα ότι αυτή απεκόμισε την αντίστοιχη ωφέλεια, αφού οι σχετικές ενέργειες αυτού και τα πιο πάνω αποτελέσματα των ενεργειών του εντάσσονταν στο πλαίσιο της εργασίας του για την οποία αμειβόταν με συνολικό μηνιαίο ποσό των 2.850.000 δρχ.
και δε μπορούν να χαρακτηρισθούν ότι είχαν "ως συνέπεια την αύξηση της φήμης της εναγομένης στην αγορά και την προσέλκυση πελατείας και την, με τον τρόπο αυτό, επίτευξη σημαντικότατων οικονομικών πλεονεκτημάτων για την εναγόμενη" κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή. Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε και τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή ή μη των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες δέχεται ότι κύριος στόχος της εργοδότιδας εταιρίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν η καλή και κερδοφόρος οικονομική πορεία της εταιρίας και ότι ο στόχος αυτός καθόλη τη διάρκεια που λειτούργησε η εργασιακή σύμβαση όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε, αλλά αντίθετα η εταιρία, εφαρμόζοντας επιχειρησιακά σχέδια τα οποία εισηγήθηκε ο αναιρεσείων, παρουσίασε σημαντικά μεγέθη ζημιών.
Επομένως ο δεύτερος λόγος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς από τον αρ. 19 του εν λόγω άρθρου, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το εάν υπάρχει ασάφεια ή κενό στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών σχετικά με τη ρήτρα περί εταιρικών στόχων της άκυρης εργασιακής σύμβασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, με τις διαλαμβανόμενες αιτιάσεις από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και στον πρώτο πρόσθετο λόγο, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους ισχυρισμούς α) ότι επιτεύχθηκε ο στόχος της μείωσης του ποσοστού της συμμετοχής του μετόχου μειοψηφίας "Ενοποιημένο Τουριστικό Δίκτυο ΑΕ" στο μετοχικό κεφάλαιο της αρχικώς εναγομένης, που υλοποιήθηκε σταδιακά με τη μεταβίβαση τμήματος των μετοχών στην ΟΤΕNet AE, β) ότι προώθησε τα συμφέροντα της εταιρίας στην αγορά και συνετέλεσε στην αύξηση της φήμης της και στην προσέλκυση νέων πελατών, γ) συνέβαλε στην επίτευξη του στόχου εξοικονόμησης δαπανών και δ) ότι όλοι οι μέτοχοι είχαν εγκρίνει εγγράφως τους όρους της εργασιακής σύμβασης αυτού με την αρχικώς εναγόμενη εταιρία πριν από την υπογραφή της και ότι συνεπώς είχε τηρηθεί η απαιτούμενη ειδική προηγούμενη έγκριση των μετόχων της εταιρίας.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, του εφετηρίου και του δικογράφου των προτάσεων-προσθέτων λόγων έφεσης του αναιρεσείοντος, αυτός τους ανωτέρω υπό στοιχεία α' και β' ισχυρισμούς, τους οποίους (όπως και τον κατωτέρω υπό στοιχ. γ') επικαλείται προς απόδειξη της επίτευξης των στόχων της εταιρίας, που δικαιολογεί την καταβολή του bonus, δεν τους πρότεινε ενώπιον του Εφετείου, ενώ τους λοιπούς δύο (υπό στοιχ.
γ' και δ'), που προτάθηκαν από αυτόν, τους έλαβε υπόψη από το Εφετείο, πλην όμως τα περιστατικά εκτιμήθηκαν διαφορετικά από την εκτίμηση που κάνει ο αναιρεσείων.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, όσον αφορά τους ανωτέρω υπό στοιχ. α' και β' ισχυρισμούς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και ο ίδιος λόγος ως προς τον ανωτέρω υπό στοιχ. γ' ισχυρισμό και ο πρώτος πρόσθετος λόγος (ανωτέρω υπό στοιχείο δ' ισχυρισμός) ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατά τα άρθρα 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ.2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δε μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δε μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου διαδίκου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νόμιμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, αλλά η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου, λύση προδήλως άτοπη. Τ' ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. 'Αρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διάδικου ή του νόμιμου εκπροσώπου ή μέλους της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Βέβαια κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους ορισμούς του νόμου. Η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την εν λόγω διαδικασία και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αρ.11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, ασχέτως το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται περί ανυποστάτων αποδεικτικών μέσων. Με βάση αυτά ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αρ.11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του την από 11-4-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών της ........, η οποία από ...
έως ...., δηλαδή πριν από 2 έτη περίπου, υπήρξε μέλος του Δ.Σ., της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασης, κατά το χρόνο που δόθηκε η ένορκη βεβαίωση αυτή είχε πάψει ν'αποτελεί μέλος της διοίκησης της αρχικώς εναγόμενης, με πρωτοβουλία της οποίας βεβαίωσε.
Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του, για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι με επίκληση, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ λόγο. Ο ίδιος λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο στο οποίο περιέχεται εξώδικη ομολογία (άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ) του αντιδίκου αυτού που την επικαλείται.
Με βάση αυτά α) ο τέταρτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη το από ..... πρακτικό του ΔΣ της αρχικώς εναγόμενης, από το οποίο προκύπτει η επικλησθείσα από αυτόν εξώδικη ομολογία της τελευταίας δηλαδή ότι αυτή αναγνώρισε τη συμβολή του στην πορεία των εργασιών της εταιρίας και γιαυτό εγκρίθηκε bonus 27.900 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την αναφορά στην απόφαση ότι εξετάστηκε η πορεία της εταιρίας στο τέλος του 2002 και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το άνω πρακτικό και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και β) ο πέμπτος και ο έκτος, κατά το δεύτερο σκέλος πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση δενη έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς έγγραφα (e-mails και το από .....
πρακτικό) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όσον αφορά τα e-mails, από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και όσον αφορά το άνω πρακτικό η λήψη του υπόψη αναφέρεται ρητώς στην απόφαση.
Επειδή, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει τις εξής αιτιάσεις στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση : α) με το πρώτο μέρος από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι εκθέσεις διαχειρίσεως τις οποίες με επίκληση προσκόμισε στο Εφετείο και β) με το δεύτερο μέρος επικουρικώς από τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε τις ανωτέρω εκθέσεις ως προς τα ποσά των ζημιών της εταιρίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος ως αντιφατικός.
Επειδή, ο έκτος πρόσθετος λόγος, μέρος πρώτο, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το από ..... πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, αφού φέρει ως εισηγητή επί του θέματος που συζητήθηκε τον αναιρεσείοντα ενώ στο πρακτικό αναγράφεται ότι εισηγητής ήταν ο τότε διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσίβλητης Γ1. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ποιου ισχυρισμού επικαλέστηκε στο άνω έγγραφο ο αναιρεσείων και ποια επίδραση θ' ασκούσε ή άσκησε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2007 αίτηση του Χ1 και τους από 19-10-2007 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 4933/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης,που τα ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ