Supreme Court dismisses retrial request for new evidence not previously known to the defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the defendant's request to retry a final criminal conviction based on alleged new evidence. The court found that the wife's testimony regarding the defendant's innocence was not a newly discovered fact but could have been presented earlier, and her subsequent medical diagnosis did not prove she was unable to testify during the trial. Consequently, the court ruled that the request constituted an impermissible substantive re-examination of the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 525 § 1, 528 §§ 1 and 3 of the Code of Criminal Procedure: A retrial for the convicted is permitted only if new facts or evidence were discovered after the final conviction that alone or in combination with previous evidence prove innocence or a heavier crime, and such evidence must have been unknown to the court at the time of judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 328 / 2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 328/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη και Παναγιώτα Πασσίση-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Καντζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α.
Συνήλθε σε Συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, στις 13 Φεβρουαρίου 2026, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Α. Δ. του Ν. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κουνινιώτη-Χρυσάνθου για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1630Α/2022, 788/2023 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3-6-2025 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Καντζίδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Ράικου με αριθμό ...2025, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§1, 528§1 και 529 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την με ημερομηνία 03.06.2025 αίτηση του Α. Δ. του Ν. , κατοίκου ... (...), με την οποία και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, ζητάει προς το συμφέρον του την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1630Α/2022 και 788/2023 αμετάκλητη απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525§1περ.2 του ισχύοντος ΚΠΔ: "1. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) ....., 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε....".
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 528§§1 και 3 του ισχύοντος ΚΠΔ: "1. Η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τον σύζυγό του ή τον συνδεόμενο με σύμφωνο συμβίωσης ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από τον συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε.
Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και μετά τον θάνατο του καταδικασμένου ή έπειτα από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής που του επιβλήθηκε..... 3. Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση.
Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα. Κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 529 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί". Ακόμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 529 του ισχύοντος ΚΠΔ: "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 528 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα, ο οποίος κλητεύεται πριν από πέντε ημέρες και παρίσταται κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ.
Η αίτηση συζητείται στην ουσία της και δεν απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, ακόμη και αν δεν εμφανισθεί ο αιτών. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 5 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση.
Κατά της απόφασης του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485".
Όπως συνάγεται, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, η επανάληψη της διαδικασίας αποσκοπεί στην ανατροπή του δεδικασμένου ποινικής αποφάσεως, η οποία διέγνωσε την ουσία της υποθέσεως και καταδίκασε ή αθώωσε τον κατηγορούμενο, προς αποκατάσταση της ουσιαστικής δικαιοσύνης, που τιτρώσκεται, από κατάδηλα εσφαλμένες, αμετάκλητες αποφάσεις, λόγω εκτιμήσεων, περί τα πράγματα και όχι λόγω νομικών σφαλμάτων (βλ.
ΑΠ 1201/2005, ΑΠ 1097/1995, ΑΠ 291/1994, ΑΠ 1125/1985), συγχωρείται, δε, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση, κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη καταδίκη κατηγορουμένου, αποκαλυφθούν νέα - άγνωστα, στους δικαστές, που καταδίκασαν αυτόν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί, προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός, που καταδικάσθηκε, είναι αθώος.
Ως "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοούνται, συμβάντα εξωτερικά και δεκτικά απόδειξης ή αποδεικτικά στοιχεία, που υπήρχαν, πριν - ή προέκυψαν, μετά - την έκδοση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη και γι' αυτό, δεν αξιολογήθηκαν, από το Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση αυτή και τα οποία καθιστούν φανερό (και όχι απλώς πιθανό), ότι, αν είχαν τότε τεθεί υπόψη και αξιολογηθεί, λόγω της σημαντικής αποδεικτικής αξίας και βαρύτητάς τους, θα οδηγούσαν, από μόνα τους ή συνδυαστικά με άλλες αποδείξεις, που είχαν προσκομισθεί, σε αθώωση του καταδικασμένου ή σε καταδίκη του, για έγκλημα ελαφρύτερο από εκείνο, για το οποίο καταδικάστηκε άδικα.
Τέτοιες αποδείξεις, μπορεί να είναι, οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα, γνωμοδοτήσεις νέων πραγματογνωμόνων ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, κατά τρόπο που εγγίζει την βεβαιότητα - και όχι απλώς πιθανό - ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.
Δεν είναι νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ή νέες ερμηνευτικές εκδοχές, ακόμη και νομολογιακές, ως προς την έννοια και το χαρακτήρα της εφαρμοσθείσης, κατά περίπτωση, ποινικής διάταξης, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία στο ακροατήριο, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Όπως γίνεται δεκτό, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, αφού η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 664/2023, ΑΠ 84/2013, ΑΠ 385/2022, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 842/2021, ΑΠ 201/2020, ΑΠ 1717/2002, ΑΠ 70/1999, ΑΠ 90/1997, ΑΠ 28/1996).
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όροι εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠΔ, είναι: α) η ύπαρξη οριστικής καταδίκης με την έννοια της ύπαρξης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, β) η αποκάλυψη νέων γεγονότων ή αποδείξεων, που ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την ήδη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, υπό την έννοια γεγονότων ή αποδείξεων, τα οποία ανεξάρτητα από το αν προϋπήρξαν ή όχι του αμετακλήτου της καταδίκης δεν είχαν υποβληθεί στο καταδικάσαν Δικαστήριο, έστω κι αν αυτό παρότι τα γεγονότα αυτά είχαν υποβληθεί ενώπιόν του δεν έλαβε αυτά υπόψη, έστω και εσφαλμένα και τα οποία καθιστούν πρόδηλη και όχι απλώς πιθανή την πλάνη των δικαστών (βλ.
ΑΠ 174/2012, ΑΠ 401/2012, ΑΠ 455/2012, ΑΠ 31/2011, ΑΠ 68/2011, ΑΠ 305/2011, ΑΠ 555/2011, ΑΠ 137/2004, ΑΠ 256/1994, ΑΠ 842/1994, ΑΠ 690/1993, ΑΠ 756/1993, ΑΠ 1061/1990, ΑΠ 1494/1981), γ) τα αποκαλυφθέντα νέα γεγονότα να καθιστούν φανερή την αθωότητα του καταδικασθέντος ή την καταδίκη του για αδίκημα βαρύτερο αυτού που στην πραγματικότητα τέλεσε. Το Δικαστήριο που εκδικάζει την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας διαμορφώνει τη σχετική κρίση του από τα έγγραφα της δικογραφίας και από την έρευνα των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 84/2023).
Τα νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, απαιτείται να ήταν άγνωστα στον καταδικασθέντα, διότι διαφορετικά θα μπορούσε να τις είχε προσκομίσει, πρέπει, δε, να αφορούν στα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου, με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος.
Δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά την ανωτέρω έννοια και δεν θεμελιώνουν νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη ή η μη προσήκουσα εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ή τυχόν δικονομικά σφάλματα αφορώντα την εξέλιξη της όλης ποινικής διαδικασίας ή σφάλματα σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των επιμέρους δικονομικών πράξεων ή γενικότερα σε σχέση με την εφαρμογή των υπόλοιπων δικονομικών διατάξεων και τέλος δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της απόφασης από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι Δικαστές, που την εξέδωσαν (ΑΠ 1420/2024, ΑΠ 745/2024, ΑΠ 690/2024, ΑΠ 201/2020, ΑΠ 383/2018).
Περαιτέρω, η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στρεφόμενη κατά αποφάσεως που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, δηλαδή, ένδικο βοήθημα ιδιάζουσας μορφής, ως εκ τούτου, η υποβολή αυτής δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να υποβληθεί από τον καταδικασμένο δια πληρεξουσίου Δικηγόρου, που έχει ειδική εντολή αυτού (του καταδικασμένου), κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 465 του ΚΠΔ (ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 1247/2020, ΑΠ 547/2020, ΑΠ 1336/2017, ΑΠ 2270/2002, ΑΠ 496/2001, ΑΠ 590/2000).
Επί της εν λόγω αίτησης επανάληψης διαδικασίας, ως ενδίκου βοηθήματος ιδιάζουσας μορφής, εφαρμόζονται ανάλογα ορισμένες από τις γενικές - περί ενδίκων μέσων - διατάξεις, εφόσον οι τελευταίες δεν είναι ασυμβίβαστες προς τη φύση της ανωτέρω αίτησης και μεταξύ αυτών οι διατάξεις των άρθρων 464 (ως προς το έννομο συμφέρον), 475§1, 476§1 (ως προς την παραίτηση από την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του διαδίκου και όχι του Εισαγγελέα, ο οποίος δεν επιτρέπεται να παραιτηθεί, ΑΠ 2270/2002, ΑΠ 590/2000, ΑΠ 428/1993, ΑΠ 239/1990) και 466 του ΚΠΔ (ως προς την υποβολή της αίτησης, δια πληρεξουσίου που έχει ειδική εντολή, εκτός αν ήταν ο συνήγορος του καταδικασθέντος, ΑΠ 645/2003, ΑΠ 712/2003, ΑΠ 598/1994, ΑΠ 428/1993).
Εκτός αυτών, πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους, για τους οποίους ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 653/2019, ΑΠ 184/2019). Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας μπορεί να υποβληθεί και μετά την απόρριψη προγενέστερης αίτησης αρκεί να προβάλλεται διαφορετικός λόγος ή ο ίδιος λόγος που απορρίφθηκε, εφόσον αυτός στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 1080/2016, ΑΠ 81/2014, ΑΠ 564/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 03.06.2025 αίτηση, που κατετέθη στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου αυθημερόν, από την έχουσα προς τούτο ειδική εξουσιοδότηση πληρεξούσια δικηγόρο του, Δήμητρα Κουνινώτη (ΑΜ ΔΣΑ 1034), ο αιτών ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1630Α/2022 και 788/2023 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη αφού η κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1312/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 528§3 και 529 ΚΠΔ, εφόσον ο αιτών προσκομίζει και επικαλείται νέες αποδείξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 1630Α/2022 και 788/2023 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κρίθηκε ένοχος όπως και οι συγκατηγορούμενοί του Ε. Δ. , Α. Δ. , Γ. Κ. , Θ. Β. και Α. Κ. , των ποινικών αδικημάτων: α) της συμμορίας (άρθρ. 187§3 ΠΚ) και β) της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (αγορά, κατοχή, μεταφορά), με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 45, 98 ΠΚ, άρθρ. 23 Ν. 4139/2013), ο D.
Z. , της συμμορίας και της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και ο Θ. Κ. της απλής διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (άρθρ. 20 Ν. 4139/2013) και καταδικάσθηκε (αιτών), με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§3 ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την πρώτη πράξη (συμμορία) και ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για τη δεύτερη κατά σειρά πράξη (διακίνηση ναρκωτικών ουσιών) και συνολικά ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών.
Το Δικαστήριο που εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, ήτοι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα πρακτικά της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 3459/2018 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: "...
Η Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής είχε πληροφορίες από τον Οκτώβριο του 2016, ότι υπάρχει εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στη διακίνηση ναρκωτικών όπως κοκαΐνη και ινδική κάνναβη από Ελλάδα προς χώρες της Δυτικής Ευρώπης και αντίστροφα. Πραγματοποιήθηκε νόμιμη άρση του απορρήτου της επικοινωνίας των εμπλεκομένων προσώπων με πολλές διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών που επικυρώθηκαν με την έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών.
Οι παρακάτω κατηγορούμενοι είχαν συστήσει 2 εγκληματικές οργανώσεις κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ.3 ΠΚ, καθόσον υπερτερούσαν τα συνδετικά στοιχεία της φιλίας και της συγγενικής σχέσης μεταξύ τους, δεδομένου ότι κυρίως ασχολούντο ως οδηγοί και ιδιοκτήτες μεταφορικών μέσων διεθνών μεταφορών (αυτοκίνητο, νταλίκες) πραγματοποιούντες δρομολόγια από Ελλάδα, μέσω Πατρών προς Ιταλία, Γαλλία και Ολλανδία κυρίως.
Στην πρώτη εγκληματική οργάνωση ήσαν μέλη ο 1ος κατηγορούμενος Ε. Δ. , ο 3ος κατηγορούμενος Α. Δ. , ο 4ος κατηγορούμενος D. D. Z. και άγνωστο άτομο με το όνομα Α.
Ανέλαβαν τη διευθέτηση της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, την εξεύρεση μεταφορικών μέσων και την αποστολή χρημάτων αναγκαίων για την επιτυχή εκπλήρωση της εγκληματικής δραστηριότητας. Ο 4ος κατηγορούμενος παρείχε άμεση συνδρομή καθόσον ως γνώστης της Αλβανικής γλώσσας θα μετέβαινε στην Ολλανδία προκειμένου να συνδράμει στις συνεννοήσεις με τον αρχικά άγνωστο αποστολέα Αλβανικής καταγωγής, των ναρκωτικών ουσιών και με τους Έλληνες μεταφορείς προς τις χώρες της Σκανδιναβικής Χερσονήσου.
Η εν λόγω εγκληματική οργάνωση συνεργαζόταν με άλλη εγκληματική οργάνωση που αποτελούσαν ο Α. Δ. , 5ος κατηγορούμενος, ο Γ. Κ. , 6ος κατηγορούμενος, ο υιός του 6ου Κ. Α. , 10ος κατηγορούμενος, ο 8ος κατηγορούμενος Θ. Β. Ειδικότερα θα διέθεταν φορτηγό αυτοκίνητο διεθνών μεταφορών που εκμεταλλεύοντο ο Γ. Κ. και Α.
Κ. και οδηγούσε ο Θ. Β. Οι παραπάνω διενήργησαν διακίνηση ναρκωτικών ουσιών από το Μάρτιο του 2017 και ειδικότερα 44.388,39 γραμ. κατεργασμένης κάνναβης και 2.501,7 γραμ. κοκαΐνης από Ολλανδία στη Σουηδία. Την 02.04.2017 πρωινές ώρες μετέφεραν στο Μάλμε της Σουηδίας με το υπ' αριθμ. ... ΔΧΦ μάρκας SCANIA που οδηγούσε ο Θ. Β.
κατ' εντολή του Α. Δ. και Α. Δ. και για λογαριασμό των υπολοίπων μελών των εγκληματικών οργανώσεων τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών σε ειδική μετασκευασμένη κρύπτη του προαναφερθέντος φορτηγού αυτοκινήτου. Η παραπάνω παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών τελέσθηκε κατ' επάγγελμα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, ενώ το προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 600.000 ευρώ. ....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αιτούντα - κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα από το Μάρτιο του 2017 έως τη 2.4.2017, ενώθηκαν κατόπιν συμφωνίας με σκοπό να διαπράξουν το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών υπό τη μορφή του άρθρου 23 Ν. 4139/2013 όπως αυτό αναλύεται στην αντικειμενική υπόστασή του παρακάτω...Στους αναφερόμενους κατωτέρω τόπους και χρόνους, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Κ.
Α. , Κ. Κ. , Κ. Γ. , Β. Θ. , Α. Κ. και Κ. Θ. ή με κάποιους εξ αυτών, σύμφωνα με τις αναφερόμενες κατωτέρω διακρίσεις, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτούς και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος τέλεσε το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο συμμορίας, ενεργώντας κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ.
Ειδικότερα τέλεσε το πιο πάνω έγκλημα με τις εξής πράξεις: α) Από την Ολλανδία στη Σουηδία, ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης και από κοινού με τους προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, διενήργησε μεταφορά απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή της και συγκεκριμένα στις 2-4-2017, πρωινές ώρες, μετέφερε δια χειρός του συγκατηγορουμένου του Β.
Θ. στο Μάλμε της Σουηδίας από την Ολλανδία με το υπ' αριθμ. ... ΔΧΦ μάρκας SCANIA ιδιοκτησίας του Κ. Κ. , που οδηγούσε ο Β. Θ. , κατ' εντολή δική του και του Δ. Α. και για λογαριασμό και των υπολοίπων μελών της συμμορίας, σε ειδικώς μετασκευασμένη κρύπτη, 44.388,39 γρ. κατεργασμένης κάνναβης και 2.501,7 γραμ. κοκαΐνης, με σκοπό τη μεταφορά τους στη Νορβηγία προς περαιτέρω διακίνηση χρησιμοποιώντας ως μεταφορικό μέσο το προαναφερόμενο φορτηγό.
Β) Στις 2-4-2017, στο Μάλμε της Σουηδίας από κοινού με τους προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτει κατά τη βούλησή του, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, πρωινές ώρες κατείχε, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, καθόσον όλοι είχαν πρόσβαση και δυνατότητα φυσικής εξουσίασης, 44.388,39 γρ.
κατεργασμένης κάνναβης και 2.501,7 γραμ. κοκαΐνης. Την ως άνω ποσότητα μετέφερε με σκοπό τη διακίνηση σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται ειδικότερα στην υπό στοιχεία Α του παρόντος πράξη. Την παραπάνω πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τελεί κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ το προσδοκώμενο όφελός του από την πράξη αυτή υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ.
Ειδικότερα, από το διεθνικό χαρακτήρα και τη μεθοδολογία δράσεως των μελών τη συμμορίας (χρησιμοποίηση του συστήματος της δια φορτηγών αυτοκινήτων διεθνών μεταφορών εμπορικής δραστηριότητας ως κάλυψη της παρανόμου δράσεώς τους στην παράνομη μεταφορά ναρκωτικών, κατανεμημένοι ρόλοι, ήτοι οργανωτές - συντονιστές - ιδιοκτήτες φορτηγών αυτοκινήτων - οδηγοί), τα χρησιμοποιούμενα μέσα για την ασφαλή μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών (φορτηγά αυτοκίνητα με ειδικές κρύπτες), τη γεωγραφική της εξάπλωση στην Ευρώπη και τις ήδη κατασχεθείσες ποσότητες (44.388,39 γρ.
κατεργασμένης καννάβεως και 2.501,7 γραμ. κοκαΐνης) προκύπτει η εκ μέρους τους κατάρτιση επαγγελματικής υποδομής εξασφαλίζουσας την αδιάλειπτη στο χρόνο εγκληματική τους δράση (μεταφορά και διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών) προς αποκόμιση μεγάλου ύψους παράνομων προσόδων, υπολογιζόμενων εκ των αναφερομένων κατασχεθεισών ποσοτήτων καννάβεως και κοκαΐνης σε τουλάχιστον 600.000 ευρώ....".
Περαιτέρω, ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, επικαλείται ότι υφίστανται αμφιβολίες "γύρω από την καταδίκη" του, καθώς από την επισκόπηση του συνόλου της δικογραφίας προκύπτει ότι αυτή (καταδίκη του) δεν συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα, ενώ παράλληλα, παρατηρείται αναντιστοιχία των όσων κατέθεσαν οι δύο εξετασθέντες μάρτυρες αστυνομικοί, οι οποίοι ανέφεραν γεγονότα "μάλλον αόριστα" όσον αφορά στο πρόσωπό του, που δεν τον εμπλέκουν άμεσα στις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε στηριζόμενοι σε "πληροφορίες", συνομιλίες και ανάλυση δεδομένων, η δε, "αξιολόγηση τέτοιων στοιχείων είναι εξαιρετικά εύθραυστη αν δεν συνοδεύεται από άμεση επιβεβαίωση μέσω φυσικών αποδείξεων ή αυτοπτών μαρτύρων...", επιπλέον, η εμπλοκή του στηρίζεται κυρίως στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του Θ.
Β. Για την ευδοκίμηση, μάλιστα, της αίτησής του αυτής, ο αιτών προσκομίζει και επικαλείται, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, την υπ' αριθμ. ...2025 ένορκη κατάθεση της συζύγου Ε. Μ. του Λ. , κατοίκου ... , που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου και κατοίκου ... Α. θυγ. Θ. Ν. , στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...
Το έτος 2017 εξαιτίας σοβαρού οικογενειακού προβλήματος αποφασίσαμε να μετακομίσουμε στην Ιταλία. Ο σύζυγός μου Α. Δ. είχε ήδη μεταβεί δύο φορές και είχε βρει εργασία σε μια πολύ καλή μεταφορική εταιρία όπου θα εργαζόταν ως οδηγός σε φορτηγό. Επειδή θα ξεκινούσε εργασία περί τις αρχές Απριλίου (όπως και έγινε) μετέβην και εγώ στην Ιταλία την 30η Μαρτίου προκειμένου να βρούμε σπίτι και να κοιτάξουμε να γράψουμε τα δύο ανήλικα παιδιά μας (Λ.
και Γ.) σε σχολείο. Με τον Α. Κ. είμαστε από το ίδιο μέρος και κουμπάροι. Επειδή του είχε λήξει η κάρτα ταχογράφου ζήτησε από τον σύζυγό μου ενώπιόν μου να οδηγήσει το φορτηγό ιδιοκτησίας του από την Αθήνα στο Καέν της Γαλλίας με γλάστρες ως εμπόρευμα. Αφού ο σύζυγός μου πήγε το φορτηγό στη Γαλλία του ζήτησε (ο Θ.) να το πάει στην Ολλανδία διότι είχε βρει να μεταφέρει κρέατα.
Πράγματι ο σύζυγός μου μετέφερε το φορτηγό στην Ολλανδία την 29/3/2017 και περίμενε για να φορτωθεί με κρέατα το φορτηγό και να κάνει νέο δρομολόγιο (επαναλαμβάνω ως εξυπηρέτηση στον Θ. διότι είχε λήξει η κάρτα του). Όμως το εν λόγω δρομολόγιο για τα κρέατα ακυρώθηκε. Ο Θ. αφού μίλησε με τον πατέρα του κάλεσε τον Β.
να έρθει από την Ελλάδα για να κάνει ένα δρομολόγιο στη Νορβηγία. Ο σύζυγός μου του είχε εξηγήσει ότι έπρεπε να μεταβεί στην Ιταλία όπου ήμουν και εγώ γιατί είχαμε ραντεβού με μεσίτες να βρούμε σπίτια. Πράγματι ήρθε στην Ιταλία την 31/3/2017 και μου είπε ότι ο Θ. έδωσε το φορτηγό στον Β. να το πάει στην Νορβηγία για να βρει κάτι θαλάμους, μου είπε μάλιστα ότι τους άφησε νωρίς το πρωί στην Ολλανδία για να προλάβει το αεροπλάνο για Ιταλία.
Μάλιστα, όταν συναντηθήκαμε τον ρώτησα γιατί δεν πήγε αυτός στο δρομολόγιο στην Νορβηγία και η απάντησή του ήταν "δεν θα ασχοληθώ άλλο, αρκετά εξυπηρέτησα, προτεραιότητα έχει η δική μου δουλειά και η οικογένειά μας. Πρέπει να τακτοποιηθούμε άμεσα". Ένοιωσα μεγάλη έκπληξη όταν μετέπειτα διάβασα την απολογία του Β.
που έλεγε ότι δήθεν ο σύζυγός μου του έδωσε δύο φαξ με θαλάμους, για να τους εξετάσει στην Νορβηγία. Το φορτηγό ανήκε στο Θ. και ο σύζυγός μου δεν είχε καμία δουλειά με αυτό το φορτηγό. Την επόμενη ημέρα δηλαδή την 1/4/2017 συναντηθήκαμε με άτομα της Ελληνικής Κοινότητας στην Ιταλία και συγκεκριμένα στην Α. Μ. , η οποία είναι γιατρός και μετέπειτα φίλη μας όπου μας βοήθησαν και μας είπαν ποιες περιοχές ήταν ασφαλείς να μείνουμε και που να γράψουμε τα παιδιά μας στο σχολείο.
Έφυγα αεροπορικώς το ίδιο βράδυ και ο Α. έμεινε γιατί την επομένη μέρα ξεκινούσε την καινούργια του δουλειά. Δύο μέρες μετά ήρθε η αστυνομία στο σπίτι μας στα Μποζαΐτικα Πατρών προκειμένου να κάνουν έρευνα. Μου είπαν ότι ο Α. έχει συλληφθεί για υπόθεση ναρκωτικών στην Αθήνα. Τους απάντησα ότι αυτό δεν είναι δυνατόν διότι ο Α.
βρίσκεται στην Ιταλία και εργάζεται. Φυσικά δεν βρήκαν τίποτα στο σπίτι διότι δεν υπήρχε τίποτα για να βρουν. Λίγες ώρες μετά και αφού συνήλθα από το σοκ επικοινώνησα τηλεφωνικά με τον Α. για να του πω για την έρευνα στο σπίτι. Η απάντησή του ήταν να αφήσω την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της. Προφανώς τον είχαν μπερδέψει με κάποιον άλλον και να μην τον κουράζω με τις βλακείες μου μην τυχόν και κάνει κανένα λάθος στο φόρτωμα στη νέα του δουλειά που καλά καλά δεν είχε ξεκινήσει ακόμα.
Όταν ξαναμιλήσαμε αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας μου επισήμανε να βάζω πάντοτε το αυτοκίνητο μέσα στο γκαράζ κλειδωμένο και να κλειδώνω πάντοτε στα πάρκινγκ των σούπερ μάρκετ. Τόσο εγώ όσο και ο σύζυγός μου φοβόμασταν πάντοτε για τυχόν αντίποινα από την περιπέτεια του μεγάλου μας παιδιού στη φυλακή. Είχαμε δεχθεί πολλές φορές απειλητικά τηλεφωνήματα και πάντοτε υποψιαζόμασταν αντίποινα από την οικογένεια του θύματος.
Η περιπέτεια που περάσαμε με το μεγάλο μας γιο, η δίχρονη παραμονή του στις φυλακές ανηλίκων Κορίνθου καθώς και ο αναγκαστικός ξεριζωμός μας από την Ελλάδα προκειμένου να ξαναρχίσουμε μια νέα ζωή για τα τρία παιδιά μας, σίγουρα δεν άφησαν κανένα περιθώριο για να κάνει ο σύζυγός μου κάτι παράνομο και πολύ περισσότερο να συμμετάσχει σε εμπόριο ναρκωτικών ουσιών.
Οι κατηγορίες του συζύγου μου είναι ψευδείς, και η καταδίκη του είναι άδικη διότι δεν έχει κάνει τίποτα αξιόποινο...".
Εκτός της παραπάνω ένορκης βεβαίωσης, ο αιτών προσκομίζει και το υπ' αριθμ. ...2024 πιστοποιητικό του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του Γ.Ν. Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ", από το οποίο προκύπτει ότι η ως άνω σύζυγός του εξετάσθηκε, την 21.10.2024, στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου αυτού και βρέθηκε πάσχουσα από μικτή διαταραχή άγχους και κατάθλιψης, βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή, ενώ παρουσιάζει έκπτωση της λειτουργικότητας, λόγοι για τους οποίους, κατά τον αιτούντα, δεν παρουσιάσθηκε ενώπιον του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισής του.
Από την ένορκη όμως αυτή βεβαίωση, εκτιμώμενη σε συνδυασμό με τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από το Α' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1630Α/2022 και 788/2023 καταδικαστική απόφαση, δεν καθίσταται πρόδηλο, ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, εκτός δε, αυτού, τα όσα όψιμα εκτίθενται σε αυτήν δεν αναφέρονται, σε άγνωστα στον ίδιο τον αιτούντα γεγονότα ή αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν, μετά την αμετάκλητη καταδίκη αυτού, ο δε ισχυρισμός του τελευταίου, ότι η ως άνω σύζυγός του δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου να καταθέσει, καθώς έπασχε από μικτή διαταραχή άγχους και κατάθλιψης παρουσιάζοντας έκπτωση λειτουργικότητας, ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού η εξέτασή της στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου πραγματοποιήθηκε την 21.10.2024, δηλαδή δεκαεπτά (17) και πλέον μήνες μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (03.05.2013), χωρίς να επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε στοιχείο ότι κατά το χρονικό διάστημα εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (07.10.2022 - 03.05.2023) έπασχε από την αναγραφόμενη στο πιστοποιητικό αυτό ασθένεια, ούτε αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό από τα ανωτέρω, από τον καταθέσαντα ως μάρτυρα υπεράσπισης γιο τους Λ.
Δ. , ενώ ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών), που εξέδωσε την εκκαλουμένη με αριθμ. 3459/03.08.2018 απόφαση, ουδείς εμφανίσθηκε.
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι, με τις λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στην υπό κρίση αίτηση, επιχειρείται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, που είναι όμως ανεπίτρεπτος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα ως άνω νομική σκέψη, και, επομένως, δεν συνιστούν λόγους επανάληψης της διαδικασίας.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση περί επανάληψης της διαδικασίας, να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επιπλέον, να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 800.00 ευρώ (άρθρο 578§1 σε συνδυασμό με 577§2 περ. α' ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, η, με ημερομηνία 03.06.2025 αίτηση του Α. Δ. του Ν. , κατοίκου ... (...), με την οποία ζητεί προς το συμφέρον του την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1630Α/2022 και 788/2023 αμετάκλητη απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας σε βάρος του αιτούντα Α. Δ. του Ν. , κατοίκου ... (...).
Η Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελένη Γ. Ράικου".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ (ν. 4620/2019), η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο, και, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξης και μεταβάλλεται το είδος αυτής, όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου, λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μείωσης της ποινής.
Σκοπός της επανάληψης της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αλήθειας στη συγκεκριμένη περίπτωση και η αποτροπή απαράδεκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών-αθωώσεων). Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξάρτητα από το αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, απαιτείται να ήταν άγνωστα στον καταδικασθέντα, διότι, διαφορετικά, θα μπορούσε, και έπρεπε, να τα είχε προσκομίσει, πρέπει δε να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου, με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος.
Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή βέβαιο ή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό ή πολύ πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, ενώ δεν αρκεί η δημιουργία ακόμη και σοβαρών αμφιβολιών για την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης [ΑΠ 1410/2020, ΑΠ 1238/2019].
Ως γεγονότα εκλαμβάνονται, κατά την ίδια ως άνω διάταξη, περιστατικά, σχέσεις, ιδιότητες, τα οποία είναι δυνατόν να ασκήσουν, αμέσως ή εμμέσως, επιρροή στην ελάσσονα πρόταση της απόφασης, η οποία πλήττεται με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Δεν είναι, όμως, νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Επίσης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα ή αποδείξεις, που δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση, ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτούς προσηκόντως, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο επανέλεγχος, από νομικής και ουσιαστικής πλευράς, της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 528 §§ 1 εδ. α', 3 και 529 του νέου ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου [η οποία δεν υπόκειται σε προθεσμία όπως τα ένδικα μέσα] υποβάλλεται από τον ίδιο ή τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα που νομιμοποιούνται, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη δεν απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, αρμόδιο δε στην περίπτωση αυτή να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι το συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Τέλος, αν η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας γίνει δεκτή, το συμβούλιο ακυρώνει την απόφαση και, αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο, με αυτό που καταδίκασε, Δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση, από 3.6.2025, αίτηση, με την οποία ο αιτών Α. Δ. του Ν. και της Χ. , κάτοικος ... , ζητά, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της με αριθ. 1630Α/2022, 788/2023 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, νομίμως υποβληθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσω της ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθείσας πληρεξουσίου του δικηγόρου Δήμητρας Κουνινιώτη [ΔΣ Πατρών], παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ως Συμβουλίου) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, παρασταθέντος του αιτούντος κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεώς του δια της ως άνω πληρεξουσίου του δικηγόρου, δυνάμει της από 11.2.2026 ειδικής εξουσιοδοτήσεώς του προς αυτήν.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την ως άνω υπ' αριθ. 1630Α/2022, 788/2023 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών [η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης με την υπ' αριθ. 1312/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου], ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, των αξιόποινων πράξεων 1) της συμμορίας (άρθρο 187 § 3 ΠΚ), κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εγκληματική οργάνωση του άρθρου 187 § 1 ΠΚ, και 2) της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (μεταφορά-κατοχή), με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, κατά συναυτουργία [με τους αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του] και κατ' εξακολούθηση, και καταδικάστηκε, αφού του αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την πρώτη πράξη και σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για τη δεύτερη, καθορισθείσας συνολικής ποινής κάθειρξης οκτώ (8) ετών.
Ειδικότερα, το Πενταμελές Εφετείο, με την ως άνω αμετάκλητη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον ήδη αιτούντα [τότε πέμπτο (5ο) εκκαλούντα-κατηγορούμενο], του ότι: "Στην Αθήνα από τον Μάρτιο του 2017 έως την 2.4.2017 ενώθηκε [με τους αναφερόμενους στην προσβαλλομένη συνεκκαλούντες - συγκατηγορουμένους του] κατόπιν συμφωνίας με σκοπό να διαπράξουν το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών υπό τη μορφή του άρθρου 23 Ν. 4193/2013 όπως αυτό αναλύεται στην αντικειμενική υπόστασή του παρακάτω. [...].
Στους αναφερόμενους κατωτέρω τόπους και χρόνους, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Κ. Α. , Κ. Κ. , Κ. Γ. , Β. Θ. , Α. Κ. και Κ. Θ. ή με κάποιους εξ αυτών, σύμφωνα με τις αναφερόμενες κατωτέρω διακρίσεις, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας με αυτούς και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος τέλεσε το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο συμμορίας, ενεργώντας κατ' επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ.
Ειδικότερα τέλεσε το πιο πάνω έγκλημα με τις εξής πράξεις: Α) Από την Ολλανδία στη Σουηδία, ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης και από κοινού με τους προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, διενήργησε μεταφορά απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή της και συγκεκριμένα στις 2-4-2017, πρωινές ώρες, μετέφερε δια χειρός του συγκατηγορουμένου του Β.
Θ. στο Μάλμε της Σουηδίας από την Ολλανδία με το υπ' αριθμ. ... ΔΧΦ μάρκας SCANIA ιδιοκτησίας του Κ. Κ. , που οδηγούσε ο Β. Θ. , κατ' εντολή δική του και του Δ. Α. και για λογαριασμό και των υπολοίπων μελών της συμμορίας, σε ειδικώς μετασκευασμένη κρύπτη, 44.388,39 γρ. κατεργασμένης κάνναβης και 2.501,7 γραμ. κοκαΐνης, με σκοπό τη μεταφορά τους στη Νορβηγία προς περαιτέρω διακίνηση χρησιμοποιώντας ως μεταφορικό μέσο το προαναφερόμενο φορτηγό.
B) Στις 2-4-2017, στο Μάλμε της Σουηδίας από κοινού με τους προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτει κατά τη βούλησή του, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, πρωινές ώρες κατείχε, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, καθόσον όλοι είχαν πρόσβαση και δυνατότητα φυσικής εξουσίασης, 44.388,39 γρ.
κατεργασμένης κάνναβης και 2.501,7 γραμ. κοκαΐνης. Την ως άνω ποσότητα μετέφερε με σκοπό τη διακίνηση σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται ειδικότερα στην υπό στοιχεία Α του παρόντος πράξη. Την παραπάνω πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τελεί κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ το προσδοκώμενο όφελος του από την πράξη αυτή υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ.
Ειδικότερα, από το διεθνικό χαρακτήρα και τη μεθοδολογία δράσεως των μελών τη συμμορίας (χρησιμοποίηση του συστήματος της δια φορτηγών αυτοκινήτων διεθνών μεταφορών εμπορικής δραστηριότητας ως κάλυψη της παρανόμου δράσεώς τους στην παράνομη μεταφορά ναρκωτικών, κατανεμημένοι ρόλοι, ήτοι οργανωτές, συντονιστές - ιδιοκτήτες φορτηγών αυτοκινήτων - οδηγοί), τα χρησιμοποιούμενα μέσα για την ασφαλή μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών (φορτηγά αυτοκίνητα με ειδικές κρύπτες), την γεωγραφική της εξάπλωση στην Ευρώπη και τις ήδη κατασχεθείσες ποσότητες (44.388,39 γραμ.
κατεργασμένης καννάβεως και 2.501,7 γρ. κοκαΐνης) προκύπτει η εκ μέρους τους κατάρτιση επαγγελματικής υποδομής εξασφαλίζουσας την αδιάλειπτη στον χρόνο εγκληματική τους δράση (μεταφορά και διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών) προς αποκόμιση μεγάλου ύψους παρανόμων προσόδων, υπολογιζόμενων εκ των αναφερομένων κατασχεθεισών ποσοτήτων καννάβεως και κοκαΐνης σε τουλάχιστον 600.000 ευρώ.".
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική του απόφαση ως προς τον ήδη αιτούντα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ' αυτήν, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων [ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα στο ακροατήριο πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα, απολογίες συγκατηγορουμένων του, ενώ ο ίδιος παραστάθηκε δια των τότε πληρεξουσίων του δικηγόρων], δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: " ...
Η Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής είχε πληροφορίες από τον Οκτώβριο του 2016 ότι υπάρχει εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στη διακίνηση ναρκωτικών, όπως κοκαΐνη και ινδική κάνναβη από Ελλάδα προς χώρες της Δυτικής Ευρώπης και αντίστροφα. Πραγματοποιήθηκε νόμιμη άρση του απορρήτου της επικοινωνίας των εμπλεκομένων προσώπων με πολλές διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών που επικυρώθηκαν με την έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών.
Οι παρακάτω κατηγορούμενοι είχαν συστήσει [2] εγκληματικές οργανώσεις κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ.3 ΠΚ, καθόσον υπερτερούσαν τα συνδετικά στοιχεία της φιλίας και της συγγενικής σχέσης μεταξύ τους; δεδομένου ότι κυρίως ασχολούντο ως οδηγοί και ιδιοκτήτες μεταφορικών μέσων διεθνών μεταφορών (αυτοκίνητο, νταλίκες) πραγματοποιούντες δρομολόγια από Ελλάδα, μέσω Πατρών, προς Ιταλία, Γαλλία και Ολλανδία κυρίως.
Στην πρώτη εγκληματική οργάνωση ήταν μέλη ο 1ος κατηγορούμενος Ε. Δ. , ο 3ος κατηγορούμενος Α. Δ. , ο 4ος κατηγορούμενος D. D. Ζ. και άγνωστο άτομο, με το όνομα "Α.". Ανέλαβαν τη διευθέτηση της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, την εξεύρεση μεταφορικών μέσων και την αποστολή χρημάτων αναγκαίων για την επιτυχή εκπλήρωση της εγκληματικής δραστηριότητας.
Ο 4ος κατηγορούμενος παρείχε άμεση συνδρομή, καθόσον ως γνώστης της αλβανικής γλώσσας θα μετέβαινε στην Ολλανδία, προκειμένου να συνδράμει στις συνεννοήσεις με τον αρχικά άγνωστο αποστολέα αλβανικής καταγωγής των ναρκωτικών ουσιών και με τους Έλληνες μεταφορείς προς τις χώρες της Σκανδιναβικής Χερσονήσου.
Η εν λόγω εγκληματική οργάνωση συνεργαζόταν με άλλη εγκληματική οργάνωση που αποτελούσαν ο Α. Δ. , 5ος κατηγορούμενος, ο Γ. Κ. , 6ος κατηγορούμενος, ο υιός του 6ου Κ. Α. , 10ος κατηγορούμενος, ο 8ος κατηγορούμενος Θ. Β. Ειδικότερα, θα διέθεταν φορτηγό αυτοκίνητο διεθνών μεταφορών που εκμεταλλεύοντο ο Γ. Κ. και Α.
Κ. και οδηγούσε ο Θ.Β. Οι παραπάνω διενήργησαν διακίνηση ναρκωτικών ουσιών από τον Μάρτιο του 2017, και ειδικότερα 44.388,39 γραμ. κατεργασμένης κάνναβης και 2.501.7 γραμ. κοκαΐνης από Ολλανδία στη Σουηδία. Την 2-4-2017, πρωινές ώρες, μετέφεραν στο Μάλμε της Σουηδίας με το υπ' αριθ. ... Δ.Χ.Φ. , μάρκας SCANIA, που οδηγούσε ο Θ.
Β. , κατ' εντολήν του Α. Δ. και Α. Δ. και για λογαριασμό των υπολοίπων μελών των εγκληματικών οργανώσεων τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών σε ειδική μετασκευασμένη κρύπτη του προαναφερθέντος φορτηγού αυτοκινήτου. Η παραπάνω παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών τελέστηκε κατ' επάγγελμα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, ενώ το προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 600.000 ευρώ....
Πρέπει λοιπόν, ... οι λοιποί κατηγορούμενοι ...Α. Δ. [...] να κηρυχθούν ένοχοι της διακίνησης ναρκωτικών, κατ' άρθρο 23 Ν.4139/2013, και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση του άρθρου 187 παρ.3 ΠΚ (πλημμεληματική μορφή). Κατόπιν των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί μετατροπής της κατηγορίας σε διακίνηση ναρκωτικών του άρθρου 20 Ν.4139/2013 [...].
Με την κρινόμενη αίτησή του ο αιτών εκφράζει αμφιβολίες για την, κατά τα ως άνω, καταδίκη του και διατείνεται, ειδικότερα, ότι αυτή δεν συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα, ότι παρατηρείται αναντιστοιχία των όσων, αορίστως ως προς το πρόσωπό του, κατέθεσαν οι δύο εξετασθέντες, και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μάρτυρες κατηγορίας, αστυνομικοί, που δεν τον εμπλέκουν άμεσα στα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε, ότι η εμπλοκή του στηρίζεται, κυρίως, στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του Θ.
Β. , ότι ουδέποτε εξετάστηκε η σύζυγός του [αιτούντος] ως μάρτυρας που μπορούσε να αντικρούσει τις καταθέσεις των αστυνομικών, ότι οι καταθέσεις αυτές δεν αποδεικνύουν αυτοτελώς την ενοχή του και ότι η επανεξέταση της υπόθεσης, υπό το φως νέων στοιχείων, είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της αλήθειας, προσκομίζοντας, μετ' επικλήσεως προς ευδοκίμηση της ένδικης αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, σαν "νέο αποδεικτικό στοιχείο", όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει, την υπ' αριθ. ...2025 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του Ε.
Μ. του Λ. , ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Ν. του Θ. , στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "[...]. Το έτος 2017 εξαιτίας σοβαρού οικογενειακού προβλήματος αποφασίσαμε να μετακομίσουμε στην Ιταλία. Ο σύζυγος μου Α. Δ. είχε ήδη μεταβεί δύο φορές και είχε βρει εργασία σε μια πολύ καλή μεταφορική εταιρεία όπου θα εργαζόταν ως οδηγός σε φορτηγό.
Επειδή θα ξεκινούσε εργασία περί τις αρχές Απριλίου (όπως και έγινε) μετέβην και εγώ στην Ιταλία την 30η Μαρτίου προκειμένου να βρούμε σπίτι και να κοιτάξουμε να γράψουμε τα δύο ανήλικα παιδιά μας (Λ. και Γ.) σε σχολείο. Με τον Α. Κ. είμαστε από το ίδιο μέρος και κουμπάροι. Επειδή του είχε λήξει η κάρτα ταχογράφου ζήτησε από τον σύζυγό μου ενώπιον μου να οδηγήσει το φορτηγό ιδιοκτησίας του από την Αθήνα στο Καέν της Γαλλίας με γλάστρες ως εμπόρευμα.
Αφού ο σύζυγός μου πήγε το φορτηγό στην Γαλλία του ζήτησε (ο Θ.) να το πάει στην Ολλανδία διότι είχε βρει να μεταφέρει κρέατα. Πράγματι ο σύζυγος μου μετέφερε το φορτηγό στην Ολλανδία την 29/3/2017 και περίμενε για να φορτωθεί με κρέατα το φορτηγό και να κάνει νέο δρομολόγιο (επαναλαμβάνω ως εξυπηρέτηση στον Θ.
διότι είχε λήξει η κάρτα του) Όμως το εν λόγω δρομολόγιο για τα κρέατα ακυρώθηκε. Ο Θ. αφού μίλησε με τον πατέρα του κάλεσε τον Β. να έρθει από την Ελλάδα για να κάνει ένα δρομολόγιο στην Νορβηγία. Ο σύζυγος μου του είχε εξηγήσει ότι έπρεπε να μεταβεί στην Ιταλία όπου ήμουν και εγώ γιατί είχαμε ραντεβού με μεσίτες να βρούμε σπίτια.
Πράγματι ήρθε στην Ιταλία την 31/3/2017 και μου είπε ότι ο Θ. έδωσε το φορτηγό στον Β. να το πάει στην Νορβηγία για βρει κάτι θαλάμους, μού είπε μάλιστα ότι τους άφησε νωρίς το πρωί στην Ολλανδία για να προλάβει το αεροπλάνο για Ιταλία. Μάλιστα όταν συναντηθήκαμε τον ρώτησα γιατί δεν πήγε αυτός στο δρομολόγιο στην Νορβηγία και η απάντηση του ήταν "δεν θα ασχοληθώ άλλο, αρκετά εξυπηρέτησα, προτεραιότητα έχει η δική μου δουλειά και η οικογένεια μας.
Πρέπει να τακτοποιηθούμε άμεσα." Ένοιωσα μεγάλη έκπληξη όταν μετέπειτα διάβασα την απολογία του Β. που έλεγε ότι δήθεν ο σύζυγός μου του έδωσε δύο φαξ με θαλάμους για να τους εξετάσει στην Νορβηγία. Το φορτηγό ανήκε στον Θ. και ο σύζυγός μου δεν είχε καμία δουλειά με αυτό το φορτηγό. Την επόμενη μέρα δηλαδή την 1/4/2017 συναντηθήκαμε με άτομα της Ελληνικής Κοινότητας στην Ιταλία και συγκεκριμένα με την Α.
Μ. η οποία είναι γιατρός και μετέπειτα φίλη μας όπου μας βοήθησαν και μας είπαν ποιες περιοχές ήταν ασφαλείς να μείνουμε και που να γράψουμε τα παιδιά μας στο σχολείο. Έφυγα αεροπορικώς το ίδιο βράδυ και ο Α. έμεινε γιατί την επόμενη μέρα ξεκινούσε την καινούρια του δουλειά. Δύο μέρες μετά ήρθε η αστυνομία στο σπίτι μας στα Μποζαΐτικα Πατρών προκειμένου να κάνουν έρευνα.
Μού είπαν ότι ο Α. έχει συλληφθεί για υπόθεση ναρκωτικών στην Αθήνα. Τούς απάντησα ότι αυτό δεν είναι δυνατόν διότι ο Α. βρίσκεται στην Ιταλία και εργάζεται, φυσικά δεν βρήκαν τίποτα στο σπίτι διότι δεν υπήρχε τίποτα για να βρουν. Λίγες ώρες μετά και αφού συνήλθα από το σοκ επικοινώνησα τηλεφωνικά με τον Α.
για να του πω για την έρευνα στο σπίτι. Η απάντηση του ήταν να αφήσω την αστυνομία να κάνει την δουλειά της. Προφανώς τον είχαν μπερδέψει με κάποιον άλλον και να μην τον κουράζω με τις βλακείες μου μην τυχόν και κάνει κανένα λάθος στο φόρτωμα στην νέα του δουλειά που καλά καλά δεν είχε ξεκινήσει ακόμα. Όταν ξαναμιλήσαμε αργά το βράδυ της ίδιος ημέρας μου επισήμανε να βάζω πάντοτε το αυτοκίνητο μέσα στο γκαράζ κλειδωμένο και να κλειδώνω πάντοτε στα πάρκινγκ των σούπερ μάρκετ.
Τόσο εγώ όσο και ο σύζυγός μου φοβόμασταν πάντοτε για τυχόν αντίποινα από την περιπέτεια του μεγάλου μας παιδιού στην φυλακή. Είχαμε δεχτεί πολλές φορές απειλητικά τηλεφωνήματα και πάντοτε υποψιαζόμασταν αντίποινα από την οικογένεια του θύματος. Η περιπέτεια που περάσαμε με τον μεγάλο μας γιο, η δίχρονη παραμονή του στις φυλακές ανηλίκων Κορίνθου καθώς και ο αναγκαστικός ξεριζωμός μας από την Ελλάδα προκειμένου να ξαναρχίσουμε μια νέα ζωή για τα τρία παιδιά μας σίγουρα δεν άφησαν κανένα περιθώριο για να κάνει σύζυγός μου κάτι παράνομο και πολύ περισσότερο να συμμετάσχει σε εμπόριο ναρκωτικών ουσιών.
Οι κατηγορίες του συζύγου μου είναι ψευδείς και η καταδίκη του είναι άδικη διότι δεν έχει κάνει τίποτα αξιόποινο ...".
Επίσης, ο αιτών προσκομίζει μετ' επικλήσεως και το υπ' αρ. πρωτ. ...2024 πιστοποιητικό του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ", σύμφωνα με το οποίο η ως άνω σύζυγός του εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου στις 21.10.2024 πάσχoυσα από μικτή διαταραχή άγχους και κατάθλιψης, ευρισκόμενη υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή (... , ... και ...), παρουσιάζοντας έκπτωση της λειτουργικότητας. Ωστόσο, η παραπάνω ένορκη κατάθεση της συζύγου του καταδικασθέντος αιτούντος, που δόθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου, μετά την οριστική καταδίκη του, την οποία ο αιτών επικαλείται ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, δεν καθιστά φανερό, σε βαθμό βεβαιότητας ή, έστω, σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω, ήδη αμετάκλητη, καταδικαστική απόφαση, ότι ο αιτών είναι αθώος των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε, ή ότι αυτός καταδικάστηκε για πράξεις βαρύτερες από εκείνες που πραγματικά τέλεσε.
Η κρινόμενη αίτηση, εξάλλου, δεν περιέχει ούτε κάποιον από τους άλλους, κατά το άρθρο 525 ΚΠΔ, λόγους επανάληψης της διαδικασίας, ενώ, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, εσφαλμένα επικαλείται ο αιτών στην προκείμενη δίκη την ύπαρξη αμφιβολιών για την καταδίκη του. Και αυτά, βέβαια, ανεξαρτήτως του ότι, τα όσα, όψιμα, εκτίθενται στην παραπάνω ένορκη κατάθεση, δεν αναφέρονται σε άγνωστα στον αιτούντα γεγονότα ή αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την οριστική καταδίκη του, και, συνεπώς, ο ίδιος θα μπορούσε -και έπρεπε- να είχε προσκομίσει κατάθεση της συζύγου του, με το ως άνω γνωστό σ' αυτόν περιεχόμενο, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ώστε να συνεκτιμηθεί με τις λοιπές αποδείξεις, δοθέντος, άλλωστε, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε ο αιτών επικαλείται, ότι η σύζυγός του αδυνατούσε να δώσει ενώπιον συμβολαιογράφου κατάθεση για τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεσή του.
Ακόμη, το γεγονός ότι, σύμφωνα με το ως άνω προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως ιατρικό πιστοποιητικό, η σύζυγός του, εξετασθείσα στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Π. Νοσοκομείου Πατρών στις 21.10.2024, βρέθηκε να πάσχει από μικτή διαταραχή άγχους και κατάθλιψη, με έκπτωση λειτουργικότητας, δεν αποδεικνύει και αδυναμία αυτής να προσέλθει και να καταθέσει τα ανωτέρω ως μάρτυρας υπεράσπισης του ήδη αιτούντος συζύγου της ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου, όπως, αβάσιμα, ισχυρίζεται ο ίδιος, αφού η ιατρική εξέτασή της πραγματοποιήθηκε δεκαεπτά (17) και πλέον μήνες μετά την έκδοση της ως άνω καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου [3.5.2023], χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι κατά το προηγηθέν χρονικό διάστημα εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου [7.10.2022 - 3.5.2023] έπασχε από την αναγραφόμενη στο πιστοποιητικό ψυχολογική πάθηση και ότι αυτή καθιστούσε αδύνατη την προσέλευσή της στο Δικαστήριο, ούτε ο εξετασθείς στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως μάρτυρας υπεράσπισης, υιός τους Λ.
Δ. κατέθεσε οτιδήποτε σχετικό. Τέλος, η επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, στην ουσία δε, με την κρινόμενη αίτηση, επιδιώκεται, μέσω της αιτούμενης επανάληψης της διαδικασίας, ο "επανέλεγχος" από ουσιαστικής πλευράς της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που είχε ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο που την εξέδωσε, ο οποίος είναι ανεπίτρεπτος.
Κατ' ακολουθίαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του αιτούντος [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 115 του ν. 5090/2024], κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.6.2025 αίτηση του Α. Δ. του Ν. και της Χ. , κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 1630Α/2022,788/2023 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, ήδη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης με την υπ' αριθ. 1312/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε τετρακόσια (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2026.
ΕΚΔΟΘΗΚΕ, στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ