Legislator Case Law & Legislation
328/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding labor dispute legality and rejects supplementary claim due to procedural bar.

Case Number 328/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a first-instance labor judgment, annulling the decision regarding the 48th plaintiff while rejecting the appeal's core request. The court found the primary claim by the plaintiffs to be legally inadmissible, having already been dismissed by the second-instance court. Consequently, the court dismissed the supplementary claim and ordered the costs to be shared between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580 § 3 and § 4 of the Code of Civil Procedure; When the Supreme Court annuls a decision and finds no further substantive trial possible, it may issue a final ruling without remanding the case, provided the lower court's decision on inadmissibility is binding.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure admissibility of claim supplementary basis costs sharing final ruling without remand binding precedent procedural bar

Cited Legislation

AI generated
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 328 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 328/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ - Ο.ΣΥ. Α.Ε.", που προήλθε από τη συγχώνευση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ - ΕΘΕΛ Ε.Α." και "ΗΛΠΑΠ Α.Ε." δια απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, που εδρεύει στη Νίκαια Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κρούπα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 63) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Πουρνάρα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3119/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/10/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 14 Οκτωβρίου 2019 και με αριθμό κατ. 9161/15.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3119/9.9.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 54/7.10.2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νικαίας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 17.2.2016 και με αριθμό κατ. 6/2016 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη την από 26.1.2015 και με αριθμό κατ. 12/2015 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά την κύρια βάση της.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, απέρριψε την αγωγή ως προς τον 48ο ενάγοντα Σ. Π., ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ δέχθηκε την αγωγή, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες κατά τη μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική της βάση και υποχρέωσε την εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε έκαστο εξ αυτών ποσά.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 17.9.2019 η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 15.10.2019 (άρθρα 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Όμως, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται και κατά του 48ου αναιρεσιβλήτου, Σ. Π., ως προς τον οποίο η αγωγή είχε απορριφθεί ως προς όλες τις βάσεις της ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς την επικουρική της βάση, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού η αναιρεσείουσα νίκησε με την απόρριψη της αγωγής του και δεν επικαλείται έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκησή της κατά του ανωτέρω ηττηθέντος ενάγοντος (άρθρο 556 ΚΠολΔ).

Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, η αναίρεση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2.-Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α` 226/27-10-2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:

Στο άρθρο 4, ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17". Στο άρθρο 6 παρ.1, αυτού ορίζεται ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]", στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 με την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) ανάλογα του χρόνου υπηρεσίας τους, και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου.

Στο άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ.3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α` 262/16-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α 31/23.2.2012) ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...

β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".

Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζεται στην παρ.1 αυτού ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α` 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α` 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]".

Στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ. 3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α` 268/31-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α` 31) και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι: "3.

Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...].

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ` ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900,00) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%".

Ακόμη, στην παρ.7 του άρθρο 31 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29", στο δε άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011".

Με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας.

3.-Περαιτέρω, ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), στην παράγραφο Γ`, υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2.

Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α` 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212). [...].

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν. 4024/2011.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ` αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ.12 της παραγράφου Γ` υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Εξάλλου, με το Ν. 4354/2015, με τον οποίο επαναρρυθμίσθηκαν οι διατάξεις περί μισθολογίου του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, και ειδικότερα με το άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011, η περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ` του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, ενώ στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α` 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013".

4.-Στο άρθρο 1 του ν. 3920/2011 "Εξυγίανση, αναδιάρθρωση και ανάπτυξη των αστικών συγκοινωνιών Περιφέρειας Αττικής και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α` 33/3-3-2011), ορίζεται ότι: Οι δημόσιες συγκοινωνίες, που εκτελούνται μέσα στα όρια της Περιφέρειας Αττικής, όπως αυτή ορίζεται στο ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α` 87), εκτός από τις νήσους, οι οποίες εξυπηρετούν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, αναδιαρθρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται μνεία στον "Όμιλο ΟΑΣΑ" ή στις "Εταιρίες του Ομίλου ΟΑΣΑ" νοούνται ο ΟΑΣΑ και οι εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 7 (παρ.1). Προκειμένου να εξυπηρετηθεί το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην αποδοτικότερη λειτουργία των ακόλουθων φορέων- εταιριών προς όφελος του επιβατικού κοινού και της Εθνικής Οικονομίας με την παράλληλη τεχνικοοικονομική εξυγίανσή τους, οι εταιρίες "Ανώνυμη Συγκοινωνιακή Εταιρία Θερμικών Λεωφορείων" ("ΕΘΕΛ"), "Ηλεκτροκίνητα Λεωφορεία Περιοχής Αθηνών Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρία" ("ΗΛΠΑΠ"), "Αττικό Μετρό Εταιρία Λειτουργίας Ανώνυμη Εταιρία" ("ΑΜΕΛ"), "Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρία" ("ΗΣΑΠ") και "ΤΡΑΜ Ανώνυμη Εταιρία" ("ΤΡΑΜ") μετασχηματίζονται κατά τις ειδικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2).

Σύμφωνα με την παρ. 5 εδ. α του ίδιου άρθρου, από τη δημοσίευση του παρόντος στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως α) η ΕΘΕΛ τίθεται σε διαδικασία συγχώνευσης με τον ΗΛΠΑΠ με απορρόφηση του τελευταίου από την πρώτη. Με τη συντέλεση της συγχώνευσης, σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου η ΕΘΕΛ μετονομάζεται σε "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΟΣΥ)", ενώ για τις συγχωνεύσεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α` 134) και των άρθρων 68 επ.

του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ Α` 216), με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις: ....(παρ.6). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 28738/2638/2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β` 1454/17-6-2011), με την οποία συγχωνεύθηκαν οι ανώνυμες εταιρίες "ΗΛΠΑΠ ΑΕ και ΑΕ ΕΘΕΛ με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, μετά τη συντέλεση της οποίας η απορροφώσα εταιρία μετονομάσθηκε σε "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ήδη αναιρεσείουσα).

Τέλος, στο άρθρο 7 παρ.1 του ανωτέρω ν. 3920/2011, ορίζεται ότι "Ο ΟΑΣΑ, οι ΟΣΥ και ΣΤΑΣΥ υπάγονται στο ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α` 314)". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η "ΟΣΥ ΑΕ", η οποία υπάγεται στο ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)", υπόκειται στις ρυθμίσεις των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4024/2011 και της περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

5.-Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι αρχικά, με το ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών προσωπικού με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900,00 ευρώ και με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε εκπαιδευτικής κατηγορίας το αντίστοιχο ανώτατο μηνιαίο όριο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η πέραν του 25% μείωση θα ήταν σταδιακή, εντός διαστήματος δύο ετών από την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1.11.2012 έως 1.11.2014, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικώς, του οποίου στη συνέχεια η εφαρμογή ανεστάλη αναδρομικά μέχρι 31.12.2016, κατ' εφαρμογή της περ. 2 της παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. Κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016.

Ακολούθως, με το ν. 4093/2012, από 1.1.2013 υπήχθη στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό της "ΟΣΥ ΑΕ", με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, η οποία ρητά ορίζει ότι οι ρυθμίσεις περί μισθολογίου δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Κατά την ένταξη του προσωπικού της εταιρείας "ΟΣΥ ΑΕ", από 1.1.2013, στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 σύμφωνα με την περ.12 υποπ. Γ1 παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της με βάση το ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 και από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (1.1.2013) έπαυσε η ισχύς των διατάξεων "αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα" του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, ως χωρίς αντικείμενο πλέον, εκτός της παρ. 2 αυτού (που δεν αφορά την κρινόμενη περίπτωση).

Κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών, την 1.1.2013, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, επήλθαν, επί το πλείστον, νέες μειώσεις επί των κατά την 31 Δεκεμβρίου 2012 προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών και κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι υπήχθησαν σε νέες μειώσεις μέχρι ποσοστού 25% με την ένταξή τους, ετεροχρονιζόμενες μετά την 31 Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά.

Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, συνάγεται ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1.11.2011 επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον, και μια την 1η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την 31.12.2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την 31.12.2016.

Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων (εν όψει του ότι, παρά τις αρχικές μειώσεις με βάση το άρθ. 31 του ν. 4024/2011, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές των απασχολουμένων στις πιο πάνω δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρίες, εξακολουθούσαν να υπερτερούν των αντιστοίχων αποδοχών υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, στο μισθολόγιο του οποίου όμως εντάχθηκαν από 1.1.2013 και αυτοί, με το άρθρο πρώτο παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 περ. 12 του Ν. 4093/2012), η δεύτερη δε ρύθμιση αποτελεί τμήμα ευρύτερου ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση μέχρι ποσοστού 25% συνολικά, επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών, δεν συνάγεται 1) από τη ρύθμιση της περ.2 της παρ.

Γ` υποπ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31.12.2016, μεταξύ άλλων και η εφαρμογή της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δηλαδή η εφαρμογή της υπερβάλλουσας το 25% μείωσης και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με το ίδιο πρώτο άρθρο του νόμου 4093/2012, με το οποίο εισάγεται με την παρ. 12 αυτού και η ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση του 25% λόγω της εφαρμογής των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης με την ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου ν.4024/2011 και 2) από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ν. 4354/2015, με την οποία ορίστηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1.1.2013 και τούτο, διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής των διατάξεων περί υπαγωγής του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο αλλά αφορά την αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 και τέθηκε, ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (4354/2015 άρθρο 34 αυτού) της περ. 12 παρ.

Γ` υποπ. Γ1 του ν. 4093/2012, ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής (περ.12) να ισχύει για το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα η αναστολή της ανωτέρω υπερβάλλουσας μείωσης (Ολ. ΑΠ 1/2021). Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι παρά τη διπλή μείωση των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί, τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, περιλαμβανομένων και των ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη λειτουργία δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν χάριν του κοινωνικού συνόλου, όπως η αναιρεσείουσα εταιρία, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ` αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Επομένως, το επίδικο μέτρο, που συνεπάγεται την περαιτέρω διπλή μείωση των αποδοχών του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών του Δημοσίου.

Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3372, 3373/2015, 3404-3406/2014, 3177/2014, 1286/2012, σκ. 16, 668/2012, σκ. 35), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (ΟλΣτΕ 1310/2019 σκ16.) Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012,δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

6.-Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. . .". Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006). 7.-Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 26.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης 12/2015 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νικαίας, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη ανώνυμη εταιρία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "Ο Σ Υ ΑΕ" να επιστρέψει στον καθένα από αυτούς α) τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ των οφειλομένων, δίχως τις παρανόμως επιβληθείσες νέες μειώσεις, βάσει δηλαδή των αποδοχών τους που λάμβαναν το Δεκέμβριο του 2012 (μετά τις αρχικές μειώσεις των αποδοχών τους που υπέστησαν από 1.11.2011 κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 και ανεξαρτήτως δηλαδή του εάν οι επιβληθείσες ως άνω αρχικές μειώσεις ήταν μικρότερες του ανωτάτου ορίου του 25%) και των καταβαλλομένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.2013 έως 31.12.2014 και β) επικουρικά τη διαφορά των αποδοχών που έλαβαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από τις αποδοχές του Οκτωβρίου 2011, μειωμένες κατά το ανώτατο όριο του ποσοστού των 25%, ως ειδικότερα εκτίθετο αναλυτικά για κάθε ενάγοντα το αιτούμενο ποσό, κατ` εφαρμογή των διατάξεων της παρ.

Γ` υποπαρ. Γ1 περ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, λόγω εσφαλμένης υπαγωγής του τρόπου εκκαθάρισης των αποδοχών τους στις διατάξεις αυτές και λόγω αντίθεσης αυτών στις αναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 54/2015 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή, κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες, τα αναφερόμενα για τον καθένα εξ αυτών ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό κατέστη απαιτητό, ήτοι από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για το αντίστοιχο ποσό.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 17.2.2016 (με αριθμό κατάθεσης 6/2016) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 3119/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία α) έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η έφεση, β) εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, γ) κρατήθηκε η υπόθεση, δ) απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ε) έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση ως προς όλους τους ενάγοντες, πλην του τεσσαρακοστού όγδοου (48ου) Σ.

Π., ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε και ως προς την επικουρική της βάση, ως ουσία αβάσιμη. 8.-Στην προκειμένη περίπτωση για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι υπάλληλοι της εναγομένης εταιρίας με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σε εφαρμογή του ν. 4024/2011 η εναγομένη προέβη μετά τον Οκτώβριο του 2011 σε μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων έως ποσοστό 25%, ανάλογη με την εκπαιδευτική βαθμίδα και το χρόνο προϋπηρεσίας του καθενός, λόγω του ότι οι μισθοί τους ήταν μεγαλύτεροι του ανωτάτου ορίου που θεσπίστηκε με την παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011.

Ακολούθως και εν όψει της ένταξης και των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο από 1.1.2013, η εναγομένη βάσει και της με αριθμ. πρωτ. Οικ. 2/85127/0022-22-11-2012 ερμηνευτικής εγκυκλίου, προέβη σε νέες περικοπές. Από τα προσκομιζόμενα επίσημα αντίγραφα αποδείξεων μισθοδοσίας (ατομικές μερίδες απασχόλησης) που αφορούν έκαστο των εναγόντων σε συνδυασμό με τον προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα πίνακα αποδοχών των εναγόντων που επισυνάπτεται στο με αριθμό πρωτ. 2277/1.4.2015 υπηρεσιακό σημείωμα του τμήματος μισθοδοσίας της εναγομένης προκύπτει ότι η εναγομένη προέβη σε περικοπές από τον Οκτώβριο του 2011 έως την 1.1.2013 στις μικτές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων, οι οποίες υπερέβησαν το ποσοστό του 25% που - σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας - έχει τεθεί εκ του νόμου 4093/2012 ως ανώτατο όριο μειώσεων καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 30.10.2011 μέχρι 31.12.2016, απορριπτομένων των περί αντιθέτων ισχυρισμών της εναγομένης ως αβασίμων.

Συνεπώς, η ως άνω μείωση, κατά το μέρος που υπερβαίνει το προρρηθέν νόμιμο ποσοστό (25%), είναι παράνομη ως αντικειμένη στις διατάξεις της υποπαραγράφου Γ.1 εδ. 2 και 12 του ν. 4093/2012 και οι ενάγοντες δικαιούνται τα κάτωθι ποσά ως διαφορές αποδοχών για το επίδικο αιτηθέν διάστημα. Ειδικότερα και αναφορικά με έκαστο των εναγόντων:

O πρώτος των εναγόντων [...]. Κατόπιν των ανωτέρω η από 26.1.2015 αγωγή πρέπει να γίνει ως προς την επικουρική βάση της δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς όλους τους ενάγοντες, πλην του 48ου Σ. Π. ως προς τον οποίο η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες, πλην του 48ου, τα ποσά όπως ειδικότερα ορίζονται για έκαστο των εναγόντων στο διατακτικό της παρούσης με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα κάθε μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί κάθε επί μέρους ποσό". 9.-Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι για τους αναιρεσείοντες-αναιρεσιβλήτους τυγχάνει συνολικώς εφαρμοστέα μια μείωση, την 1.1.2013, μέχρι ποσοστού 25% επί των κατά το μήνα Οκτώβριο του 2011 αποδοχών τους κατ' ανώτατο όριο, για την εύρεση της οποίας τυγχάνουν συνυπολογιστέες οι αρχικές μειώσεις του άρθ. 31 του ν. 4024/2011, και κρίνοντας νόμω βάσιμη την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 29 παρ.2 τελευταίο εδάφιο του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπ.Γ1 της παρ.

Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Τούτο, διότι, κατ` ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, με την ένταξη του προσωπικού της αναιρεσείουσας στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο 4 επ.), οι αποδοχές των αναιρεσιβλήτων προσδιορίστηκαν την 1.1.2013 με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της 31.12.2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, την 1.1.2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μειώσεις, με βάση την εφαρμοστέα μείωση κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31.12.2016.

Οι επίμαχες διατάξεις είναι, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, συνταγματικά ανεκτές, καθόσον μ` αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Κατά συνέπεια, ο από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ως προς το πρώτο του σκέλος, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί παραβιάσεως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, των διατάξεων α) της περ. 2 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, β) των άρθρων 29 παρ. 2 και 31 του ν. 4024/2011, γ) της παρ. 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012 και δ) του άρθρου 31 του ν. 4354/2015, είναι βάσιμος.

Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του λόγου αυτού κατά το δεύτερο από τον αριθμό 6 του ΚΠολΔ σκέλους του, καθώς και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. 10.-Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005, ΑΠ 25/2001, ΑΠ 352/2018).

Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως. Γι` αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η από 26.1.2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά την επικουρική αυτής βάση, την οποία αυτεπαγγέλτως ερεύνησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της με αριθ. 54/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Νικαίας και την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια αυτής βάση.

Τέλος τα δικαστικά έξοδα για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179, 183), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι τα ανωτέρω νομικά ζητήματα ετέθησαν και στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου και επιλύθηκαν με την υπ' αριθμ. 1/2021 απόφασή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Οκτωβρίου 2019 και με αριθμ. 9165/15.10.2019 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 3119/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δικάσαντος ως Εφετείου, ως προς τον 48ο των αναιρεσίβλητων Σ. Π. του Β..

ΑΝΑΙΡΕΙ, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, την υπ' αριθμ. 3119/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά το μέρος που δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την επικουρική βάση της από 26.1.2015 αγωγής.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης 12/26.1.2015 αγωγή, κατά την ως άνω επικουρική της βάση. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα τόσο για την αναιρετική όσο και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας..

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ