Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to failure to consider submitted evidence regarding beach ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Nafplion's decision, which had rejected the plaintiffs' claim for beach ownership. The plaintiffs argued that the appellate court failed to evaluate specific evidence submitted by the parties, including expert reports and cadastral maps, despite explicitly mentioning them in its reasoning. Consequently, the court found the appeal admissible and remanded the case for retrial while ordering the State to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the court of first instance failed to consider evidence lawfully submitted by the parties, and the case must be remanded for retrial if the appellate court's reasoning suggests such evidence was not properly evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 328 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 328/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. του Γ. και Φ., κατοίκου …, 2) Σ. Σ. του Γ. και Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ορφανίδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-1989 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, η οποία μετά από παραπομπή εκδικάστηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2012 μη οριστική, 34/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 418/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 418/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 34/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τούτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που or διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Για την ίδρυση, δηλαδή, του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης 418/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου προκύπτει, ότι με αυτήν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εντάσσεται στη ζώνη του αιγιαλού και ανήκει στην κυριότητα του ίδιου και ότι συνεπώς, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν το επικαλούμενο δικαίωμα συγκυριότητας τούτου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ως τμήματος μεγαλύτερης εκτάσεως, με αγορά από τους Δ.
Κ., Γ. Κ., Π. Σ. και Χ. Τ., καθώς και τον Δ. Σ., δυνάμει των αναφερομένων νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων και γι'αυτό το λόγο η αγωγή τους απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείσντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν με τις προτάσεις τους, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τους και ειδικότερα, του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα που εντάσσεται στο ενιαίο ακίνητο συγκυριότητάς τους καταλαμβάνοντας το νότιο τμήμα τούτου, είναι ιδιωτική έκταση και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία αιγιαλού.
Συγκεκριμένα, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος: α) την από 23.10.2011 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα Δ. Ή., συνοδευόμενη από τοπογραφικό διάγραμμα και σχηματική αποτύπωση της τομής του εδάφους στην επίδικη περιοχή και την από 22.3.1991 παλαιότερη έκθεση του ίδιου μηχανικού, β) το από Νοέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Π.
Σ., με την τεχνική έκθεση που το συνοδεύει, από τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα βρίσκεται εκτός της οριογραμμής του αιγιαλού και γ) της από Μάιο 2015 τεχνικής έκθεσης του Α. Α., δασολόγου του δασαρχείου Κορίνθου, που ορίστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο ως τεχνικός του σύμβουλος, προς αξιολόγηση και συμπλήρωση ή αντίκρουση της πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου) πραγματογνώμονος Κ.
Α., η οποία, σύμφωνα με το αναιρετήριο, επιβεβαιώνει την άποψη του ορισθέντος από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμφανίζεται, χωρίς ενδοιασμό ως τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων - αναιρεσεόντων και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί τμήμα του αιγιαλού. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση για το ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου εδαφικού τμήματος με παράγωγο τρόπο, καθώς τούτο δεν μπορούσε να γίνει αντικείμενο ιδιωτικής χρήσεως και νομής, ούτε, κατά συνέπεια, να αποτελέσει αντικείμενο πώλησης μεταξύ ιδιωτών, αφού αποτελεί αιγιαλό, δηλαδή, κοινόχρηστο πράγμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, στα οποία περιλαμβάνονται και οι τεχνικές εκθέσεις.
Όμως, από την εκτεθείσα διαβεβαίωση αλλά και από τις αιτιολογίες της εν λόγω απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η επίδικη έκταση αποτελεί αιγιαλό και ότι επομένως ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους.
Οι αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση των πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων δημιουργούνται από τις αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, ενώ μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς, τόσο το περιεχόμενο των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εγγράφων, ήτοι των εκθέσεων και τοπογραφικών διαγραμμάτων περί οριοθετήσεως του αιγιαλού στην επίδικη περιοχή, και της …./….12.1982 έκθεσης έρευνας ιδιοκτησιακού καθεστώτος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, όσο και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα, τοπογράφου - μηχανικού, Κ.
Α., την οποία αντικρούει ως μη αξιόπιστη, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ή και απλή αναφορά, έστω και εμμέσως, αντικρούοντας ειδικά το αντίθετο περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. H παράλειψη αυτή γεννά αμφιβολία για το αν λήφθηκαν πράγματι υπόψη από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία, οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη του πιο πάνω ουσιώδους ισχυρισμού τους.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια τούτου στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπωμένων με την ένδικη αίτηση λόγων αναίρεσης .
Ακολούθως, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ'εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως ηττηθείς διάδικος, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων όπως αυτά προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 418/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ' εκείνον που το κατέθεσε.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.?
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ