Legislator Case Law & Legislation
328/2020 AI generated

328/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 328/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

328/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 328 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 328/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουα- ρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... 2) Δ. Κ. του Α., 3) Σ. Κ. του Δ., και 4) Γ. Ν. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Κριθαρά, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ζ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Καράμπελα-Φουφοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 2175/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1773/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ. ΑΠ 5/2003). Σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1773/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ( Ειδική Διαδικασία Ειδικών Περιουσιακών Διαφορών) την αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 4, όπως εκ παραδρομής αναγράφεται στο αναιρετήριο) ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που πρόβαλαν και με λόγο έφεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου) και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο επειδή ουδέποτε, και δη κατά χρόνο επέλευσης του ένδικου εργατικού ατυχήματος, υπήρξαν είτε εργοδότες είτε προστηθέντες του εργοδότη του παθόντος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τι διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠλοΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την αφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη επαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.

ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδτύεται 'όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ελλείψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του ( ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρης αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά το νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποτελεί συμπλήρωμα του λόγου από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, η ελεγχόμενη δε παραβίαση αναφέρεται συνήθως ως "εκ πλαγίου παράβαση" ή "έλλειψη νόμιμης βάσης". Ενώ δηλαδή ο λόγος από τον αριθμό 1 ιδρύεται όταν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο λόγος από τον αριθμό 19 ιδρύεται όταν οι όποιες παραδοχές δημιουργούν αμφιβολία για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ο κανόνας αυτός. Αν το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν η παράβαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία το δικαστήριο ανέλεγκτα δέχθηκε ως αποδειχθέντα και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 1299/2009 ΑΠ 625/2008), ενώ ο λόγος από τον αριθμό 19 προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ