328/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated328/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αυτή προσδιορίσθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Α2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 27-11-2017, κατά την οποία όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, παρέστησαν οι διάδικοι, πλην του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 328 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 328/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μανώλογλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Η.-Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Λ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κεφάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21343/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1141/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-1-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και ο 2ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παρασταθέντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στην παρ. 3 εδαφ. β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξ άλλου, απλή ομοδικία υπάρχει και στην περίπτωση της κοινής εναγωγής των από αδικοπραξία εις ολόκληρον ενεχομένων( ΑΠ 1294/2014 980/2014).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1141/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, ερήμην του πρώτου των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 21343/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16-6-2011 αγωγή τούτων κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αυτή προσδιορίσθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Α2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 27-11-2017, κατά την οποία όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, παρέστησαν οι διάδικοι, πλην του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει αν έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως στον ως άνω απόντα αναιρεσίβλητο για την ανωτέρω δικάσιμο. Επομένως, ως προς αυτόν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση και ακολούθως, εφ' όσον πρόκειται περί απλής ομοδικίας, πρέπει να συζητηθεί η αίτηση ως προς τους παρισταμένους διαδίκους.
Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθή νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει εκδοθεί ερήμην του πρώτου των εφεσιβλήτων- αναιρεσιβλήτων, πλην η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς για κάθε απλό ομόδικο, όπως εν προκειμένω για τους αναιρεσιβλήτους, έναντι των οποίων χωρεί αναίρεση (άρθρ. 553 ΚΠολΔ) ακόμη και αν η προσβαλλόμενη δεν έχει καταστεί τελεσίδικη για τους λοιπούς απλούς ομοδίκους (ΑΠ 285/2017,151/2017, 658/2012).
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ). Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου(Ολ ΑΠ 27 και 28/1998).Εξ άλλου, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως το Εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δύναται να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο, ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραίτητων για τη θεμελίωσή της στοιχείων ή ασκήθηκε απαραδέκτως ή δεν στηρίζεται στο νόμο, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εκκαλών και υπό την προϋπόθεση να μην εκδοθεί γι` αυτόν επιβλαβέστερη απόφαση χωρίς την άσκηση εφέσεως ή αντεφέσεως από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 629/2010, ΑΠ 805/2003).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Η ως άνω διάταξη - όπως προκύπτει τόσο από τη γραμματική της ερμηνεία δεδομένου ότι δεν κάνει καμία διάκριση στο αν αφορά ζημία, που να προέρχεται από παραβίαση συμβάσεως ή να προέρχεται από αδικοπραξία, όσο, και την συστηματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι τίθεται στις αρχικές, γενικές διατάξεις που ισχύουν επί ενοχών (287 - 334) και από την τελολογική της ερμηνεία που περιλαμβάνει στην έννοια της λέξης "δανειστής" οποιοδήποτε δικαιούχο παροχής - συνάγεται ότι εφαρμόζεται, τόσο στις αποζημιώσεις εξ αδικοπρακτικής όσο και στις αποζημιώσεις λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης.
Εξ άλλου, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ως "περιουσία του δανειστή" νοείται, το σύνολο των αποτιμητών σε χρήμα αγαθών, ήτοι πραγμάτων και αξιώσεων που νομίμως ανήκουν σ' αυτόν, δηλαδή όχι μόνο εμπραγμάτων αγαθών αλλά και αξιώσεών του που πηγάζουν από ενοχικές με τρίτους σχέσεις. Έτσι, συνιστά θετική ζημία, η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, όταν υπάρχει μείωση του ενεργητικού, αλλά και αύξηση του παθητικού.
Επίσης, θετική ζημία του δανειστή υπάρχει και όταν δεν μειώνεται μεν η περιουσία του, αλλά αποτρέπεται η αύξησή της, που χωρίς το ζημιογόνο γεγονός θα επερχόταν, δηλαδή θα είχε αύξηση του ενεργητικού ( ΑΠ 27/2017). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων, 297, 298, 300, 330 εδαφ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, δυνατόν δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα σαφώς πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διλοτι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 811/2017).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εξέθεσαν τα εξής: " Τυγχάνουμε κοινά, αδιαίρετα & κατ' ισομοιρίαν (δηλ. κατά ποσοστό επί ενός αλιευτικού επαγγελματικού πλοίου, που είναι νηολογημένο στα τηρούμενα βιβλία νηολογίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου … με όνομα "….Την διακυβέρνηση του άνω αλιευτικού πλοίου έχει αναλάβει ο πρώτος από εμάς, ο οποίος παιδιόθεν ασκώ το επάγγελμα του ψαρά τυγχάνω δε κάτοχος ατομικής επαγγελματικής άδειας αλιείας, δυνάμει της οποίας νομίμως ενεργώ παραγωγική αλιεία με το σύστημα κυκλικών διχτυών (γρι-γρι).Ομοίως, ο δεύτερος από εμάς ομοίως παιδιόθεν είμαι επαγγελματίας αλιέας, τυγχάνω δε κάτοχος της υπ' αριθ.
…/2006 ατομικής επαγγελματικής άδειας αλιείας.... Οι εδώ εναγόμενοι, τυγχάνουν επαγγελματίες ψαράδες και πιο συγκεκριμένα είναι παράκτιοι αλιείς, αλιεύοντας με στατικά κυρίως δίχτυα (καρτέρια)... Έτσι, ιδίως τη περίοδο από τα μέσα του Δεκέμβρη κάθε χρόνου (οπότε σταματά η δραστηριότητα του γρι-γρι της νύκτας, με αποτέλεσμα η αλιευτική μας προσπάθεια να συγκεντρώνεται στο γρι-γρι της ημέρας) μέχρι και τα τέλη του Φεβρουάριου του αμέσως επόμενου χρόνου, οι εναγόμενοι αποδίδονται σε μία σταυροφορία κατασυκοφάντησης και λασπολογίας σε βάρος αλιέων που ανήκουν σε άλλες επαγγελματικές ομάδες (και κυρίως σε βάρος των παραγωγών γρι-γρι), απειλώντας και καταμηνύοντας ψευδώς δήθεν δραστηριότητες, που ποτέ δεν λαμβάνουν χώρα.
Όπως ανέφερα και παραπάνω, η πρόθεση τους είναι όπως : Με την δημιουργία κλίματος εκφοβισμού των ψαράδων, να ακυρώσουν ουσιαστικά την παραγωγική μας δραστηριότητα, που ασκείται μέσα στα πλαίσια του Νόμου. Στα πλαίσια αυτά, αποτόλμησαν σε βάρος μας τα ακόλουθα :Α). Την 7/2/2011, ημέρα Δευτέρα και ώρα 15,15 μ.μ., ο πρώτος των εναγόμενων, Π.
Π., με τηλεφωνική καταγγελία που έκανε (από τα υπ' αριθ. ... & ... τηλέφωνα - κινητό και σταθερό αντίστοιχα) τόσο στο Κ.Λ….. όσο και στο Λιμενικό τμήμα της …, καταμήνυσε ψευδώς ότι τάχα το προαναφερόμενο αλιευτικό μας σκάφος αλιεύει παράνομα, στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ Νέας Μηχανιώνας & φανάρι-Επανομής. Β). Την 9/2/2011, ημέρα Τετάρτη και ώρα 16,58 μ.μ., ο δεύτερος των εναγόμενων, Λ.
Λ., με τηλεφωνική καταγγελία που έκανε (από το υπ' αριθ. ... τηλέφωνο) τόσο στο Κ.Λ….. όσο και στο Λιμενικό τμήμα της …, καταμήνυσε ψευδώς ότι τάχα το προαναφερόμενο αλιευτικό μας σκάφος καλάρει παράνομα, στην θαλάσσια περιοχή έξω από το Καρνάγιο της Νέας Μηχανιώνας. Οίκοθεν νοείται ότι και στις δύο περιπτώσεις, πλωτό σκάφος του Κ.Λ…..
εμφανίσθηκε πάραυτα στην περιοχή, εκεί όπου μετά από γενόμενους ελέγχους διαπίστωσε : Στην μεν πρώτη περίπτωση ότι το αλιευτικό μας δεν είχε διενεργήσει καν αλιεία, αλλά βρίσκονταν σε πορεία. Στην δε δεύτερη περίπτωση ότι το αλιευτικό μας δεν βρέθηκε καν στην περιοχή. Με αυτά τα δεδομένα σε αμφότερες τις περιπτώσεις το πλωτό του Λιμενικού Σώματος αποφάνθηκε ότι τελικά καμία αλιευτική παράβαση δεν διαπράχθηκε, με αποτέλεσμα να μην γίνει καμία κατηγορία σε βάρος μας.
Σημειωτέον ότι η δραστηριότητα των δύο άνω εναγόμενων, είναι φαινόμενο που παρατηρείται συστηματικά κάθε χρόνο, την ίδια πάντα χρονική περίοδο Αψευδείς μάρτυρες μας για την υποστάτωση από μέρους των εδώ εναγόμενων, των ποινικά διωκτέων αδικημάτων τόσο της ψευδής καταμήνυσης, όσο και της συκοφαντικής μας δυσφήμησης, είναι οι διαπιστώσεις των γενομένων μας ελέγχων από το πλωτό σκάφος του Κ.Λ….., εκεί όπου καταχωρείται στο σχετικό βιβλίο ότι ουδεμία παράνομη αλιεία διενεργήθηκε από το αλιευτικό μας, μάλιστα δε στην β' περίπτωση υπάρχει καταχωρημένο και το δορυφορικό στίγμα του αλιευτικού μας σκάφους (ληφθέν από το Υπουργείο), όπου προκύπτει ότι καμία αλιευτική παράβαση δεν έκανα (βρισκόμενος σε νόμιμα νερά (όπου και αναζητούσα αλιεύματα).
ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΘΕΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΖΗΜΙΑΣ (Διαφυγόντα Κέρδη). Εμείς οι δύο ενάγοντες, έχοντας δημιουργήσει συμπλοιοκτησία, πουλά¬με τα αλιεύματα μας - μέσω ιχθυομεσιτικών γραφείων - στις οργανωμένες ιχθυόσκαλες της Χώρας. Το αλιευτικό μας σκάφος το τελευταίο δίμηνο (Δεκέμβρης 2010 και Ιανουάριος 2011) πραγματοποίησε τις ακόλουθες οικονομικές συναλλαγές...
Ια. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Η ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΜΑΣ ΤΟΝ ΜΗΝΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2011. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, μετά από τις γενόμενες από μέρους των εναγόμενων ψευδείς καταγγελίες σε βάρος μας και τη (ψυχολογική) πίεση που ασκήθηκε από τις αρχές [αφού είναι αδύνατον να μπορεί να λειτουργήσει κάποιος ψαράς, όταν αισθάνεται την διαρκή παρουσία πλωτού του Λιμενικού Σώματος "πίσω από την πρύμη του....], αναγκασθήκαμε να παραμείνουμε για αρκετές ημέρες αδρανείς (δεμένοι στο λιμάνι της …), μέχρι τελικά να ξεπεράσουμε το σοκ από την απροκάλυπτη επίθεση των αντιδίκων σε βάρος μας και το δριμύ "κυνηγητό" των Αρχών, στην προσπάθεια τους να βεβαιώσουν κάποια αλιευτική παράβαση, που ουδέποτε (όπως αποδείχθηκε) διαπράξαμε.
Πιο συγκεκριμένα, Παραμείναμε αδρανείς (δεμένοι) στο λιμάνι της … από : Την 10η Φεβρουάριου 2011 (δηλ. την επόμενη της β' καταγγελίας) μέχρι και την 21η Φεβρουάριου 2011, δηλ. για δώδεκα (12) συνεχείς ημέρες. χάνοντας τον μισό σχεδόν μήνα παραγωγικής αλιείας. Αυτό είχε σαν συνέπεια να μην πιάσουμε τους μέσους όρους πώλησης αλιευμάτων (σε αντιστοιχία με ότι συνέβη τον Ιανουάριου του 2011)..
Δηλαδή θα εσοδεύαμε από την πώληση των αλιευμάτων μας συνολικά ποσό τουλάχιστον 77.773,21, ενώ αντ' αυτού εσοδεύσαμε μόλις 12.150,70 €...". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: " οι εκκαλούντες στην αγωγή τους εκθέτουν ότι συνέπεια των ελέγχων στους οποίους υποβλήθηκαν από τις λιμενικές αρχές, κατόπιν των καταγγελιών των αντιδίκων τους, υπέστησαν ψυχολογικό κλονισμό και γι' αυτό παρέμειναν αδρανείς για δώδεκα συνεχείς ημέρες, με αποτέλεσμα να απωλέσουν τα αναφερόμενα κέρδη, που άλλως θα αποκόμιζαν.
Στην προκειμένη περίπτωση είναι φανερό ότι η ως άνω συμπεριφορά των εφεσίβλητων δεν αποτελεί πρόσφορη αιτία για την πρόκληση της περιγραφόμενης ζημίας. Ειδικότερα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων οι προβαλλόμενες ενέργειες των εφεσίβλητων δεν κρίνονται ικανές αντικειμενικά να επιφέρουν το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα (άρθρο 298 ΑΚ) .
Επομένως, δεν υφίσταται αιτιωδώς συνάφεια μεταξύ των πράξεων των εφεσίβλητων και της περιουσιακής ζημίας των αντιδίκων τους, γι' αυτό η αγωγή, κατά το σκέλος της που αναφέρεται στην επιδίκαση του διαφυγόντος κέρδους, είναι νομικά αβάσιμη. Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε την αγωγή ως προς το ανωτέρω μέρος της ως νομικά βάσιμη, γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το σκέλος της αυτό, ακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί η αγωγή τούτο ως νομικά αβάσιμη..." .Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ και υπήγαγε τα διδαγμάτα της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ακολούθως δε απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, , καθ' όσον τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, που ηδύνατο να θεωρηθεί, ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και συνεπώς πρόσφορη και ηδύνατο αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή απώλεια κερδών εκ της πωλήσεως αλιευμάτων, λόγω της επί δωδεκαήμερο αδρανείας των εναγόντων προς αλιεία, οφειλομένης σε ψυχολογικό κλονισμό εκ των αβασίμων καταγγελιών των εναγομένων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (352, 438 - 440, 447 ΚΠολΔ), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ' αρχάς, έχει δικαίωμα από το νόμο (340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 732/2017,168/2015, 700/2009).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση τού κειμένου τού εγγράφου - στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα - απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθούς, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, εφ' όσον η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, του αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξεως ή βουλήσεως).
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξ αιτίας της παραμορφώσεως, σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων.
Έγγραφα κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη(ΟΛΑΠ 2/2008, ΑΠ 175/2017).
Εν προκειμένω, στον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες εκθέτουν τα ακόλουθα: "...Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την εξενεχθείσα κρίση της παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. ..
τα όσα έχουν καταχωρήσει οι λιμενικοί υπάλληλοι, αποτελούν διαπιστώσεις που έκαναν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Έχοντας δε ιδίαν άποψη για ό,τι διαπίστωσαν : -Κατέγραψαν τις διαπιστώσεις των ελέγχων τους στη θάλασσα στο δημόσιο βιβλίο - ημερολόγιο του (καταδιωκτικού) πλοίου.- Ομοίως, κατέγραψαν τη διαπίστωση της καταμέτρησης του αλιευτικού μας εργαλείου σε σχετική τους έκθεση.
Η καταγραφή των γεγονότων σε δημόσιο έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη για αυτά. Οίκοθεν νοείται ότι τα όσα περιέχουν τα άνω δημόσια έγγραφα δεν επιδέχονται ανταπόδειξης, παρά μόνο μπορούν να προσβληθούν για πλαστότητα Οι αντίδικοι δεν πρόταξαν καμία ένσταση πλαστότητας τόσο κατά του περιεχομένου των αποτυπωθέντων στο ημερολόγιο του πλωτού του λιμενικού σώματος, όσο και κατά του περιεχομένου της έκθεσης καταμέτρησης του αλιευτικού μας εργαλείου (μήκους 200 μ.
και άλτους 15 μ.), με αποτέλεσμα να παρέλκει οιαδήποτε αμφισβήτηση για την πιστότητα αυτών που κατέγραψαν οι υπάλληλοι του δημοσίου (Λιμενικοί). ... Η τυχόν απομάκρυνση από τις διαπιστώσεις αυτές, αποτελεί παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας.
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε το αντίθετο δηλαδή... πρέπει να αναιρεθεί κατ' άρθρο 559 περ.12 και 20 ΚΠολΔ..." Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος που αφορά στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12, είναι προεχόντως αόριστος, εφ' όσον δεν αναφέρονται ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλομένη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό μέσο.
Κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, εφ' όσον δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως.
Ο ίδιος λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, καθ' όσον ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ούτε και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, αλλά από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθούς περιεχομένου των εγγράφων αυτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση τούτων, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδαφ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντιθέτως, αν δεν εφαρμοσθεί, καίτοι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 518/2017). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρεβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τον κανονισμό (ΕΚ) 1967/2006, του ΠΔ 68/2009 "περί κανονισμού αλιείας στους κόλπους Θεσσαλονίκης και Θερμαϊκό", του ΒΔ 23-3/8.4.1953 και του ΠΔ 25 από 28.1.1993, δίδοντας στους κανόνες αυτούς κατά την ερμηνεία τους διαφορετικό κανονιστικό περιεχόμενο από αυτό έχουν και υπήγαγε σε αυτούς πραγματικά περιστατικά που δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό τους πεδίο.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως η τελευταία δέχθηκε, ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα τα ακόλουθα: "...Σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1967/2006, του π. δ. 68/2009 "Περί κανονισμού αλιείας στους κόλπους Θεσσαλονίκης και Θερμαϊκό", του β.δ 23-3/8-4-1953 και του π,δ 25 από 28-1-1993, η αλιεία με το αλιευτικό εργαλείο των κυκλικών διχτυών {γρι-γρι) στο Θερμαϊκό κόλπο διέπεται από τους ακόλουθους κανόνες:
α) τα γρι - γρι σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται να αλιεύουν σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων από την ακτή, ή σε βάθος μικρότερο των 50 μέτρων, στην περίπτωση που το βάθος αυτός συναντάται σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων από την ακτή, β) στα επιτρεπόμενα μέρη αλιείας με κυκλικά δίχτυα, βάσει της αποστάσεως από την ακτή και του βάθους, δεν επιτρέπεται η αλίευση με το εργαλείο αυτό σε βάθη μικρότερα από το 70% του συνολικού κατακόρυφου ύψους (άλτους) του διχτυού, γ) το μέγεθος των ματιών σε οποιοδήποτε μέρος του κυκλικού διχτυού ημέρας δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερο των 20mm.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, την 7-2-2011, η κατά τα ανωτέρω διαβίβαση εκ μέρους του πρώτου εφεσίβλητου των πληροφοριών που έλαβε από το δεύτερο εφεσίβλητο, πραγματοποιήθηκε στις 15.15.' Στις 15.35' ξεκίνησε πλωτό σκάφος του Λιμεναρχείου …, προκειμένου να μεταβεί στην περιοχή όπου, κατά την καταγγελία, βρισκόταν το σκάφος των εκκαλούντων "…", ήτοι μεταξύ της Ν.
Μηχανιώνας και του Φαναριού Επανωμής, κοντά στο …. Το σκάφος του Λιμεναρχείου κατέφθασε στην ως άνω περιοχή στις 16.55', ήτοι σχεδόν δύο ώρες μετά την καταγγελία και διαπιστώθηκε από τους λιμενικούς υπαλλήλους ότι κατ' εκείνο το χρονικό σημείο το πλοίο των εκκαλούντων βρισκόταν σε απόσταση 1,5 ναυτικών μιλίων περίπου από την ακτή, δεν διενεργούσε αλιεία, αλλά βρισκόταν σε πορεία.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Δορυφορικού Συστήματος Εντοπισμού (VMS), που εφαρμόζεται για τον έλεγχο της αλιευτικής δραστηριότητας από το Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας του Λιμενικού Σώματος, το σκάφος των εκκαλούντων είχε μηδενική ταχύτητα, δηλαδή ήταν ακινητοποιημένο στις 15.42' και 16.32'. Εν όψει δε και του χρόνου της ως άνω τηλεφωνικής καταγγελίας, κρίνεται ότι τουλάχιστον καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τις 15.00' έως τις 16.32' με το σκάφος των εκκαλούντων γινόταν αλίευση στην ως άνω περιοχή.
Είναι δε αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι δήθεν δεν προέβησαν σε αλίευση. Εξάλλου, όπως προέκυψε, οι λιμενικοί υπάλληλοι, που επέβαιναν στο σκάφος του Λιμενικού Σώματος, το οποίο προσήγγισε το πλοίο των εκκαλούντων, διαπιστώνοντας ότι αυτό δεν αλίευε και ότι βρισκόταν σε πορεία, ενημέρωσαν απλώς σχετικά το Κεντρικό Λιμεναρχείο και δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, ήτοι έλεγχο του πλοίου των εκκαλούντων (βλ.
ιδίως την από 17-2-2011 ένορκη κατάθεση του λιμενικού υπαλλήλου Ε. Μ.). Ενόψει της ως άνω καταγγελίας, τα ως άνω όργανα του Λιμεναρχείου … όφειλαν να προβούν σε έλεγχο για το ενδεχόμενο αμέσως προηγηθείσας παράνομης αλιευτικής δραστηριότητας με το ανωτέρω πλοίο. Ειδικότερα, εφόσον η απόσταση από την ακτή υπερέβαινε τα 300 μέτρα, ήταν καταρχήν επιτρεπτή η αλίευση με γρι - γρι ανεξαρτήτως του βάθους.
Όμως, έπρεπε να ελεγχθούν τα δίχτυα των εκκαλούντων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πράγματι είχε διενεργηθεί αλιεία και εάν τα χρησιμοποιηθέντα δίχτυα (σε περίπτωση που οι εκκαλούντες είχαν πράγματι αλιεύσει) είχαν το νόμιμο άλτος (ύψος) σε σχέση με το βάθος της περιοχής. Περαιτέρω, αναφορικά με την καταγγελία της 9-2-2011 αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε τηλεφωνικά στις 16.58'.
Αμέσως μετέβη στην περιοχή, όπου κατά την καταγγελία διενεργούνταν παράνομη αλιεία, ήτοι έξω από το καρνάγιο της Νέας Μηχανιώνας, σκάφος του Λιμενικού Τμήματος …, το πλήρωμα του οποίου διαπίστωσε ότι οι εκκαλούντες αλίευσαν με το σκάφος τους. Η αλίευση συνεχίσθηκε μέχρι τουλάχιστον τις 17.46', οπότε, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Δορυφορικό Σύστημα Εντοπισμού, το σκάφος των εκκαλούντων παρέμεινε ακινητοποιημένο στην ως άνω περιοχή, που απείχε 1425 μέτρα από την ακτή.
Σημειώνεται ότι προς την ανωτέρω περιοχή κατευθύνθηκε και ένα σκάφος του Λιμεναρχείου …, πλην όμως αυτό έγινε καθυστερημένα με αποτέλεσμα, όταν έφθασε στην ως άνω περιοχή, δεν βρήκε το πλοίο των εκκαλούντων, που είχε ήδη τελειώσει την αλίευση και είχε αναχωρήσει. Προέβη όμως σε βυθομέτρηση της περιοχής όπου αλίευε το πλοίο των εκκαλούντων, μέτρηση που κατέδειξε ότι το βάθος ήταν 26,10 μέτρα.
Στη συνέχεια, το ίδιο σκάφος του Λιμεναρχείου … κατευθύνθηκε προς το λιμάνι της …, όπου έγινε έλεγχος στο σκάφος των εκκαλούντων, που κατέπλευσε επίσης εκεί, περί ώρα 21.00. Κατά τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε ότι μέρος των διχτυών, που χρησιμοποιήθηκαν για την αλίευση (βρεγμένα και με υπολείμματα αλιευμάτων), μήκους 30 μέτρων και ύψους 3,50 μέτρων, που αποτελούσαν τμήμα του συνολικού διχτυού, που χρησιμοποιήθηκε, μήκους 200 μέτρων και ύψους 15 μέτρων, είχε άνοιγμα ματιών 12 χιλιοστά, αντί του επιτρεπομένου μήκους των 20 χιλιοστών.
Ακολούθως, οι υπάλληλοι του Λιμενικού Σώματος απέκοψαν το ανωτέρω τμήμα των διχτυών, το οποίο κατέσχεσαν. Οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι δήθεν το τμήμα αυτό των διχτυών δεν προοριζόταν ούτε χρησιμοποιήθηκε από αυτούς για αλιεία, αλλά ότι ήταν ένα αυτοτελές κομμάτι, που χρησιμοποιούνται ως κάλυμμα για την προστασία των προοριζόμενων για αλιεία διχτυών τους, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως σαφέστατα προέκυψε από όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Σημειώνεται επιπλέον ότι και στην περίπτωση αυτή, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι διαπιστώθηκε και βεβαιώθηκε η ως άνω παρανομία των εκκαλούντων κατά την αλιευτική τους δραστηριότητα, οι ενέργειες των λιμενικών υπαλλήλων για να διαπιστώσουν τη βασιμότητα της καταγγελίας που είχε υποβληθεί από το δεύτερο των εφεσιβλήτων, ήτοι εάν η αλιεία εκ μέρους των εκκαλούντων γινόταν με το σκάφος τους νομίμως ή παρανόμως, ήταν επίσης πλημμελείς.
Συγκεκριμένα, δεν διενεργήθηκε ο ενδεδειγμένος έλεγχος από τα όργανα του Λιμενικού Τμήματος …, που κατέλαβαν τους εκκαλούντες να αλιεύουν, προβαίνοντας δηλαδή σε βυθομέτρηση και μέτρηση του μήκους των διχτυών, που χρησιμοποιούσαν. Περαιτέρω, και τα όργανα του Λιμεναρχείου …, που διενέργησαν τον έλεγχο στο λιμάνι της …, ουδόλως διερεύνησαν εάν είχαν χρησιμοποιηθεί από τους εκκαλούντες κατά την αλιευτική τους δραστηριότητα και άλλα δίχτυα που είχαν στο σκάφος τους (βλ, την από 15-2-2012 έγκληση των εκκαλούντων στην οποία αναφέρουν ότι χρησιμοποιούν για τη δραστηριότητα τους α) δίχτυα μήκους 400 μέτρων και ύψους 50 μέτρων και β) δίχτυα μήκους 250 μέτρων και ύψους 25 μέτρων).
Σημειώνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, που ήδη προβάλλουν ότι δήθεν αυτοί είχαν στο πλοίο τους μόνο ένα δίχτυ μήκους 200 μέτρων και άλτους 15 μέτρων, καθώς επίσης και το ανωτέρω κατασχεθέν κομμάτι διχτυού μήκους 30 μέτρων, Ενόψει των ανωτέρω, είναι φανερό ότι η καταγγελία, στην οποία προέβη την 9-2-2011 ο δεύτερος εφεσίβλητος δεν ήταν ψευδής κατά περιεχόμενο, καθόσον η έρευνα που διενεργήθηκε στο σκάφος των εκκαλούντων, έστω και πλημμελώς, τρεις ώρες περίπου μετά την αλιευτική τους δραστηριότητα, κατέδειξε την ως άνω παρανομία τους κατά την αλίευση.
Ενόψει των ανωτέρω, αφενός μεν δεν αποδείχθηκε από τους εκκαλούντες ότι η καταγγελία της 7-2-2011 ήταν ψευδής, αφετέρου δε προέκυψε ότι το περιεχόμενο της δεύτερης καταγγελίας, ήτοι αυτής που έλαβε χώρα την 9-2-2011, ήταν αληθές..." . Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ( ιδιαιτέρως δε την κατ' εξοχήν επικαλουμένη του άρθρου 13 παρ. 3 του ανωτέρω Κανονισμού) όσα δε αντιθέτως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ανωτέρω λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμα,.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ιδίας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.
Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 360/2016, 87/2013,).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή διαλαμβάνει στο διατακτικό της ότι : .. Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος. Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς το σκέλος της, με το οποίο ζητείται η επιδίκαση διαφυγόντων κερδών. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες. Κρατεί την αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος της. Δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση ως προς το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς το μέρος αυτό ως νομικά αβάσιμη.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την έφεση κατά το ουσιαστικό της μέρος.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες - ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους και συγκεκριμένα του δευτέρου εφεσιβλήτου - εναγομένου αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ και του πρώτου εφεσιβλήτου - εναγομένου του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, που ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ..." Υπό αυτή την διατύπωση δεν περιλαμβάνεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αντιφατική διάταξη.
και δεν προκαλείται αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως. Επισημαίνεται ότι μετά την αυτεπαγγέλτως γενομένη κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ έρευνα υπό του Εφετείου και την κρίση περί της( εν μέρει) νομικής αβασιμότητας της αγωγής ως προς το αίτημα περί επιδικάσεως διαφυγόντος κέρδους, ορθώς έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση τύποις και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικος απόφαση ( ΑΠ 92/2015) εν μέρει, και απερρίφθη εν μέρει η αγωγή, ακολούθως δε εκρίθη κατ' ουσίαν η έφεση , ως προς το μη εξαφανισθέν τμήμα της πρωτοδίκου αποφάσεως, και απερρίφθη αυτή.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), περιεχόμενο στα πρακτικά της προκειμένης συζητήσεως όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την από 11-1-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1141/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ